Η Νονά της κωμωδίας



Δεν κομίζονται γλαύκες στην Αθήνα αν υπογραμμιστεί ότι ο ελληνικός κινηματογράφος, τουλάχιστον εντός των συνόρων, χρειάζεται συνολικό ρεκτιφιέ.
Οι παραγωγές είναι φθηνές, οι μέρες είναι λίγες και, όπως συμβαίνει σε πολλές δουλειές με εμβέλεια, τις οποίες οι άνθρωποι προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανές, οι σκηνοθέτες, οι ηθοποιοί και οι παραγωγοί λειτουργούν ως καμικάζι και αναπτύσσουν το χαμαιλεοντισμό τους: πρέπει να κάνουν πολλά πράγματα, τα οποία δεν έχουν δικαίωμα να αρνηθούν και είναι απαραίτητο να τα κάνουν καλά. Ιδιαίτερα με την ταχύτητα την οποία βιώνουμε, ακόμα και οι τεμπέληδες, την καθημερινότητα, η προσωπική κρίση βγαίνει απνευστί και πρέπει να είναι επιγραμματική.

Το αυτό, βεβαίως, ισχύει και στο ελληνικό θέατρο. Ωστόσο, η διαφορά είναι ειδοποιός: το θέατρο για τον ηθοποιό αποτελεί το έναυσμα ψυχικής ανάτασης. Είναι συντριπτική η πλειοψηφία εκείνων που, όταν ρωτούνται τι προτιμούν, το διαλέγουν δίχως δεύτερη σκέψη. Έχει παρατηρηθεί ότι όλα τα λειτουργήματα, που εξ ορισμού κινούνται αριστερόστροφα, αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα, ιδιαιτέρως σε εποχές διαφοροποιημένες από αυτό που λογίζεται εύρυθμη λειτουργία μία αναπτυγμένης κοινωνίας. Όστις κρατεί την οικονομική μπαγκέτα, μπορεί να βασιστεί στο φιλότιμο και το καλώς και το κακώς εννοούμενο ψώνιο, το οποίο ενδέχεται να είναι από ψυχικό κενό έως απλή παράθεση ανδραγαθημάτων, να… αριστερέψει, μιλώντας για ομοιογένεια και αλληλεγγύη, να ζητήσει να βάλουν πλάτη οι υπάλληλοί του και μετά, ως αποικιοκράτης, να βάλει τα χρήματα των υπάλληλων, τους οποίους έχει πείσει ότι δεν έχει μία, στην τσέπη. Το συναίσθημα δεν είναι δύσκολο να μετατραπεί σε εμμονή. Ο άνθρωπος, όσο ελεύθερος νιώθει μέσω της κατάστασης δημιουργικότητάς του, τόσο υποδουλώνεται και γίνεται υποχείριο σε εκείνους που έχουν δυνατότητα, με καθαρή σκέψη, να επωφεληθούν από αυτό. Το στοιχείο της μονομανίας και η έλλειψη ποικιλίας στις επιλογές πρέπει να ληφθούν υπόψιν. Και το παιδικό «όταν τρώμε δεν μιλάμε» είναι μία αλήθεια, που εκτείνεται περισσότερο από το στενό νόημα που της έχει αποδοθεί. Εφόσον από το φαγητό δημιουργείται η βρώση, το βρώμικο, το γούστο αφορά στη γεύση πρωτίστως, όχι ως έννοια, αυτήν τη φορά, αλλά ως ρίζα. Το λατινικό gustus, από το οποίο η λέξη σμιλεύθηκε για να αποκτήσει την τελική (μέχρι την επόμενη;) σημασία της, σημαίνει γεύομαι, δοκιμάζω. Είναι, θα λέγαμε, αδόκιμο να μιλάμε για γούστο που αφορά σε μία κατάσταση, σε ένα είδος ανθρώπου ή σε ένα στυλ ένδυσης, μια και τα φαγητά που μας αρέσουν ή δεν μας αρέσουν δεν κρίνονται την ώρα που κατεβαίνουν τον ουρανίσκο-τσουλήθρα για να διαλυθούν, αλλά ακριβώς την ώρα που τα γευόμαστε. Κι αφού δεν υπάρχει άνθρωπος που η γεύση του μπορεί να αποδεχθεί ένα φαγητό ως το ιδανικό, τότε το ίδιο το γούστο κάθε άλλο παρά οδηγεί σε αδιέξοδο.

