Γιατί δεν μου απάντησε η Φωτεινή



Τω καιρώ εκείνω, που έκανα ρεπορτάζ υγρού στίβου στον Ολυμπιακό, είχα κανονίσει συνέντευξη με μία πολίστρια, από τα βασικά στελέχη της ομάδας. Μπορεί η τσέπη να ήταν ανάλαφρη, μια και το εγχείρημα πάνω στο οποίο εργαζόμουν ήταν μία εκδοτική αποτυχία σε ό,τι αφορά τις συμφωνίες με τους εργαζομένους αλλά και τη ματαιοδοξία η οποία περιφερόταν ακριβώς λόγω της ύπαρξης της εφημερίδας, αλλά παρ’ ότι κοίταζα το δείκτη της βενζίνης όπως ο αστυνομικός τον Μάικλ Μάντσεν λίγο πριν του κόψει το αυτί στο «Reservoir Dogs», η δουλειά ήταν γαμώ.

Η υδατοσφαίριση ήταν εντυπωσιακή, η κολύμβηση είχε ήρωες, ανθρώπους που επειδή είχαν πιάσει το νόημα της μοναξιάς δεν έκαναν κάτι περιττό, και μακριά από τα λιμνάζοντα ύδατα του ποδοσφαίρου, κυρίως, μίας κατάστασης εξ ορισμού σηπτικής μια και ήταν μαζική υπόθεση, η φάση εξελισσόταν με τα άγχη της, τις γκάφες της, ορισμένες επιτυχίες, πάντως υπήρχε αυτό που από μικρό παιδί φανταζόμουν ότι θα υπήρχε, ακόμα κι αν, βεβαίως, δεν ήταν τόσο μεγαλειώδες. Δεν ήταν επειδή δεν θα μπορούσε. Οι Δευτέρες του Νοέμβρη είναι πάντα Δευτέρες, ο Νοέμβρης είναι πάντα Νοέμβρης και η ζωή ακριβώς τότε συνεχίζεται. Τότε χρειάζεται.
Long story shorter, έστειλα μήνυμα ότι όδευα προς τον τόπο της συνέντευξης. Η κοπέλα με κάλεσε στο τηλέφωνο έντρομη. Είχε ξεχάσει τη συνέντευξη.

Τώρα, αυτό είναι σημαντικό, έτσι δεν είναι; Μπορεί να πληγώσει την υπόστασή σου, να φανεί ότι δείχνει ασέβεια προς τη δουλειά σου, ότι δεν την απασχολεί, ότι δεν την εκτιμά. Κι από την άλλη, ενώ μπορεί να ισχύουν όλα αυτά, έχει πλάκα. Διότι ακριβώς εκείνη τη στιγμή, που το υπερεγώ σπρώχνει το εγώ με μεγάλη επιμονή πάνω στον τοίχο που ήδη στέκεται, είναι καταπληκτικό ότι το ξέχασε. Ότι δεν την ένοιαζε τόσο ώστε να το θυμάται. Ότι αν και το κανόνισε, μία πράξη που δείχνει ούτως ή άλλως σεβασμό, αυτόφωτα, και δεν αναιρείται από το τι συνέβη μεταγενέστερα, δεν του έδωσε σημασία, διότι ήταν προσηλωμένη σε κάτι άλλο: στο ίδιο το παιχνίδι, στην προπόνηση, στη δική της περίπτωση στη σύγκρουση με το σύμπλεγμα κατωτερότητας που δεν την άφηνε να δει ό,τι έβλεπαν οι υπόλοιποι, οι οποίοι ήταν ειλικρινείς λέγοντας ότι την είχαν περί πολλού και ότι επρόκειτο για ταλέντο με τεράστιες ικανότητες.

Η συνέντευξη έγινε, κάποιες μέρες αργότερα, αλλά ήταν ούτως ή άλλως απολαυστικός ο τρόπος με τον οποίο δήλωσε προδομένη από τη μνήμη της. Αυτή η πράξη ήταν που ανασύρθηκε όταν κατάλαβα ότι η Φωτεινή Παπαλεωνιδοπούλου δεν θα απαντούσε στο μήνυμά μου, ένα αίτημα να μιλήσουμε για την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Το σωστό ήταν να μιλήσουμε για την τελετή λήξης. Πάντως, ο δαίμων του πνευματικού τυπογραφείου μού υπαγόρευσε να ρωτήσω για την τελετή έναρξης.

