Άλλο ένα κείμενο για τον Τζορτζ Φλόιντ


Η κουβέντα για την ευθύνη.

Το μοίρασμα. Ποιος θα αναλάβει τι.

Ο ένας, διεφθαρμένος λογικός μεσήλικας. Ένα είδος που αναγνωρίζει την πρόοδο, αλλά δεν μπορεί να την φέρει. Ο άλλος, μία αεικίνητη νεαρή, που φέρνει την πρόοδο,μ αλλά δεν μπορεί να την αναγνωρίσει.

Το μοίρασμα. Ποιος φταίει.

Συζητούν για το ίδιο πράγμα. Ακούγονται σαν να μιλούν για κάτι διαφορετικό. Ο ένας, μιλάει για τους νεκρούς στις ελληνικές θάλασσες. Ο άλλος, για τις ακροδεξιές κυβερνήσεις που φόρτωσαν τις ελληνικές θάλασσες ανθρώπους.

Ο ένας δεν θέλει να το ακούσει καθόλου. Ο άλλος αναρωτιέται, για ποιον λόγο. Αφού είναι το αυτονόητο. Δεν μπορείς να αναλάβεις την ευθύνη για κάτι που δεν ήθελες να κάνεις.

«Ναι, αλλά οι άνθρωποι πεθαίνουν».

Μπορείς να το καταλάβεις. Ευθύνεται εκείνος που έχει την απώλεια. Εκείνος που χάνει τον άνθρωπο. Παρ’ ότι από αυτά που ξέρεις, από τα στοιχειώδη μαθηματικά που έχεις αποθηκεύσει, δεν μπορούν να χωρέσουν έξι σε ένα σπίτι 20 τετραγωνικών.

«Ναι, αλλά πνίγονται».

Τότε ξεκινάς να νιώθεις κάπως περίεργα. Υπάρχει στην έκθεση της γενναιόδωρης ανάληψης του φταιξίματος κάτι πολύ λάθος. Η εκφορά του λόγου για το κυνήγι του αδύνατου και την αποκλειστική ανάληψη όποιας τραγωδίας ασκεί μια περίεργη έλξη. Όχι για αυτό καθαυτό, όσο για την υπαρξιακή. Βορβορυγμοί ακούγονται μέσα από το κεφάλι. Το μωσαϊκό τραντάζεται από το σεισμό και στραβώνει στο τοίχωμα. Το σχήμα και τα σχέδια παραμένουν ίδια, αλλά η θέση έχει αλλάξει -και δεν είναι ανεπαίσθητο.

Δεν πρόκειται για πολιτική άποψη. Είναι το άπλωμα του ανθρωπισμού. Ενός ανθρωπισμού που, ας το ομολογήσουμε, τον χάνουμε από τη στιγμή που ψάχνουμε να βρούμε ποιος φταίει. Μίας κατάστασης που με τις δειπνοσοφιστείες έχει αποχωριστεί την ίδια την ουσία της, το αυθύπαρκτό της. Η διαίρεση είναι εξ ορισμού προβληματική, όταν συμβαίνει κάτι τόσο παράλογο. Οι δειπνοσοφιστές σπέρνουν την αμφιβολία, ως δικαίωμά τους. Κι έτσι, αυτό που συμβαίνει είναι ότι δεν βρίσκουμε, σε αυτήν την κατάσταση η οποία διαρκώς αλλοιώνεται, όσο περισσότεροι την λερώνουμε με τα βρομοδάχτυλά μας τόσο γρηγορότερα, το δρόμο για να διατηρήσουμε τη στήριξή μας στο αδύνατο.

Μαντεύω ότι ο θλιβερός μεσήλικας επένδυσε το χρόνο του στο καταστάλαγμα. Από διάσπαρτα στοιχεία, έβγαλε ένα συμπέρασμα που θεώρησε πλήρες. Επένδυσε στην πληροφόρηση για να μπορεί να αποκτήσει μια περιμετρική άποψη. Στην ούγια, καθισμένος, βρήκε στην αλληλουχία την αρμόζουσα διαδρομή. Την άνεση να εξάγει το βιτριολικό συμπέρασμα ότι είναι το υποχείριο ανεξέλεγκτων από μέρους του καταστάσεων, που τον καθιστούν σχεδόν αντικείμενο. Άψογα. Δίκιο-βουνό. Αλλά πότε ακριβώς άρχισαν όλα να πηγαίνουν στραβά; Πότε σταμάτησε να υπερασπίζεται το αληθινό καλό, μόνο και μόνο επειδή ήταν αδύνατον να αποδειχθεί σωστό;

