Η ψευδαίσθηση «Ολίβιε»

 


Κατά τη διάρκεια της πληροφόρησης για μία ερωτική, χλιαρά, μελλοντικά, συγκαλυμμένα, αψιμαχία, βρίσκω δύσκολο να εκφράσω μια γνώμη που δεν αφορά στην κάλυψη του... τηλεοπτικού χρόνου. Υπάρχει ένα συγκεκριμένο γεγονός που συνέβη και οδήγησε εκεί και συνήθως η κλήση έχει να κάνει στο να δώσω δίκιο ή άδικο, κυρίως το δεύτερο. Αυτό συνοδεύεται σχεδόν πάντα από την τάση να υποστηρίζω εκείνον που έχω απέναντί μου, αν και με τα χρόνια νομίζω ότι έχει συμβεί δουλειά και δεν προσδιορίζω ελαφρά τη καρδία με χύδη το αντικείμενο στο οποίο αναφέρεται το θύμα. Χρειάζεται κάτι περισσότερο. Πρέπει να μάθω ποιος είναι ο αληθινός λόγος που έφτασαν σε αυτό το σημείο. Το γεγονός αυτό καθαυτό είναι εξαιρετικά σπάνιο να τον αποτελεί. Οπότε το χρηστό είναι είτε να γυρίσουμε πίσω είτε να εστιάσουμε στα «περιφερειακά σημάδια». Και μένω έκπληκτός όταν, παρά την οφθαλμοφάνεια με την οποία εμφανίζεται η αληθινή αιτία, το θύμα συνεχίζει να εστιάζει στο γεγονός. Τη φυγή ή την αντίδραση. Ένα πεδίο συμπεριφορισιακό, άρα τελείως μη αληθινό.

Αυτό είναι πολιτική. Αν δεν είναι πολιτική πράξη, είναι η αίσθηση της πολιτικής. Η εστίαση σε κάτι μεμονωμένο, ώστε η προσωπική ευθύνη να είναι αμελητέα και να μη λογαριάζεται. Η ευχαρίστηση να είσαι θύμα, άλλωστε, έχει βάθος τέτοιο που είναι μάλλον απροσδόκητο να παρουσιάζεται ως ευχαρίστηση. Κυρίως διότι, μέχρι να φτάσει στην επιφάνεια, έχει μεταλλαχθεί σε στενοχώρια, θυμό και αντίδραση. Σε ό,τι αφορά τη θυματοποίηση, πρόκειται μόνο για το ατάκτως ειρημμένο ερωτικό καβγαδάκι και όχι την άνευ όρων, σωματική και ψυχική, συνθηκολόγηση.

Ως εκ τούτου, η αντίδραση της κυβέρνησης στην κατηγορία σχεδόν για υπόθαλψη του Δημήτρη Λιγνάδη είχε όλα εκείνα τα στοιχεία που το θύμα παρουσιάζει στο δικό του αντίλογο, κυρίως όταν δεν έχει τη δύναμη να αντικρίσει την πραγματικότητα, διότι δεν έχει υπεράσπιση. Τι περίμεναν, εν πάση περιπτώσει, να γίνει με τα θέατρα κλειστά εδώ και ένα χρόνο;

Αυτό δεν επιδαψιλεύει έπαινο σε οποιονδήποτε, αν χρειαζόταν να απονεμηθούν εύσημα για το θάρρος του χαρακτήρα και την τελική απόφαση της εξομολόγησης. Σίγουρα, όμως, η εξήγηση υπάγεται στην απλή λογική, σε αυτό που κάποτε, πριν, δηλαδή, το facebook εξελιχθεί σε νεκροταφείο μυαλών, αποκαλούσαμε κοινή. Στέκει και λεκτικά, δηλαδή, πως όταν απομακρύνεσαι από εξαρτημένη σχέση ανεξαρτητοποιείσαι. Ο χρόνος καθιστά πρόδηλη τη διάρκεια. Εξαρτημένη σχέση έχουμε με όλους όσοι συνεργαζόμαστε στη δουλειά μας, με τους συγκατοίκους μας και, βεβαίως,με τους ομόαιμούς μας. Σε κάποιες περιπτώσεις η αγάπη, η στοργή και η φροντίδα πρωτεύουν, σε άλλες η ανάγκη υπερτερεί.  

