Ας πούμε ότι η Μπεκατώρου λέει ψέματα

 


Με ένα χρυσό και ένα ασημένιο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, τέσσερα χρυσά σε Παγκόσμιο Πρωτάθλημα και δύο χρυσά, ένα ασημένιο και ένα χάλκινο σε Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα με τις παρτενέρ της, ο μόνος λόγος που η Σοφία Μπεκατώρου θα μπορούσε να έχει εφεύρει την ιστορία του βιασμού της είναι οι δύο τάσεις στους κόλπους της ελληνικής ιστιοπλοΐας. Και αυτό θα ήταν απίστευτα εξευτελιστικό για μία αθλήτρια του βεληνεκούς της, μία σημαιοφόρο σε Ολυμπιακούς Αγώνες, το 2016, οπότε απορρίπτεται ασυζητητί. Ακόμα και ο πειρασμός του χρονικού διαστήματος δεν γίνεται να αποτελεί επαρκές άλλοθι για να υπενθυμιστεί.

Έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που η Μπεκατώρου προσπαθούσε να φτάσει στο προκείμενο. Πέρασε από το συγκείμενο και το παρακείμενο, ώστε να της δοθεί το βήμα που ήθελε. Άπαξ και έγινε η αρχή, ήταν πολύ απλό να αποκαλύψει άπαντα. Και, εν τέλει, να ανοίξει το κουτί της Πανδώρας για ό,τι πρόκειται να γίνει.

Από τη στιγμή που δεν είναι… pin-up girl και δεν έχουμε κάποιο έντυπο στυλ «Sun» για να καλύψει την ιστορία της, η ιστιοπλόος ήξερε ότι μπορεί το ζήτημα να λάμβανε δημοσιότητα, αλλά προφανώς δεν είχε στο νου της ότι θα μπορούσε να αποσβέσει κέρδη, εκτός από το αυτονόητο: να αδειάσει την τοξικότητα, το δηλητήριο που πολλαπλασιαζόταν καθημερινά. Αυτός είναι, άλλωστε, ο παρακινητικός μηχανισμός για τέτοιες καταστάσεις, οι οποίες, μάλιστα, είναι τετελεσμένο γεγονός. Προφανώς, η παρακίνηση, από εκεί και έπειτα, φέρνει στην επιφάνεια τόσο νέες ιστορίες όσο και ένα κίνδυνο, αυτό το κομμάτι να γίνει μια παρωδία, που θα φιλοξενεί ιστορίες οι οποίες στιγματίζουν. Όταν ο λόγος σου αφορά σε ένα κοινό, πρέπει να περιμένεις ότι η τροφοδότηση που έχει ήδη λάβει θα είναι το κριτήριο της αποδοχής της ιστορίας σου. Ξέρω κορίτσι που έχει νιώσει παρενόχληση επειδή κάποιος της πρότεινε να πάνε για καφέ. Άκουσα την ιστορία του και αμέσως κατάλαβα ότι επρόκειτο για παρενόχληση. Αν, όμως, την έβλεπα γραμμένη, θα αναρωτιόμουν αν το έκανε επειδή όντως ένιωσε (έστω κατά τι) παρενοχλημένο ή αν ήταν η γλάστρα σε εκείνο το λαϊκό ρηθέν με τον βασιλικό.

Αλίμονο, δεν σηκώνω την παντιέρα της επανάστασης και είναι ένας βαθύς πόνος το συμπεριφορισιακό κομμάτι, το οποίο δεν ξέρω πώς να το χειριστώ. Παίζω και ξαναπαίζω σκηνές στο μυαλό μου και αναρωτιέμαι αν υπήρξα παρενοχλητικός και από τι ωθήθηκα. Είναι άσχημο, διότι η παρενόχληση του σήμερα χθες ήταν Τετάρτη. Ό,τι καταλογίζεται ως παρενόχληση με βυθίζει σε μια απελπισία αμφιβολιών, αμφίσημων στιγμών και αναζητώ το κίνητρο για αυτές, αν ήταν μια εκδικητική διαδικασία ή αν ένιωσα βαθιά προσβεβλημένος επειδή απειλήθηκα μέσα από αναφορές που «σημάδεψαν» τη ρίζα μου και το περιβάλλον μου. Αν ως παρενοχλημένος παρενόχλησα. Αυτό σημαίνει ότι έπρεπε να αντιδράσω, αν αντέδρασα, με έναν τρόπο που ακροβατεί ανάμεσα στην προσωπική προστασία, την επίδειξη εξουσίας και τον συντετριμμένο εγωισμό; Υποθέτω ότι ουδείς ξέρει τη σωστή απάντηση. Και φαντάζομαι ότι όταν συμβαίνουν τέτοιες καταστάσεις και όταν σε νοιάζει πραγματικά, όλα πρέπει να γίνονται λιανά.

