Η Τέχνη δεν «παίζει» τη Δεξιά

 


Η φράση «δύο μέτρα και δύο σταθμά» ακούγεται πολύ συχνά από τα στόματα ηθοποιών που υπερθεμάτιζαν στην άδικη προσέγγιση της κυβέρνησης και το κλείσιμο των θεάτρων για το μήνα Νοέμβριο, πριν αποφασιστεί συνολικά καραντίνα.

Ασφαλώς ισχύει. Πρόκειται για μία απόφαση η οποία λήφθηκε πολύ συνειδητά και, μάλιστα, συγκριτικά με ό,τι μένει ανοιχτό αυτό το διάστημα, γίνεται να πιάσεις στον αέρα την οσμή του σκανδαλώδους. Με όλα τα μέσα ανοιχτά σε κάθε είδους παραίνεση, προτροπή και αποδοκιμασία, πολλοί εξαιρετικοί καλλιτέχνες και σκαπανείς του θεάτρου και των εκλεπτυσμένων τεχνών εκφράζουν τον αποτροπιασμό τους για αυτήν την απόφαση.

Και είναι αδύνατον να τους δώσεις άδικο αυτήν τη στιγμή για το συγκεκριμένο ζήτημα. Αλλά είναι και κατάτι υποκριτικό να προσωποποιείς το φταίχτη για την κατάσταση όταν, ιστορικά, το πρόβλημα αφορά σε μία κόντρα στα όρια του ψυχρού πολέμου, η οποία έχει αποτυπωθεί και οριστεί κοινωνικά, μαζί και ο νικητής της.

Δεν είναι, λοιπόν, η Λίνα Μενδώνη που παίρνει την απόφαση να κλείσει τα θέατρα. Αν είναι εκείνη που δεν κάνει κάτι για να σώσει ό,τι σώζεται, αυτό πρέπει να γίνει αποδεκτό. Αλλά σε ένα σύνολο ανθρώπων που δεν αποφασίζει καθένας για τον εαυτό του και τα οφέλη του, δεν θα μπορούσες να περιμένεις από έναν υπεράνθρωπο να κάνει τη διαφορά για αυτό που αγαπάς. Ως υπεύθυνη για τα πολιτιστικά ζητήματα, παραμένει μέλος ενός οργανισμού που για τις αποφάσεις που λαμβάνεται είναι σύνηθες να μην ερωτάται.

Σε ό,τι αφορά το φάσμα των τεχνών -και δυστυχώς του αθλητισμού, κάτι που μοιάζει πέρα για πέρα εξοργιστικό- η διαδικασία για να φτάσει η κυβέρνηση να κλείσει, πολύ ανάλαφρα, φοβάμαι, λαμβάνοντας την απόφαση, τις πόρτες των θεάτρων είναι πολύ απλή. Σε ό,τι αφορά την Τέχνη στην Ελλάδα τα τελευταία 45 χρόνια, η Δεξιά έμενε πλήρως απ’ έξω. Σε βαθμό που, τελικά, όταν ήρθε η στιγμή να τεθεί το δάκτυλο επί τον τύπο των ήλων και με τη μόνη ηθογραφική ψυχαγωγία που πραγματικά την αφορά και της αποδίδεται, δηλαδή τα μπουζούκια, να μην τίθεται θέμα για τη ζημία που θα δημιουργούσε στο κοινό καλό, δεν υπήρχε κάποια ένσταση για το τι επρόκειτο να κάνει.

Η θλιβερή αλήθεια είναι ότι εδώ και 45 χρόνια είναι ελάχιστοι εκείνοι οι αναγνωρίσιμοι καλλιτέχνες που δεν ανήκουν στο φάσμα της showbiz και έχουν δηλώσει δεξιοί. Στο χώρο του θεάτρου, δε, είναι πάρα πολύ πιο εύκολο να βρεις ομοφυλόφιλους που, δόξα τω Θεώ και στο πλαίσιο μίας απολαυστικής αξιοκρατίας που έχει περισσότερο να κάνει με τις ικανότητες παρά τις σεξουαλικές προτιμήσεις, απολαμβάνουν το σεβασμό και την αναγνώριση μετά την εξομολόγηση, παρά ηθοποιούς που τάσσονται στο πλευρό της Δεξιάς και που το διατυμπανίζουν. Προσωπικά, πλην του Ρένου Χαραλαμπίδη, δεν έχω μάθει για κάποιον άλλο. Σίγουρα υπάρχουν, ενδεχομένως όσοι ασχολούνται να ξέρουν, πάντως η πληροφορία από τη μεριά του συντάκτη είναι ελλιπής.  