Η Φωτεινή είναι μία νεαρή κυρία. Το όνομα δεν είναι απαραίτητο να θυμίζει κάτι ούτε καν η φυσιογνωμία. Πριν 15 χρόνια, πάντως, ήταν εκείνη που έσβησε τη φλόγα των Ολυμπιακών Αγώνων. Την είχε βρει ο Δημήτρης Παπαϊωάννου από μία φωτογραφία, όταν ζήτησε να δει παιδιά που έμεναν στα Παιδικά Χωριά ΣΟΣ και όταν την αντίκρισε του θύμισε Ελλάδα. Μάλιστα, της είπε ότι το οξύμωρο σχήμα, να την λένε Φωτεινή και να ήταν εκείνη που θα έσβηνε τη φλόγα, τον συνάρπασε.

Αυτή η άρνηση, που προέκυψε από τη σιωπή και αργότερα, όταν ζήτησα συγγνώμη για το γεγονός ότι έμπλεξα την τελετή έναρξης με εκείνη της λήξης, μέσω της επιβεβαίωσης που δεν επιδεχόταν αμφιβολία, είναι μία αρκετά ευχάριστη κατάσταση. Νομίζω ότι οι άνθρωποι που ζητάω να μου μιλάνε πρέπει να μου μιλάνε: θα μπορούσα να γράψω κάτι καλό, χωρίς ντε και καλά να πρόκειται για αγιογραφία. Από την άλλη μεριά, η δημοσιογραφία είναι μία μέθοδος που περισσότερο από επαγγελματίες δημιουργεί ανθρώπους που έχουν φορτωθεί, για το καλό και το κακό, ένα χαρακτηρισμό. Που, από τη μεριά του, αντανακλά στο δέκτη αναλόγως της εμπειρίας του.

Από ό,τι γίνεται αντιληπτό, η εμπειρία της Φωτεινής σε τέτοιου είδους έκθεση δεν είναι ευχάριστη. Η ίδια, συμβολίζοντας την εικόνα της αθανασίας και μίας αδιόρατης μελαγχολίας, σε σημείο που όταν φυσάει τη φλόγα και ακούγεται στα αγγλικά «ελπίζω να σε δω ξανά», τελειώνει ένα υπέροχο όνειρο, έκανε την υπέρβαση στη ζωή της. Ήδη, θα μπορούσε να έχει πατήσει σε εκείνη τη στιγμή στα 10 της και να έχει επενδύσει πάνω της. Αντιθέτως, σπούδασε βιολογία και ήταν τόσο καλή, που πήρε πλήρη υποτροφία για ένα πρόγραμμα Μοριακής Βιολογίας στο πανεπιστήμιο Watson. Έπειτα, στη Νέα Υόρκη διέπρεψε σε βαθμό που από τον Ιούνη του 2017 βρίσκεται στην ομάδα του καθηγητή Αντριαν Κράινερ, στο Cold Spring Harbor Laboratory –ένα από τα κορυφαία ερευνητικά κέντρα στη μοριακή βιολογία και γενετική– μελετώντας πώς μπορεί να διορθωθεί ένας μηχανισμός που τροποποιείται σε γενετικές ασθένειες και στον καρκίνο.

Κι αυτό είναι το θαυμάσιο. Ανέκαθεν, θεωρούσα επικίνδυνο να διαχειριστείς μια φήμη που ενδεχομένως σε συνόδευε στα παιδικά ή τα εφηβικά χρόνια σου, κατά το έμπα στην ενήλικη ζωή. Η Φωτεινή όχι απλώς το έκανε, αλλά διαπρέπει σε εντυπωσιακό βαθμό, χωρίς να την αφορούν τα γήινα. Κάπου εκεί συνήλθε, μετά την ατυχή και μάλλον αθέλητη είσοδό της στην ελληνική σόουμπιζ. 

Νομίζω ότι κάτι τέτοιο είναι που την αποθαρρύνει πλέον να μιλήσει ακόμα και για την τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Δεν πρόκειται, βεβαίως, για ματαιοδοξία, όσο για τη βαθιά διαπίστωση ότι ίσως είναι χαμένος χρόνος και ότι τα πραγματικά σημαντικά έπονται. Κι αν είχε μιλήσει κάποια στιγμή, δεν είχε αντιμετωπίσει ακόμη εκείνη τη φθορά, η οποία μπορεί να είναι αποπροσανατολιστική και να οδηγεί σε σήψη. 

Έτσι, καμιά φορά, σκέφτομαι ότι αυτό είναι το σημείο που δεν θα με κάνει το δημοσιογράφο που ονειρευόμουν ότι θα γίνω. Να προτιμώ να μη μου μιλήσει κάποιος, ακόμα κι αν δεν φταίω, επειδή φαντάζομαι ότι η πρώτιστη αξία του είναι να κρατήσει την ακεραιότητά του και να συνεχίσει να κυκλοφορεί εκείνη η διάσταση του εαυτού του που βολτάρει στο ηθικό σύστημα ούσα ανερυθρίαστη.

Γιατί δεν μου απάντησε η Φωτεινή Γιατί δεν μου απάντησε η Φωτεινή Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:30 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.