Μια πολύ αλλόκοτη πρόοδος

Ιπποπόταμοι, καμηλοπαρδάλεις, φάλαινες, μύγες, βάτραχοι και άλλα είδη ζουν στον πλανήτη. Είτε τους παρακολουθεί από κοντά είτε από μακριά, ο άνθρωπος τους νιώθει με κάποιον τρόπο ως επισκέπτες. Αν θέλει να ζήσει την περιπέτεια, βγαίνει για σαφάρι και συναντά κροκόδειλους. Μαθαίνει πώς να προσελκύει τους ελέφαντες και να μένει ακίνητος απέναντι στις αρκούδες. Στην ούγια, όμως, είναι είδη που ο κόσμος δεν τους ανήκει. Για τον άνθρωπο, η Γη είναι δικό του μέρος. Αυτονόητα, οριστικά και αμετάκλητα. Η συζήτηση δεν φτάνει καν στα οικόσιτα, τους αληθινούς μουσαφίρηδες στα δικά του μέρη, οι οποίοι αγαπιούνται, όμως πεθαίνουν και αντικαθίστανται κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Ακόμα, ωστόσο, και το ότι αντιλαμβάνεται, κάπου μέσα του, ότι πρέπει να υπάρχουν στη χλωρίδα και την πανίδα κι άλλα είδη, που εναντιώνεται στη ροπή προς τη λεηλασία, είναι μία ιστορία που αναδεικνύει μια ικανότητα. Πριν καν φτάσει στο σημείο να συμπεράνει ότι η φύση κάνει το κουμάντο, σε ένα βαθμό, και ότι αφού άλλοι ζωντανοί οργανισμοί που υπάρχουν σε αυτήν είναι απαραίτητοι για τον ίδιο κυρίως, είχε ανοιχτή την πόρτα ώστε αυτό να γίνει συζητήσιμο. Για ένα είδος φυσικής καταστροφής, όπως είναι, η ανεκτικότητά του συνάδει με την εύλογη αλληλουχία γεγονότων τα οποία προλαμβάνει. Αυτή η πρόληψη, όσο δεδομένη κι αν έχει γίνει, παραμένει απίστευτη.

Ως ρέκτης της θεωρίας ότι όλα έχουν συμβεί τυχαία και ότι είμαι αυτός που είμαι σε ό,τι αφορά καταγωγή και ταυτότητα επειδή έτσι κλήρωσε, μερικές φορές διστάζω απέναντι στην αντιμετώπιση καταστάσεων και βουτάω δίχως μάσκα σε ένα μεταφυσικό, απόκοσμο πλαίσιο, στο οποίο αναφέρεται ότι όλα συμβαίνουν προδιαγεγραμμένα και πως, όντως, αυτό γίνεται επειδή υπάρχουν λογαριασμοί με πνεύματα και τα συμπαρομαρτούντα. Μου περνά όντως γρήγορα, αφού πίνω το ντεπόν του κυνισμού, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που αυτή η βαθιά αλαζονεία στο ίδιο το είδος, η παντελής έλλειψη σεμνότητας, με βρίσκει. Όχι σε στιγμές που ασυνειδήτως πράττω και αυτή δεν είναι καν αναγνωρίσιμη, αφού είναι η ίδια η ύπαρξη, αλλά σε εκείνες τις περιπτώσεις που γίνεται να αναγνωστεί και να εκτιμηθεί αναλόγως.

Παραδείγματος χάρη, πολλές φορές έχω αναρωτηθεί για ποιο λόγο είμαι εγώ. Γιατί υπάρχει αυτή η δύναμη που με κάνει να είμαι εγώ και δεν είμαι απλώς ένας οργανισμός που δεν θα μπορούσε να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα σε αυτόν. Η ζωή θα ήταν απλούστερη δίχως τη συγκεκριμένη ένταση, διότι, εν είδει μίας ιδιοτροπίας γενετήσιας και, αν και ανιχνεύσιμης, δυσανάγνωστης, αφού είμαι αναγκασμένος και υποχρεωμένος να νιώθω πως είμαι εγώ, τότε, αντιστοίχως, υπάρχει κάποιο χρέος προς το πρόσωπό μου. Διότι αναντίρρητα έχω πρόσωπο, το οποίο σε σκανδαλωδώς πολλές περιπτώσεις ενεργεί με την επίγνωση ότι υπάρχει. Δηλαδή, προκειμένου να μην εκτίθεται (κατά προτεραιότητα και έπειτα να είναι βοηθητικό, καλό και όλα τα συναφή που προφανώς εκπορεύονται αλλά χρειάζεται κίνηση) σε άλλα πρόσωπα τα οποία μόνο υποθετικά -αλλά πάντως με την επίγνωση ότι αυτή η υπόθεση είναι ισχυρό επιχείρημα- νιώθουν ακριβώς την ίδια ένταση ότι είναι αυτά. Και πιθανώς αναρωτιούνται με τον ίδιο τρόπο -ή έχουν πάψει πια. 