Έχοντας καταλήξει, εν πάση περιπτώσει, στο ότι αυτή η αμφιβολία είναι ενοχλητική και δεν πρέπει να επαναλαμβάνεται, είναι αναπόφευκτο ότι απορροφάται ο χώρος ο οποίος θα γινόταν να αποκληθεί χαρά της ζωής, αλλά ορίζεται μόνο από τις πράξεις. Κι αυτό, προφανώς, είναι καθοριστικό για τη συμπεριφορά με τον τρόπο που γίνεται να προσδιορίζεται σε ένα πλαίσιο στο οποίο επικρατεί ο φόβος, όχι ακριβώς εκείνο το πράγμα που τρέμεις επειδή δεν ανήκει στην πραγματικότητά σου, αλλά αυτό που δεν θέλεις να στενοχωρεί, να προσβάλει, να δημιουργεί πεδία που χρήζουν συζήτησης.

Και πάλι, είμαι μέσα. Σε επίπεδο πνευματικό και αλληλεγγύης, είναι από τις καταστάσεις που πραγματικά αξίζει να ασχοληθείς. Για να συμβεί κάτι, πρέπει να μαζευτεί υλικό το οποίο δεν θα αφορά μόνο στη διείσδυση δίχως συναίνεση. Η θεωρία είναι εκπεφρασμένη και τώρα επαναλαμβάνεται: το χρονικό διάστημα για να γίνει κατορθωτή μία κατάσταση, ενώ άλλη είναι επικρατούσα, είτε πρέπει να είναι το ίδιο με εκείνο που διανύει το καθεστώς είτε πρέπει να συμπιεστεί, κι αυτό γίνεται στη συντριπτική πλειονότητα άγαρμπα, για να το προσπεράσει. Ούτως ειπείν, οι αιώνες πατριαρχίας μεταφέρουν τη συζήτηση όχι στο αν είναι αληθινό ή όχι αυτό που είπε η Μπεκατώρου, αλλά στο στάδιο που βρισκόμαστε ώστε να προσπεραστούν, όχι, βέβαια, για να υπάρξει άλλη μια κατάκτηση αλλά, για να έρθουμε στα ίσα μας. Για κάθε γυναίκα δαρμένη στην Κωνσταντινούπολη και λιθοβολημένη στο Πεκίνο, για κάθε σύζυγο παρατημένη στη Βενετία και απατημένη στο Λονδίνο, για κάθε άνθρωπο που δεν τον ρώτησαν για να γεννηθεί, αλλά φρόντισαν να του πουν ότι φταίει που το έπαθε, επειδή πρέπει να ενεργεί συνεχώς τροποποιημένα, είτε αφορά σε τρόπους συμπεριφοράς που «σμιλεύονται» εκατοστό εκατοστό και υποσυνείδητα από βρεφική ηλικία είτε σε ό,τι αφορά το συναγελασμό με ανθρώπους που, κατά το σύνηθες και ενδεχομένως το λογικό ανά περιστάσεις, χρησιμοποιούν όποια εξουσία για να γίνουν αφόρητοι.

