Όπως το κέικ στον καφέ



Οι παλιότερες εποχές είναι πάντα απίθανες. Όσες δεν έχεις ζήσει, δε, ακόμα και αν αντικειμενικά δεν ενδείκνυνται, υπερβολικά μπορεί να κρίνονται ονειρώδεις.
Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο θαυμασμός για το παρελθόν πηγάζει από την αρτιότητα της δημιουργημένης κατάστασης ή από την ανθρώπινη ατέλεια. Η οποία προφανώς υπαγορεύει το σαφές: Σε όποιες τέσσερις διαστάσεις δεν έχεις ζήσει, θα διέπρεπες.

Το παρελθόν μας γίνεται το νόστιμον ήμαρ, ίσως διότι το παρόν δεν έχει τη σχέση που φανταζόμαστε με το χρόνο. Ως παρόν γίνεται να οριστεί μόνο η στιγμή, η οποία είναι αδύνατον να μετρηθεί, αφού δεν υπάρχει ακριβώς τη στιγμή που υπάρχει. Δεν είναι μηδέν, διότι υφίσταται, αλλά δεν είναι ο πιο μακρύς δεκαδικός που μπορείς να φανταστείς με το 1 στο τέλος, αφού αν γινόταν να μετρηθεί, τότε θα αναγόταν σε περίοδο. Ένα άθροισμα στιγμών θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί χρονικά, ωστόσο θα πρόκειται για ένα άθροισμα πτωμάτων, καθώς η στιγμή είναι το απόλυτο διώνυμο: γεννιέται και πεθαίνει την ίδια στιγμή.

Οπότε το παρελθόν, αφορώντας σε χρόνο, δεν θα μπορούσε να είναι ένα νεκροταφείο στιγμών. Μπορεί, όμως, να διευκρινίζει την όποια ατμόσφαιρα επικρατεί και να σε κάνει νοσταλγό, χωρίς, απαραιτήτως, να μπορείς να οριοθετήσεις με τη μνήμη σου τη συγκεκριμένη εποχή. Όπως ο «Βαφτιστικός», η οπερέτα στο Μέγαρο Μουσικής, που κλείνει αυλαία την Κυριακή, 13 Ιανουαρίου, με δύο παραστάσεις, στις 16:00 και τις 20:00. Το πολύ γνωστό έργο του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, που ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία του, με τις αξιοσημείωτες φωνές και αυτήν την τσιγγάνα, που μοιάζει να βγήκε κατευθείαν από τα δάση, μόνο, όμως, επισκιαζόμενη από την καμαριέρα, η οποία είναι το ένα και το αυτό πρόσωπο. Το οποίο δρα μέσα στη σιωπή. Και γι’ αυτό δημιουργεί ακριβώς εκείνη τη σαγήνη που έχει το μυστήριο.

Η επιστροφή του «Βαφτιστικού» δεν είναι μία συγκλονιστική κατάσταση, σε ό,τι αφορά την ανακάλυψη. Έχει ξαναγίνει και πρόκειται να ξαναγίνει, μια και εδώ πρόκειται για ένα κενό αναντικατάστατο. Δεν αφορά στην ποιότητα, αυτό, όσο στο zeitgeist, το περίφημο πνεύμα της εποχής, το οποίο έχει τη δική του ταυτότητα. Μπορεί τα στοιχεία να μην βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, παρ’ όλα αυτά το ζητούμενο είναι η αποδοχή. Θα ήταν αδύνατον να στεριώσει μία οπερέτα η οποία θα είχε αυτήν την αθωότητα και θα αναφερόταν στην εποχή που διανύεται. Θα ήταν τουλάχιστον ουτοπικό να βλέπεις γυναίκες να βγάζουν αναστεναγμούς και να νιώθουν δύναμη από αλληλογραφία, την ώρα που θα γινόταν να διευθετηθεί οποιαδήποτε κατάσταση σε κάθε απόσταση μέσα από ένα μήνυμα που μπορεί να μην εμφάνιζε την κατάλληλη ευαισθησία, αλλά που είναι φτιαγμένο για να κάνει τη δουλειά. Την τελευταία φορά που έγραψα μία ερωτική επιστολή, δεν πήρα απάντηση.

