Μία λερωμένη ποδιά



Νομίζουμε ότι είμαστε το ξενοδοχείο του κόσμου και οι κακοί είναι εκείνοι που δεν βρίσκουν δωμάτιο να νοικιάζουν. Αυτό συμβαίνει μερικές φορές.
Τις υπόλοιπες υποφέρουμε από την πραγματικότητα, από τις λίγες ώρες, τις ατέλειωτες ώρες, το κλάμα του μωρού, το δίευρο που λείπει. Είμαστε, όπως λέει η καρδιακή φίλη μου, γυφτοπρόξενοι.

 Δεν υπάρχει, στ’ αλήθεια, ερώτηση για το αν τίθεται ζήτημα στην υποθετική πραγματικότητα της λήψης σύνταξης της νεκρής από χρόνια μητέρας σου. Στην περίπτωση που όσοι έβρισκαν πορτοφόλια και ταυτότητες στο δρόμο τις επέστρεφαν στα αστυνομικά τμήματα, κανένα από αυτά τα γεγονότα θα έπαιζε σε δελτίο ειδήσεων και ουδείς προσδιορισμός με βαρύγδουπες εκφράσεις, του στυλ «υπάρχει ελπίδα», θα το συνόδευε. Ούτε, βεβαίως, αναμένεται να κριθεί η ηθική υπόσταση κάποιου από το ότι έκανε μία παράλειψη που το 95% των ανθρώπων, που δεν την πράττουν (για την ακρίβεια, δεν δεν την πράττουν), διακατέχεται από το φόβο της αποκάλυψης της παρανομίας. Είμαστε μεγάλοι άνθρωποι, τέλος πάντων προσπαθούμε. Ξέρουμε ότι οποιαδήποτε ροπή σε ένα δημαγωγή, οποιαδήποτε αντικαθεστωτική προσωρινή εξάρτηση, είναι η προσπάθειά μας να βουτήξουμε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες που, οι κακομοίρηδες, θα κάναμε. Οπότε, μια και η Μυρσίνη Λοΐζου είναι το προκείμενο, στο συγκείμενο δεν έχει να της προσαφθεί κάτι στ’ αλήθεια αρνητικό. Λογιζόμενοι τις πιθανότητες, μόνον, της προσάπτουμε κάτι που δεν θα κάνουμε επειδή δεν πρόκειται να βρεθούμε ποτέ στη θέση της.

Ξέρετε, όμως, ποιο είναι το πραγματικά στενάχωρο; Της Μυρσίνης η ποδιά. Τα τραγούδια του μπαμπά της, Μάνου Λοΐζου, όσο νοηματικά κι αν είναι, είναι ταυτοχρόνως και παιδικά. Η φωνή του Μάνου Λοΐζου είναι το καθησυχαστικό σάουντρακ της γενιάς μου. Δεν χρειαζόταν να ξέρεις τι δηλοί ο «Δρόμος» ή το «Ακορντεόν», για να νιώσεις, να αισθανθείς αυτήν την αγαλλίαση που η φωνή του, σαν την κρέμα του γαλακτομπούρεκου, έφερνε. Ακούγοντας τον Μάνο Λοΐζο να τραγουδάει, βρίσκομαι στην οδυνηρή θέση να συναισθανθώ την ντροπή για αυτά που (ήξερε;) ότι θα φέρει το μέλλον, τη μοναχικότητα, ένα δρόμο δύσβατο, που δεν ήταν δική του απόφαση να πάρει. Απλώς περπατούσε και όταν κοίταξε πίσω, οι σύντροφοι με τους οποίους ξεκίνησε, δεν είχαν απλώς απομακρυνθεί αλλά, είχαν εξαφανιστεί, σαν να μην υπήρξαν ποτέ.

Κι αυτής της Μυρσίνης η ποδιά, Παναγία μου, πόσο στενάχωρη έχει γίνει τώρα. Από τη μύτη ξεκινάει το δάκρυ, στη μύτη σταματάει. Λίγο πριν μοιραστεί στη μεσοτοιχία από τα φρύδια και φτάσει στα μάτια. Ήταν αναγκαίο, αφού η ανθρώπινη φύση είναι τέτοια, να δαπανηθεί αυτή η ποδιά; Θρησκευτικά μιλώντας, όχι με την επιθυμία να αλλάξει ο κόσμος, αλλά με την ανθρώπινη παραδοχή στην προσευχή, ήταν αναγκαίο να διεισδύσουμε σε όλη αυτήν την πληροφόρηση, που δεν διασύρει έναν άνθρωπο, αλλά στιγματίζει ένα από τα πιο ρομαντικά σύμβολα του πεντάγραμμου, μίας κοπέλας που είναι πρώτα περίγραμμα και έπειτα άνθρωπος; Και που δεν μας ένοιαξε ποτέ που ήταν άνθρωπος, γιατί δεν τον πήραμε ως άνθρωπο, όχι λόγω ικανοτήτων αλλά λόγω του πελώριου κληροδοτήματος που δεν μπορούσαμε να ανιχνεύσουμε στις σχολικές χορωδίες; Δεν είναι λίγο θλιβερό που αναγκαζόμαστε να αποχαιρετήσουμε αυτήν την Παναγιά που ο ίδιος ο στωικός πατέρας της, άρρητα, έθεσε γονατιστός και με αγάπη ανομολόγητη, απερίφραστη και στην τελική ανεξήγητη, στο αθώο παιδικό πρόσωπο, που απλώς ζητούσε να του ρουφήξει, μόνο με την ύπαρξή του, τα βάσανά του και τις ανησυχίες του;

Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι χειρότερο και πιο σκανδαλώδες από αυτήν τη συγκεκριμένη διακόρευση.
Μία λερωμένη ποδιά Μία λερωμένη ποδιά Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 2:30 AM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.