Το ίδιο ισχύει και για το έντεχνο τραγούδι. Δεν υπάρχουν εκείνοι που δηλώνουν θαυμαστές ή ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν όντως υποστηρικτές της. Για να δοθεί μια αναλογία, είναι σαν τους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής. Θα έψαχνες και θα έβρισκες έναν-δύο που θα ομολογούσαν ότι την είχαν ψηφίσει, ενώ εκείνη με ένα τερατώδες διψήφιο ποσοστό θα είχε βγει τρίτο κόμμα πανελλαδικά. Ο αναγνώστης μπορεί να θυμηθεί πόσο επικρίθηκαν οι τοποθετήσεις του Διονύση Σαββόπουλου και οι πολιτικές επιλογές του Μίκη Θεοδωράκη, ακόμα και η τοποθέτηση του Νικήτα Κλιντ, χωρίς, πάντως, ουδείς εκ των δύο να δώσει περαιτέρω αφορμή για να του «καταλογιστεί» δεξιά ιδιοσυγκρασία.  

Θέλοντας και μη, στη χώρα, αυτό δείχνει το κοινό στο οποίο απευθύνεται η τέχνη. Η μόνη αλήθεια που μπορώ να στοιχειοθετήσω ως διαφορά, είναι ότι ο αριστερός καλλιτέχνης πρέπει να θεωρεί πως η πρόσβαση στη δουλειά του πρέπει να είναι καθολική και, ταυτοχρόνως, πως όλοι πρέπει να έχουν λόγο. Δεν έχει σημασία αν έχει συνθέσει το «Βαλς των χαμένων ονείρων» ή τον «Αύγουστο», το δικαίωμα οποιουδήποτε να χαρακτηρίσει κάθε δημιουργία σκουπίδι και να αντιτάξει κάτι άλλο, το οποίο σαφώς και δεν διεκδικεί δάφνες, δεν επιτρέπει στον καλλιτέχνη να νιώθει ελιτιστής ούτε να θεωρεί ότι η κριτική και η αποδοκιμασία προέρχονται από κατώτερα έντεχνα είδη, που δεν αντιλαμβάνονται τη συμμετρία και την αρμονία.

Διότι, αν το κάνει αυτό, δεν υπάρχει κάποια διαφορά με ένα δεξιό καλλιτέχνη, ο οποίος προφανώς, με βάση την κλίση του, θεωρεί ότι η δουλειά του δεν ανήκει σε όλους, δεν γίνεται να αξιολογηθεί και να περιφρονηθεί από όλους και, βέβαια, ενδεχομένως σε καθεστώς έντασης, έχει τη γνώμη ότι δεν κάνει να έχουν την πρόσβαση όλοι σε αυτήν και να γίνεται βορά στην καθημερινή διάθεσή τους και τη γνώμη τους. Το πώς διαχωρίζεται ένας αριστερός και ένας δεξιός καλλιτέχνης με γνώμονα την ψυχαγωγία δεν είναι σαφές ούτε γίνεται να προσδιοριστεί, μια και οι προσλαμβάνουσες και η έμπνευση είναι ίδιες για όλους, πάντως ο αριστερός καλλιτέχνης πρέπει να είναι συμμέτοχος σε όλες τις αναταραχές που μπορεί να προκύψουν για ένα έργο και όχι μόνο στις συζητήσεις με «ειδικούς» και «ομοίους» του, κάτι που απευθείας τον κάνει εκλεκτικό.

Διότι αν ισχύει αυτό, τότε έχει δεξιά ροπή και το να δηλώνει αριστερός είναι μία μουτζούρα, μία ανορθογραφία. Αλλά στον τομέα της τέχνης, στην Ελλάδα, ουδείς δηλώνει δεξιός. Υπάρχουν πολλοί που άμεσα ή εμμέσως πλην σαφώς δηλώνουν αριστεροί και εκείνοι που σιωπούν και αποφεύγουν τεχνηέντως, είτε ως δράση είτε ως αντίδραση, να εμφανίσουν τις προτιμήσεις τους. Ο δεδηλωμένος δεξιός καλλιτέχνης, λοιπόν, σε αυτήν τη χώρα είναι ένα έκζεμα που, όχι η ίδια η τέχνη αλλά, ο χώρος της τον αποβάλλει.