Χρειάζεται, λοιπόν, κατά βάση μια απόσταση για να γίνει η πληγή συνείδηση. Πρόκειται, ακριβώς, για την απόσταση που έχει ένας καταπονημένος οργανισμός με την ασθένεια, όταν χαλαρώνει. Η ανεξαρτητοποίηση είναι κατά βάση ευεργετική, όμως όταν συνοδεύεται από την έλλειψη φόβου μπορεί να γίνει ευλογία, ενώ ασφαλώς ελλοχεύουν οι συνέπειές της. Η έλλειψη φόβου κάνει τον άνθρωπο Κανέναν, όχι εκείνο το είδος του… ανύπαρκτου, αλλά αυτό που ξαφνικά βρίσκεται να ξεφεύγει από τους κανόνες (και, πλασμένο πια, το οργανόγραμμα) του υλισμού, ο οποίος, βεβαίως, είναι τέμνων των κοινωνικών χωροχρονικών διαστάσεων. Πάει να πει, στη ζούρλα μιας κανονικής δεν σου δίνεται η ευκαιρία να ψηλαφήσεις την πληγή και να ερμηνεύσεις τα δικά της λόγια. Η αποστασιοποίηση, όσο κι αν δημιουργεί την ψευδαίσθηση (η οποία είναι κοινή σε κάθε συνθήκη) ότι θα κρατήσει για πάντα, σε οπλίζει με θάρρος, κυρίως διότι δεν υπάρχει κάτι εμφανές για να χάσεις. Ένας άνθρωπος, άλλωστε, που θα σκεφτόταν αλλιώς, ότι ανεξαρτήτως συνθηκών πρέπει να ενεργεί με προτεραιότητα στην ηθική υπόσταση και την (έστω πολύ ρευστή έννοια) αξιοπρέπεια, θα ήταν χιμαιροκυνηγός. Ακόμα κι αν το έκανε μία φορά, η ζημία θα καθιστούσε φαβορί την απόρριψη την επομένη.

Είναι περίπου ίδιο με το τίποτα που είχε η Βολιβία, την οποία είχε καταστρέψει η United Fruits, ήτοι η σημερινή Chiquita, που στο δικό μου σπίτι δεν θα ξαναμπεί. Σε αυτήν την… μπανανία, σε αυτό το τίποτα, πόνταρε ο Ερνέστο Γκεβάρα, ο οποίος κόλλησε το παρατσούκλι «Τσε» επειδή έλεγε συνεχώς τη λέξη, η οποία σημαίνει «δώσε βάση επειδή λέω κάτι σημαντικό». Γνωρίζοντας πόσο επηρεάζονται οι άνθρωποι όταν έχουν έστω κάτι, για να αλλάξει τον κόσμο της Λατινικής Αμερικής πήγε σε εκείνους που δεν έχουν τίποτα.