Η μορφή τέχνης, που είναι οι ταινίες,δεν ολισθαίνουν από τον κανόνα, μήτε βρίσκονται έρμαια μίας αναπόδραστης λογικής. Ο κριτικός κινηματογράφου, από τη μεριά του, υπακούοντας στον κανόνα της επιγραμματικής κριτικής και έχοντας τη γνώση μίας γεωμετρικής κατάστασης, δεν λυπάται τα λόγια του, όταν βρίσκεται αντίκρυ σε κάτι που δεν τηρεί το πλαίσιο πάνω στο οποίο (οξύμωρο ον δε γουέι) ενεργεί παθητικά. Υπό αυτήν την έννοια, η αρέσκεια για την εικόνα, για ό,τι αντικρίζει δηλαδή, δεν εξέρχεται, παρά προσλαμβάνεται. Έχει μάθει, ο ειδικός, να του αρέσει ό,τι δεν έχει κενά ή ό,τι δεν έχει κενά που μπορεί να διακρίνει. Το βλέπουμε συναπτά. Κι αφού οι ταινίες, τα κινηματογραφικά έργα, αποτελούν το κομμάτι στη λαϊκή μοιρασιά, πρέπει να δυνάμεθα να προσαρμοζόμαστε, όχι σε ό,τι μας αρέσει αλλά, σε ό,τι δεν αρέσει στους υπόλοιπους. Γνωρίζοντας, μαθαίνεις, μα το δύσκολο είναι να επιστρέψεις στα νάματα, δηλαδή σε ό,τι σε κάνει άκοπα χαρούμενο.

Μετά το «Περιμένοντας τη Νονά», το σκεφτόμουν. Ο Λευτέρης Ελευθερίου, εις εκ των δύο πρωταγωνιστών, λέει ότι δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός σε αυτήν την περίπτωση και μόνο από πείσμα παιδιάστικο δεν θα δεχόμουν του λόγου του το ασφαλές. Όμως, εδώ δεν πρόκειται για ένα από τα συνηθισμένα χάδια στα αυτιά, σε ό,τι αφορά την ταινία του Νίκου Ζαπατίνα, στην οποία πρωταγωνιστεί επίσης ο Θανάσης Τσαλταμπάσης, μαζί με τους Demy, Τζόελ Τσέντερμπεργκ και Κατερίνα Παπουτσάκη. Σε αυτήν την περίπτωση, η σύνδεση με τα παιδικά χρόνια φτάνει στην τελική επικράτηση.

Διότι άπαξ και βγαίνεις χαρούμενος από το σινεμά, τα υλικά, ακόμα και παξιμάδια και γραβιέρα να είναι, δεν σε απασχολούν. Η «Νονά» εξαρχής κρατάει την ηθική υπόστασή της και δεν προβαίνει σε χυδαία κολπάκια, τα οποία είναι συνώνυμα της σύγχρονης ελληνικής κωμωδίας. Κατά τη διάρκεια της ταινίας μπορεί να απολαύσει κάποιος τη χημεία και μόλις τελειώσει, να κάνει ένα ψάξιμο στο διαδίκτυο για να κλείσει από τώρα εισιτήρια για τη Νάξο, η οποία παρουσιάζεται με τρόπο που με έκανε, αν και τα τελευταία χρόνια δεν είμαι υπέρμαχος της νοσταλγίας η οποία καθόρισε όλα τα παιδικά και τα εφηβικά χρόνια μου, να νιώσω εγρήγορση. Ποιος ξέρει ποια ήταν η τελευταία χρονιά που, Γενάρη, βρέθηκα να προσομοιάζω το κατάστρωμα ενός καραβιού ως ένα θεατρικό τόπο ο οποίος βρίσκεται στην αποστολή να με οδηγήσει στο νησί, παρουσιάζοντάς μου σε πλήρη σχηματισμό το δράμα.