Τώρα ξεψαχνίζει το μυαλό του. Με όλη τη δύναμη του κορμιού του, γέρνει και τεντώνει το χέρι του για να βρει εικόνες από το παρελθόν, από τον αισθητά μειωμένο σε χωρητικότητα, φρεσκάδα και ελαστικότητα, διανοητικό δίσκο του. Αναζητά εικόνες που τον δείχνουν να βρίσκεται σε εκείνη την ημιάγρια κατάσταση, που οτιδήποτε δεν εκφράζεται για το απόλυτο καλό, όχι απλώς δεν είναι αρκετό, όχι απλώς μπορεί να είναι λάθος, αλλά γίνεται να χαρακτηριστεί εγκληματικό. Πότε έχασε αυτήν την αίσθηση καλοσύνης; Ήταν μόνο τα γεγονότα, ένας λανθασμένος δρόμος που πήρε, ή μήπως επιτηδευμένα βρήκε τον τρόπο, μέσα από ψαγμενιές, να αποχαρακτηρίσει την ίδια την ύπαρξη και το σκοπό της;

Δεν απασχολεί το μεσήλικα τι είναι σωστό τώρα. Μόλις πέρασε από δίπλα του ένας κουρασμένος άνθρωπος, τυλιγμένος σε ένα πάπλωμα. Στο μικρό τραπεζάκι υπάρχουν μπεκρής μεζές, πατάτες φουρνιστές και δύο λαχταριστά, ως εικόνα, πλαστικά ποτήρια γεμισμένα με χρυσή μπύρα. Ο τύπος περπατάει δίπλα του και τον κοιτάζει. Ο μεσήλικας παίζει την ίδια αντίδραση: σηκώνει το κεφάλι ψηλά, το αρνητικό νεύμα κυριαρχεί στο πεδίο. Ο κουρασμένος άστεγος δεν έχει πρόσωπο. Είναι τα πρόσωπα όλων. Ο μεσήλικας δεν μπορεί να ξεχωρίσει. Ο μεσήλικας δεν θέλει να ξεχωρίσει. Δεν είναι ένας από όλους. Είναι όλοι. Ένα πρόσωπο.

Αυτή η πράξη δεν αξιολογείται, ως δικαιωματική. Δεν πρόκειται για καθήκον. Αλλά ίσως είναι το γρήγορα μαραμένο άνθος της σήψης που διάγει. Της σήψης που τα λογικά συμπεράσματα δημιούργησαν.

Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Το παιχνίδι έχει μόνο χαμένους. Δημιουργήθηκε, απλώς, με αυτήν την αίσθηση της απώλειας, το να κάνεις λάθος επειδή δεν βλέπεις άλλον ευδιάκριτο δρόμο προς αυτό που εσύ θεωρείς σωστό και απλώς είναι απέραντα ανθρώπινο. Άρα, υπό περισσότερες από μία έννοια, αδύνατον. Σε κάποιον που λέει, «οι άνθρωποι πνίγονται και φταίω εγώ», οι ερωτήσεις είναι περιττές. Ούτε γιατί φτάσαμε ως εδώ ούτε γιατί δεν έχουμε βοήθεια ούτε γιατί γίνεται πόλεμος. Ούτε γιατί διακινούνται, από γενιά σε γενιά, οι δίχως ισχυρό υπόβαθρο και τυχαίες σπερματοζωαριακές αντιλήψεις. Το μαζοχιστικό «φταίω», μία άποψη καταφανώς μακριά από το στόχο, εμπεριέχει αυτήν την ψευδαισθητική ευθύνη για πράγματα που δεν έπρεπε καν να γίνουν. Είναι άκρον άωτον. Αλλά είναι αυτό που χάθηκε στην πορεία. Αυτό που, εν τέλει, ο μεσήλικας δεν ξέρει αν είχε ποτέ. Αν η διαπίστωση, στην απλότητα, ου μην και στην απλοϊκότητά της, κάποια στιγμή, σε ένα μακρινό παρελθόν, τουλάχιστον καταστατικά, τον είχε παρακινήσει.
Άλλο ένα κείμενο για τον Τζορτζ Φλόιντ Άλλο ένα κείμενο για τον Τζορτζ Φλόιντ Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 6:44 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.