Το βάδην

 


Αν φανταστεί κάποιος τον Φειδιππίδη να τρέχει για να μεταδώσει το άγγελμα της νίκης, την προφητεία του Πάνα, αν βρεθεί δηλαδή στη διάρκεια της πορείας του, ειδικά τη στιγμή που επιστρέφει από τον Μαραθώνα για να αναγγείλει την επικράτηση εναντίον των Περσών, θα μπορούσε ενδεχομένως να παρατηρήσει ξεκάθαρα στην πορεία του όλα εκείνα τα στοιχεία που την έκαναν μοναδική και ανθρώπινη.

Η καταγραφή του Λουκιανού, ότι ξεψύχησε αμέσως μετά την ανακοίνωση, θα μπορούσε να είναι ένα δείγμα. Ο Φειδιππίδης είχε κάνει σε δύο μέρες 220 χιλιόμετρα, προκειμένου να διαμηνύσει στους Σπαρτιάτες ότι οι Αθηναίοι ζητούν τη βοήθειά τους, επέστρεψε και πήρε μέρος στη Μάχη του Μαραθώνα. Από εκεί, μετά την επιβολή των αμυνομένων, έφυγε με προορισμό την Αθήνα, όπου επρόκειτο να αναγγείλει την περιφανή νίκη. Μόλις το έκανε, ξεψύχησε.

Ανεξαρτήτως αν συνέβησαν τα γεγονότα κατά αυτόν τον τρόπο, αφού υπάρχουν παραλλαγές στην ιστορία, η επιμονή στην κύρια καταγραφή βοηθάει στην οικονομία της εργασίας. Ο αγγελιαφόρος των μεγάλων αποστάσεων, βιώνοντας τη φθορά της μάχης, απνευστί παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Πρέπει να θεωρηθεί ότι κυριεύεται από υπερένταση, μία κατάσταση που στο λεκτικό πεδίο αναδεικνύει την τεθλασμένη οπτική της πραγματικότητας. Ο Φειδιππίδης είναι αναγκασμένος να διανύσει 42 χιλιόμετρα και κάτι ψιλά, όμως έχοντας χάσει την επαφή με την απόσταση και κυριευμένος από εξωτικά συναισθήματα, δεν μπορεί να δρομολογήσει την τακτική του. Η αίσθηση του δρόμου που θα διανύσει χάνεται. Εκτός των άλλων, είναι βιαστικός, σαν κάποιος που πρέπει να φτάσει γρήγορα στον προορισμό του διότι φοβάται ότι αν δεν το κάνει, δεν θα βρει άλλον εκεί.

Με αυτόν τον τρόπο εξυφαίνεται ο ιστός της ειμαρμένης. Ο Φειδιππίδης είναι έμπειρος δρομέας, ωστόσο βρίσκεται σε έκσταση. Η αυτοπεποίθησή του βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο και τρέχει ανεμπόδιστα ένα δρόμο θριάμβου. Μπορείς σχεδόν να τον δεις, κουβαλώντας την εξάρτυσή του ή ακόμα και φορώντας την, να τρέχει όσο πιο γρήγορα γίνεται από τα πρώτα μέτρα. Περίπου μετά το πρώτο δεκάρι πιθανολογείται ότι έρχεται η πρώτη κρυάδα, όταν αντιλαμβάνεται ότι η απόσταση δεν είναι τόσο μικρή όσο την φανταζόταν. Στα 20 χιλιόμετρα έχει ελαττώσει ταχύτητα, στα 30 πια ξεμένει από δυνάμεις, το ρεζερβουάρ του αδειάζει. Οι παραισθήσεις από τον πόθο, όμως, έχουν καταλάβει τον εγκέφαλό του. Η έξη γίνεται δεύτερη φύση, συνεχίζει να τρέχει, προσπαθεί να υπερκεράσει τις δυνατότητές του. Τον φανταζόμαστε, αν επιθυμούμε, φτάνοντας στην Αθήνα, να τρεκλίζει. Πια τα πόδια του δεν τον βαστούν. Τα βήματά του χάνουν τη δυναμική τους. Έχει αδειάσει από γαλακτικό οξύ και μένει έρμαιο, με μόνο «εξοπλισμό» τη φυσική αντοχή του. Πια περπατάει. Ο Φειδιππίδης φτάνει στον προορισμό του έχοντας αφήσει στο δρόμο και την τελευταία ρανίδα του αίματός του. Τα πόδια του γυρίζουν προς τα μέσα. Είναι έτοιμος για κατάρρευση. Προσομοιάζεται με το στιγμιότυπο στο Ολυμπιακό Στάδιο του Λος Άντζελες και τον τερματισμό της Γκαμπριέλε Άντερσεν, μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές όχι μόνο της αθλητικής ιστορίας, αλλά του είδους. Αν η εξέλιξη έρχεται μέσα από το αφόρητο, η γυναίκα που τερμάτισε τελευταία στον πρώτο Μαραθώνιο Γυναικών, το 1984, της έδωσε υπόσταση και σημείο.