Πριν βρεθώ στο σινεμά, για μία ήρεμη προβολή αργά το βράδυ μίας Δευτέρας, παρατήρησα τις κριτικές στο «Αθηνόραμα», οι οποίες ήταν αρνητικές. Σε αυτό το πλαίσιο κινούνται οι περισσότερες, εξάλλου, όπως υπήρξε η ευκαιρία να διακρίνω. Όμως η αλήθεια σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι επιτόπια, δεν σημαίνει ότι βλέπεις την ταινία και αποφαίνεσαι ότι είναι κακή, όπως δεν σημαίνει ότι ένα παιδί ή ένας ενήλικος που δεν πέρασε τις εξετάσεις του δεν έχει κάνει καλή προετοιμασία, σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον. Η «Νονά» είναι μία ωραία κωμωδία, που εξυπηρετεί το κινηματογραφικό αρχέγονο: να σου φτιάξει τη διάθεση. Και μπορεί από μόνη της να μην παραμένει στο μυαλό, μιλώντας σε κινηματογραφικούς όρους, αλλά όταν βλέπεις μία ελληνική ταινία καλό είναι να είσαι επιεικής εξαρχής, ειδικά αν έχεις μία ιδέα για τα πενιχρά μέσα ή για τον τρόπο που λειτουργεί ένα σύστημα. Η επιείκεια αφορά κυρίως στην παρότρυνση, ώστε να επιτευχθεί μία σειρά από ταινίες. Κι αν είναι να νιώσεις ότι λες ένα ψεματάκι για αυτό, ότι μπορεί, μέσα σου, να νομίζεις πως παραπλανείς το θεατή, ας είναι: έχεις πει πολύ χειρότερα ψέματα και υπάρχουν, στην κλίμακα, πολύ σοβαρότερες στιγμές για να θυμηθείς την ηθική υπόστασή σου, μόνο που σε εκείνες συνήθως χωλαίνει και ζητάει αναρρωτική άδεια. Το ζητούμενο, ως Έλληνας κριτικός κινηματογράφου, είναι να βγει μία σειρά από κωμωδίες, που να μην είναι blockbuster, να επιβραβεύουν το ελληνικό στοιχείο που ήταν το επικρατέστερο μίας εποχής, ώστε να φτάσεις στη μία πραγματικά επιτυχημένη, η οποία θα δείξει το δρόμο και στις επόμενες. Φερ’ ειπείν, πριν το «Μια τρελή τρελή οικογένεια» είχαν γίνει εκατοντάδες κωμωδίες, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να συγκριθούν με αυτήν. Όμως, αν δεν είχαν γίνει αυτές, αν δεν είχαν βρει το δρόμο τους προς τα σινεμά, αν δεν τις είχαν δει άνθρωποι, αν, εν πάση περιπτώσει, δεν δημιουργούνταν μία συνέχεια, το «Μια τρελή τρελή οικογένεια», το «Φωνάζει ο κλέφτης», ο «Μπακαλόγατος», δεν θα είχαν γίνει. Η «Νονά» μπορεί να αποτελέσει ένα τέτοιο παράδειγμα. Δεν είναι ένα blockbuster ούτε μία παλιά ιδέα που έχει ξεχειλωθεί, αλλά μία αυθεντική ελληνική κωμωδία, με τα καλά και τα κακά της, και, το σημαντικότερο, για όλη την οικογένεια. Εδώ, λοιπόν, μπορεί να υπάρχει κάτι, στο οποίο γίνεται να επενδυθούν χρήματα, όχι, όμως, με τους σύγχρονους όρους και επιταγές.

Όσο για μένα, βγαίνοντας από το σινεμά και έχοντας δει μία ταινία που πραγματικά μου άρεσε χωρίς να πρέπει να είμαι επιεικής, με τον ίδιο τρόπο που μου αρέσουν τα παξιμάδια με το ξινότυρο, ένιωσα περίπου σαν να είναι 11 παρά τέταρτο βράδυ Σαββάτου, κάπου το 1993, και, έχοντας δει το «Δεσποινίς διευθυντής», το μόνο που μου απομένει είναι να ξαπλώσω. Δεν ήμουν μόνο εγώ χαρούμενος. Ήταν ο μπαμπάς μου, η μαμά μου και οι αδελφές μου. Κι ενώ οι μεγάλοι με κάποιον τρόπο θα επέστρεφαν στην πραγματικότητα, ακόμα και αν επρόκειτο για μία υπενθύμιση για μια υποχρέωση, ο Μορφέας για μένα θα αποκτούσε τη λυρική υπόσταση που αφήνει η υφή της λέξης. Η «Νονά», με όλα τα σωστά και τα λάθη της, είναι από το ίδιο υλικό φτιαγμένη. Κι όπως ένας κριτικός θα ντρεπόταν να καρατομήσει τις «Κυρίες της Αυλής», θα έπρεπε τουλάχιστον να είναι πιο επιεικής απέναντι σε μία ταινία που παρά τα αρνητικά στοιχεία της κλείνει το μάτι στο θεατή, υπενθυμίζοντάς του με κάποιον τρόπο ότι το να είναι χαρούμενος δεν συνάδει απολύτως με τη βιοτική άνεση.

Η Νονά της κωμωδίας Η Νονά της κωμωδίας Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:38 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.