Την ανάλυση περί ανηθικότητας και τις φωνές της λογικής διέπει μια αίσθηση ότι αυτό που παρακολουθούμε όσοι δεν εκφέρουμε άποψη είναι η επιτομή της ηλιθιότητας. Δεν πρέπει κάποιος να μπει στον κόπο Γενικώς, απόψεις δεν ακούγονται πια. Οι τοποθετήσεις στα social media, ένας ύμνος στην έλλειψη της διαλεκτικής, τις έχουν σβήσει. Πλέον, όσοι τοποθετούνται και δηλώνουν δεν μπορούν να σκέφτονται. Δεν μπορείς να παραθέτεις γνώμη όταν ο άλλος είναι αντικείμενο. Θα μπορούσε κάποιος να το διαπιστώσει πολύ απλά: πόσες φορές έχει τύχει να σκεφτεί αυτό που θέλει να πει και να καταρρέει μετά την πρώτη απάντηση του συνομιλούντα; Έτσι σφυρηλατείται η άποψη και η γνώμη και γι’ αυτό είναι πολύτιμες, διότι όταν λέγονται ακούγονται. Ή, για να ακουστούν, περνάνε από δύσβατα πεδία, αυτιά-αρνητές. Κάποιες, δε, μπορεί να μείνουν για πάντα στο συρτάρι και είτε να εμφανιστούν αραχνιασμένες ή να ψοφήσουν από ασφυξία.

Την κυβέρνηση δεδομένα περιμένουν οι συνέπειες. Δεν θα φταίει για όλες, αλλά χιλιάδες πληρώνουν καθημερινώς δίχως ευθύνη. Θα πληρώσει που είναι ο Κούγιας δικηγόρος του Λιγνάδη. Που ο Ταραντίλης, με το στοιχείο της έκπληξης στο πρόσωπό του, είπε «δεν το πιστεύω ότι υπάρχουν εργοδότες που δεν τηρούν την εργασιακή νομοθεσία». Που δεν αφήνει τους ερασιτέχνες αθλητές να επιστρέψουν στους αγωνιστικούς χώρους. Που για πολύ καιρό εστίασε στην ατομική ευθύνη. Με τον Λιγνάδη ήδη παρατήρησε την παράπλευρη απώλεια για το κλείσιμο των θεάτρων και των κινηματογράφων, τη σχεδόν περιφρονητική συμπεριφορά. Και δεν πρόκειται για τη συγκεκριμένη κυβέρνηση ούτε για συνειδητή πληρωμή. Πρόκειται για όλη τη διαδρομή προς και την παραμονή στην εξουσία. Θα πεθάνουμε και δεν θα έχουμε δει έναν, ούτε τους εαυτούς μας όταν έχουμε την ευκαιρία, να μην έχει διαφθαρεί από αυτό το μαραφέτι. Να μην έχει, δηλαδή, πάθει ό,τι έπαθε ο Μάρλον Μπράντο, που νόμιζε ότι ήταν οι ήρωές του, ό,τι έπαθε ο Φιλιππίδης, που νόμιζε ότι είχε μεγαλώσει σε μοναστήρι με πρόθυμες καλόγριες, ή ό,τι έπαθε ο Λιγνάδης, που, στην καλύτερη, νόμιζε ότι ήταν ο Λόρενς Ολίβιε. Και δεν βρέθηκε κάποιος να του πει ότι δεν είναι ο Ολίβιε, δεν είναι ο Ληρ και ότι αυτό που κάνει είναι λάθος, διότι στην ενηλικίωση είναι κανόνας να μη χώνεις τη μύτη σου στις δουλειές των άλλων και όσο μεγαλώνεις συρρικνώνεσαι στο δικό σου κόσμο, διότι είσαι πια τόσο κουρασμένος να ακούς λόγια, αναλύσεις και σκέψεις. Φαντάζομαι τόσους και τόσους ανθρώπους να θέλουν να του μιλήσουν, αλλά είτε να δαγκώνονται είτε να το αφήνουν για την επόμενη φορά είτε να το κάνουν αβαβά επειδή είχαν την ισχυρή πεποίθηση ότι επρόκειτο για μια συγκεκριμένη κατάσταση, η οποία θα ολοκληρωνόταν ατιμωρητί.  

Τι μπελάς κι αυτό το ασανσέρ του χρόνου, που ποτέ δεν λειτουργεί... 

Η ψευδαίσθηση «Ολίβιε» Η ψευδαίσθηση «Ολίβιε» Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 10:18 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.