Η Μπεκατώρου «άργησε» να το πει, αλλά αυτό το επιχείρημα είναι τόσο ηλίθιο και πιθανότατα χρησιμοποιείται από ανθρώπους που υπομένουν στωικά κακοποίηση στις δουλειές τους και περιμένουν να απολυθούν για να είναι ειλικρινείς, αν είναι και τότε. Το «άργησε να το πει» και το «γιατί μπήκε στο δωμάτιο» μοιάζει, συγγνώμη κιόλας για το στερεότυπο, τουρκικής ή ινδικής προελεύσεως.

Και βέβαια, δεν λέει ψέματα. Ευτυχώς αυτό δεν αμφισβητείται. Αλλά και να έλεγε, σε αυτήν τη δυτικόβαλκανικομεσογειακοαφρικανική χώρα κάπως πρέπει να σταματήσουμε να είμαστε μαλάκες, χωρίς, απαραιτήτως, με αυτό να δηλώνω ότι χρειάζεται να είμαστε οργανωμένο κράτος, αφού είμαι φουλ υπέρ του χυμαδιού. Οπότε, καλά θα έκανε. Διότι δεν πρέπει να εξετάζεται ως μεμονωμένη περίπτωση, αλλά ως ζήτημα το οποίο έχει προοπτικές.

Όσο μας κοιτάζουμε ως μονάδες, ως δηλαδή όντα που εγείρουμε αξιώσεις για δικαίωματα, τόσο δυσκολότερο είναι να γίνει κατορθωτός τουλάχιστον ο ειλικρινής σεβασμός. Μερικές φορές, όπως έχει υποπέσει στην αντίληψή μου, πρέπει να νιώσεις αδικημένος, ότι κλονίζεται ο κόσμος σου και, παρ’ όλα αυτά, να μην αναζητήσεις το δίκιο σου, διότι το δίκιο σου δεν είναι καλό για τον κόσμο. Πρέπει να χάσεις χώρο, για να τον κερδίσει κάποιος που εμπιστεύεσαι ως οδηγό των καταστάσεων που ευελπιστείς να βιώσει (εν είδει έκστασης) το ανθρώπινο είδος κάποτε, όταν θα έχεις από δεκαετίες, ου μην και αιώνες, ξεχαστεί. Αν πραγματικά κάποιος αισθάνεται διατεθειμένος να βοηθήσει προς αυτήν την κατεύθυνση, δεν έχει άλλη επιλογή από το να παλέψει με τον εαυτό του ώστε να μην αγωνίζεται με βάση τον εγωισμό του και ό,τι μοιάζει ως αξιοπρέπεια. Πρέπει να προσδιοριστεί ως θύμα, ως κάποιος που αναγκαστικά θα βγάζει το σκασμό ακόμα κι αν αυτό φέρει μια έκρηξη μετά λυγμών, στην οποία θα επιδοθεί μόνος του. Αλλιώς, δεν είναι πειστικό ότι η φιλολογική τοποθέτησή του μετουσιώνεται σε ασκήσεις επί χάρτου.

Και λέω ότι όλο αυτό είναι αφόρητο και δεν είναι υποχρέωση, είναι μια διαρκής πάλη στην οποία μοιάζεις να αποτυγχάνεις συνεχώς, όμως αν έλεγες σε μία 50χρονη νοικοκυρά από το Αγρίνιο το 1963 ότι αυτό είναι αφόρητο, θα έβαζε τα γέλια.  

 Ένα ψέμα ήταν απολύτως ζωτικό, στην περίπτωση του Έμιτ Τιλ, ώστε οι Αφροαμερικανοί να ξεκινήσουν μια πάλη η οποία κρατά ως τις μέρες μας για τα δικαιώματά τους. Αν σταματήσουμε να την βλέπουμε ως Μπεκατώρου, αλλά ως κάποια που ανοίγει στο πρακτικό κομμάτι του ένα ζήτημα, απέναντι στο οποίο όλοι μας, με το ποτό ανά χείρας, είμαστε άνετοι και γαμώ και βρίζουμε τους ειδεχθείς ψυχονταβάδες, τότε θα γίνει δουλίτσα.

Ας πούμε ότι η Μπεκατώρου λέει ψέματα Ας πούμε ότι η Μπεκατώρου λέει ψέματα Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 7:32 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.