 Έχω πολύ κοντινούς μου ανθρώπους δεξιούς, που είναι σπουδαίοι καλλιτέχνες, έστω και εραστές. Και δεν τους λείπει ρομαντισμός, ελευθεριότητα, όραμα ούτε σημειώνουν... απουσία σε όλα αυτά τα ιδεώδη που πια βαυκαλίζεται η Αριστερά στην Ελλάδα. Αν, βέβαια, υπάρχει όντως Αριστερά.  

Θυμάμαι ότι σε μία από τις τελευταίες παραστάσεις που είδα, επειδή εργαζόταν η φίλη μου η Σοφία σε αυτήν, το θεσπέσιο «Blink», στεκόμουν μαζί με το συγχωρεμένο τον Διονύση Μπουλά και μία δική του φίλη, στην οποία με σύστηνε ως κάποιον που γράφει και κριτικές για θέατρο. Φυσικά, δεν γράφω κριτικές, απλώς κάθομαι και πελεκάω ό,τι νιώθω μέχρι αυτό να βγάλει ή να μη βγάλει κάποιο νόημα. Ο Διονύσης μού είπε «αυτό δεν έχει σημασία», δηλαδή η άγνοιά μου, μόνο που έχει. Διότι θα μπορούσα να έχω κάνει μία κακή κριτική και τότε να μου αποδιδόταν η προφανής έλλειψη θεατρικής καλλιέργειας. Μάλιστα, έκανε λόγο για μία κοπέλα με κακή κριτική, μόνο που, επειδή ήταν τόσο αγαθό και ειλικρινές παιδί, έσπευσε να σημειώσει, «πρέπει να πω ότι ξέρει από θέατρο».

Κινούμαστε, λοιπόν, σε αριστερά συννεφάκια και ο κλάδος των τεχνών στο επίπεδο που θεωρούνται κουλτούρα κάνει μόνο για σκληροπυρηνικούς και επαναστάτες και όχι για μετριοπαθείς. Αυτός ο κύκλος που άνοιξε στη συγκεκριμένη πολιτιστική διάσταση δέχθηκε πολύ κόσμο για ελάχιστες θέσεις εργασίας. Είναι κλασικό το ανέκδοτο: -Τι δουλειά κάνεις; -Είμαι ηθοποιός. -Τέλεια! Και σε ποιο μπαρ δουλεύεις; Ταυτοχρόνως, έθεσε τους κανόνες της δημόσιας τοποθέτησης και της πνευματικής εκδήλωσης, που ήταν συνώνυμο της πολιτικής. Σε αυτό το πλαίσιο της απόρριψης, θα έπρεπε κάποιος να είναι πάρα πολύ ώριμος, σχεδόν αναίσθητος, για να νιώθει ότι χρειάζεται εκείνον που κατά κανόνα τον υποτιμά και τον εξευτελίζει. Θα ήταν ιδανικό για μία κυβέρνηση να το κάνει. Αλλά αν ξέρουμε ένα δύο πράγματα (τα οποία μάθαμε με τον πλέον χυδαίο τρόπο, παραδείγματος χάρη τη μνημειώδη κωλοτούμπα έπειτα από ένα δημοψήφισμα), είναι ότι δεν μπορούμε να στηριζόμαστε στη σοφία οποιασδήποτε κυβέρνησης. Είναι μάταιο και γίνεται, αν συνεχίσουμε να εθελοτυφλούμε, εγκληματικό. Καθένας που ψάχνει για μεστότητα, ας την προσδώσει στον εαυτό του.

Για πολλές δεκαετίες, η τέχνη δεν έπαιζε τη Δεξιά. Έφτασε η ώρα τώρα, με την αφορμή, σε αυτήν την περίπτωση, μιας πανδημίας, η Δεξιά να μην παίζει την τέχνη. Ασχέτως αν αναγκάστηκε, ξανά, να κλείσει και τα μαγαζάκια που φαινομενικά της ταιριάζουν και να απογοητεύσει τους κλάδους που την στηρίζουν. Μοιάζει με κάτι που θα κάναμε όλοι μας. Όσον αφορά στην πνευματική ζημία; Είναι το κόστος που θα πρέπει να πληρώσουμε. Κι αν ο Πολιτισμός και η Τέχνη συνεχίσουν να λειτουργούν, καλά θα κάνουν να αποφασίσουν να δώσουν χώρο σε όλους, δίχως να είναι επικριτικοί προς τα φρονήματά τους.

Αυτό θα ήταν το πιο αριστερό πράγμα που θα μπορούσαν να κάνουν.

Η Τέχνη δεν «παίζει» τη Δεξιά Η Τέχνη δεν «παίζει» τη Δεξιά Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 11:36 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.