Τούτη η εικόνα ασφαλώς και αφήνει πολλά κενά για τη «γέννηση» του βάδην. Η επιθυμία για την ανάπτυξη των λόγων που υπάρχει ως σπορ έρχεται μαζί με την ίδια την ανάγνωση. Η ερώτηση, σε μια παραδοξότητα όχι πρωτοφανή, ήρθε στο κομβικό σημείο μιας κατάστασης με δραματικά στοιχεία, τα οποία γίνεται να προσδιορίζονται με την απλή επιγραφή «Μάχη Συναισθημάτων».

Γι’ αυτό κιόλας, για να γίνει εφικτό να υπάρχει μια ατμόσφαιρα που να παραπέμπει στην υπεράσπισή του ως ολυμπιακού σπορ, η προλογική ανάλυση γίνεται δίκην περπατήματος. Επί εξαετία περιπατητής, αριθμητικά αυξανόμενων αποστάσεων κάθε έτος, την τελευταία διετία προσπαθώ κατά τη διάρκεια της κίνησης να τοποθετώ το ένα πόδι μου μπροστά από το άλλο, δηλαδή να μη δημιουργούν τα πόδια άνοιγμα και να μη φτιάχνουν γωνία. Η ουσία του βάδην έγκειται στην πειθαρχία του δρομέα: Τα χέρια δεν είναι κάτι άλλο από βοήθημα ώστε να υπακούουν στο σκληρό κανονισμό που αναφέρει ότι το ένα πόδι πρέπει να πατάει στο έδαφος ανά πάσα στιγμή. Κι έτσι υπερτονίζεται η διαφορά: το βάδισμα είναι άλλο από το περπάτημα. Μαζί με την αυστηρότητα της κίνησης ελλοχεύει και η γλυκύτητα του ατενίζειν. Εκείνος που περπατά, προβαίνει σε μεμονωμένη πράξη. Εκείνος που βαδίζει, ατενίζει, έχει ήδη θέσει μια μακρόχρονη στόχευση ή το αντίθετό της, είναι σκεπτόμενος. Η μακρά απόσταση που πρέπει να διαβεί ο αθλητής στο βάδην φανερώνουν την πνευματική και τη σωματική ισορροπία του και ίσως είναι ένα ρέκβιεμ προς τους περιπατητές του Αριστοτέλης, που προδόθηκαν από τους δειπνοσοφιστές και μαζί τους εκτέθηκε ανεπανόρθωτα όλη η φιλοσοφία.

Ο βαδιστής είναι πλανήτης, δηλαδή πλανάται, ακολουθώντας, όμως, στον αθλητικό κόσμο, μια προκαθορισμένη τροχιά. Τούτο, βεβαίως, υπάγεται στους αθλητικούς νόμους. Ο βαδιστής του δρόμου, αυστηρός στην κινησιολογία του, περπατά ακαθόριστα για να συναντήσει τον άγνωστο προορισμό του. Το βάδην, ένα σπουδαίο αγώνισμα αντοχής, ευφυΐας και συγκρότησης, δεν τίθεται εν αμφιβόλω. Οι αποστάσεις των 20 και των 50 χλμ. απλώς διανθίζουν την ολυμπιακή μυθολογία και το καθιστούν εν εκ των θεμελίων των μακρών διαδρομών.

Το βάδην Το βάδην Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 11:00 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.