Βεβαίως, η ανάλυση, ή υπερανάλυση, μοιάζει δευτερεύουσας σημασίας. Απαντήσεις δεν θα δοθούν, ωστόσο είναι πολύ εντυπωσιακό ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι επικρίνουν τον άνθρωπο ως είδος χρησιμοποιώντας τη σύγκριση. Το «πιο καταστροφικό είδος», «κακός», «καλός» και οτιδήποτε άλλο αφορά στη γενίκευση. Θυμίζει εκφράσεις τύπου «η ζωή είναι ωραία», που βεβαίως όταν οι συνθήκες εξυπηρετούν, όσο τετριμμένη κι αν είναι, μπορεί να διαδραματίσει κομβικό ρόλο στη διάθεση, παρ’ όλα αυτά αποτελεί συγκρίσιμο μέγεθος και, βέβαια, δεν υπάρχει κάτι άλλο για να την παραλληλίσεις. Έτσι, λοιπόν, όταν ο άνθρωπος χρησιμοποιεί την εκφορά του λόγου του για να μιλήσει για το είδος του, μοιάζει σαν να είναι κάτι ξένο προς αυτό.

Ευκαιρίας δοθείσης, το πιο εκστατικό είναι η αντιμετώπιση απέναντι σε μία κατάσταση πανδημική και ψοφολογιάς. Παρατηρείται, μέσω, πια, της καταγεγραμμένης περιρρέουσας ατμόσφαιρας, όχι απλώς μια αδημονία για τη λύτρωση μέσω του εμβολίου αλλά, γνώμες για το αν είναι κατάλληλο, αν κάποιοι αιρετικοί καρχαρίες θα εισδύσουν τσίπ για να ξέρουν πού είμαστε και τι κάνουμε ατ ολ τάιμς, αν, εν πάση περιπτώσει, έχει παρενέργειες. Διεξάγονται έρευνες και ανακοινώνονται ποσοστά αρνητών και θετικών δεκτών. Κι αυτό συμβαίνει σχεδόν 9 μήνες, ανθρώπινου χρόνου, από το πρώτο πανδημικό κύμα.

Η πιθανότητα να ξεφεύγουμε από την πραγματικότητα συχνά είναι ελάχιστη, όμως η ίδια η ζωή στη ρίζα της διαμορφώνει μια διάσταση της κατάστασης με τρόπο θαυμαστό. Ούτε καν ένα χρόνο από τη συνειδητοποίηση ότι πρόκειται να περάσουμε μέσα από ένα δυστοπικό μονοπάτι, η επιστήμη κινητοποιείται για να βρει κάτι. Επί του πρακτέου, η υπόσταση του προϊόντος ή των προϊόντων τα οποία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα είμαστε υποχρεωμένοι να λάβουμε, τίθεται υπό συζήτηση και βέβαια ακολουθείται από συνωμοσιολαγνία και κάθε άλλο καλούδι που φωτίζει το (μωρο)εγωισμό μας, αλλά το γεγονός ότι βρέθηκε κάτι σε τόσο λίγο χρόνο, στο περίγραμμά του, μοιάζει εκστατικό. Είναι το ίδιο ένα κατόρθωμα του είδους, που μετατρέπει το δέκτη, εν πάση περιπτώσει προλεκτικά, διότι ασφαλώς και θα βρεθεί ενώπιον κάποιου αδιεξόδου ή ενός διλήμματος μεταμφιεσμένο σε αδιέξοδο, σε ένα πλάσμα που, ακόμα και φιλολογικά να το παρατηρήσουμε, έχει επιλογή.

Δεν θα έπρεπε να κυλά έτσι η κατάσταση: σε αυτήν τη συγκυρία θα έπρεπε να φοβόμαστε μόνο για τη ζωή μας, όχι όπως φοβόμαστε τώρα, αλλά με τρόμο, ότι δεν υπάρχει κάτι που γίνεται να την αντιμετωπίσει και ότι η επιβίωσή μας είναι αποκλειστικά στα χέρια της τύχης ή του Θεού. Η θεματολογία της πανδημίας, εν ολίγοις, σε ένα εντελώς πρώιμο στάδιο έχει μεταφερθεί στο αν είναι καλό το εμβόλιο, ενώ σε συνθήκες φύσης θα έπρεπε να εμπνέει τη μυρωδιά της απόδρασης από το θάνατο. Τη λειτουργία όλων των μηχανισμών επιβίωσης, για κάτι που όποιος κι αν είναι ο προσδιορισμός του δεν θα είχε σημασία.

Δεν αναιρεί τα υπόλοιπα, τις σκέψεις και το αναπόδραστο της ευθύνης. Κινείται μόνο περιμετρικά. Αλλά σχεδόν σαστίζει, για την ίδια την ικανότητα του είδους, η οποία βεβαίως έχει ωραιοποιηθεί και έχει μεγαλοποιηθεί, γεννώντας ναρκίσσους και εγωπαθείς, άφθονους Ικάρους δίχως το θράσος του πρωτότυπου, να κάνει κάτι ώστε να σωθεί με τη μικρότερη δυνατή ζημιά, τη στιγμή που αντικειμενικά οποιοδήποτε άλλο είδος σε ανάλογη περίπτωση θα είχε ξεκληριστεί. Είναι, εν ολίγοις, ένας θρίαμβος να συζητιούνται λεπτομέρειες για την εκπόνηση ενός πλάνου που θα μας επιστρέψει εκεί που βρισκόμασταν, ενώ κανονικά θα έπρεπε να ζητούμε το δρόμο διαφυγής, δίχως να έχουμε οποιαδήποτε πολυτέλεια. Κι αυτό, ενώ δεν αναιρεί τα δικαιώματα της οντότητας σε έναν, θεωρητικά εν πάση περιπτώσει, για να μην αναλυθεί λεπτομερέστερα, ελεύθερο κόσμο, είναι ένα μικρό σημάδι για το δρόμο που το είδος έχει διανύσει.

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν αυτή η πρόοδος καταγράφεται από τη φύση και αναγνωρίζεται ως κάτι ανοίκειο, πλην, όμως, αποδεκτό και με τη μορφή της παραδοχής, ή αν ήταν προορισμένο να συμβεί. Η έκθεση στις ασθένειες, άλλωστε, δεν είναι «προνόμιο» της εποχής μας. Με κάποιον τρόπο και δίχως τα ακριβά και ακριβοθώρητα όπλα που πλέον χρησιμοποιούνται, ο άνθρωπος ξέφυγε από κάθε ατραπό. Τώρα, έχει βάλει πλώρη να το κάνει ακόμα μία φορά, θρηνώντας, βεβαίως, αλλά πόρρω απέχοντας να κινδυνεύσει η ίδια η ύπαρξή του εν τω συνόλω. Σε ποιον αποδίδεται αυτό, αν και δεν μοιάζει συζητήσιμο, μπορεί να είναι. Το πεδίο που δημιουργείται το επιτρέπει. Όταν ο κακός τυρρανόσαυρος Ρεξ στέκεται δίπλα στον Χριστούλη, ένα πλάσμα δίχως οποιαδήποτε περγαμηνή και όχι από τα μεγαλά του οικοσυστήματος, συνεχίζει να αυξάνει το προσδόκιμο ζωής και να αποφεύγει κακοτοπιές. Συνολικά, για όλους τους ζωντανούς οργανισμούς, η κλοπή των προσωπικών δεδομένων δεν έχει σημασία. Θα μπορούσε να έχει η γνώμη τους για το πόσο ανθεκτικοί είμαστε. Αλλά αυτό δεν πρόκειται να γίνει γνωστό. Όπως, παραμένουν άγνωστα τα αντανακλαστικά των άλλων ειδών απέναντι στον κίνδυνο. Ως τώρα, φαίνεται εν είδει παρατήρησης ότι η στωική αναμονή του τέλους συμβαίνει κατά κανόνα. Η συνύπαρξη ούτως ή άλλως φέρνει κινδύνους και η επιβίωση, ιδιοσυγκρασιακά, κάνει τον άνθρωπο επικίνδυνο, όσο, βέβαια, και σωτήρα. Είναι εκείνος που γυρεύει να συνεχίσει να υπάρχει αυτό που ο ίδιος καταστρέφει.

Κι αυτό, ακόμα, είναι εντυπωσιακό. Εκτός αν δεν συμβαίνει. Αν ζούμε σε έναν κόσμο προσομοίωσης, παράλληλο με μια πραγματική πραγματικότητα, αντιληπτή και εξακριβωμένη ως τέτοια, μέσα από το κενό που έχει καλυφθεί με κάτι που εμείς δεν δυνάμεθα να διαθέτουμε, που δεν υπήρξαμε ποτέ. Και που, σε αυτήν την περίπτωση, η ισχύς της εντύπωσης ότι, ξυπνώντας, παραμένω εγώ, είναι ένα καλοσχεδιασμένο κόλπο.

Μια πολύ αλλόκοτη πρόοδος Μια πολύ αλλόκοτη πρόοδος Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 7:12 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.