Αυτό ουδόλως σημαίνει ότι η ικανότητα εκλείπει. Ίσα ίσα, που είναι τέτοια, όπως φανερώνεται από τους εξαίσιους πρωταγωνιστές της παράστασης, που αναγκαστικά, λόγω της εξέλιξης στο γνωστικό και το ηθικό επίπεδο (η οποία ουδόλως συνεπάγεται με βελτίωση), πρέπει αναγκαστικά να επιστρέφεις στο παρελθόν, να βρίσκεσαι μπροστά σε μία εξιδανικευμένη εποχή, η οποία θα είναι το πάτημα ενός κλασικού θεατρικού συστήματος, το οποίο δεν πειραματίζεται. Ασφαλώς οι οραματιστές, ακόμα και εκείνοι που το κίνητρό τους είναι το προσωπικό μεγαλείο τους, είναι, όχι απλώς ευπρόσδεκτοι αλλά, αναγκαίοι αυτούς τους καιρούς. Οι ηθοποιοί, πια, βρίσκονται στη διάσταση της κίνησης ως πρόκληση, της υπενθύμισης ότι βαθιά είναι ριζωμένα ταμπού που αφορούν ακόμα και στο χώρο. Η πρόκληση, όμως, αφορά πάντα στο αυθεντικό και το ανεπιτήδευτο, για αυτό και η δυσκολία να διαχωριστεί από μία πράξη η οποία είναι έμπλεη ελέγχου. Η κλασική κίνηση, ωστόσο, πάντα δίνει στον ερμηνευτή, ειδικά τον υψιτενή, επιπλέον εκτόπισμα, όπως έγινε και με τους ερμηνευτές σε αυτήν την περίπτωση, η οποία μόνο μοιάζει ανάλαφρη, αλλά ουδόλως είναι. Χρειάζεται να πείσουν ότι ανήκουν στην εποχή, ότι ο ρομαντισμός για το φαντάρο που βρίσκεται στο μέτωπο είναι στο καταστατικό. Αλλά κυρίως, έχουν το ρόλο του κέικ, εκείνου του αφράτου γλυκού που ανυπομονείς να βουτήξεις στον καφέ σου το πρωί της Κυριακής.

Η ποιότητα, λοιπόν, δεν αφορά στο «ψαγμένο» και τη ροπή προς το να δημιουργήσουμε τώρα το μέλλον, λες και δεν θα γεννηθεί από μόνο του, ούτως ή άλλως, αλλά στην αίσθηση και σε εκείνο που γενικώς οι νέοι δημιουργοί, όσο ταλαντούχοι κι εξαιρετικοί κι αν είναι, δεν επιδιώκουν: Να σε κάνουν χαρούμενο. Πού και πού χρειάζεται, όπως στην περίπτωση του «La La Land», του «Pretty Woman», απλώς να αράξεις χωρίς να πρέπει να πολεμήσεις για να ανακαλύψεις τη μεγάλη αλήθεια του σύμπαντος, μέσα από εξεζητημένα πλάνα, αμφιλεγόμενες απαιτήσεις ή απλώς αυτό που αποκαλείται προβληματισμός και το οποίο μοιάζει με καθολική επιδίωξη. 

Σκηνοθεσία: Γιώργος Πέτρου
Σκηνικά, κοστούμια: Γιωργίνα Γερμανού
Χορογραφία: Μιμή Αντωνάκη
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου

Βιβίκα: Ελένη Σταμίδου
Κική: Άννα Κουτσαφτίκη
Χαρμίδης: Γιάννης Χριστόπουλος
Ζαχαρούλης: Δημήτρης Ναλμπάντης
Συνταγματάρχης: Μάριος Σαραντίδης
Κορτάσης: Αργύρης Πανταζάρας
Μαρτής: Χάρης Αττώνης
Φωνητικό σύνολο:
Αγγελική Βαρδάκα, Ήρα Ζέρβα, Αγγελική-Ζωή Καραγκούνη, Ιωάννα-Βασιλική Κοράκη, Σοφία Μαυρίκου, Νίκη Χαζιράκη, Χρήστος Δελιζώνας, Βασίλης Δημακόπουλος, Ιωάννης Θανασούλιας, Σταμάτης Πακάκης, Παναγιώτης Παντούλιας, Χρήστος Ραμμόπουλος
Μουσική διδασκαλία και προετοιμασία φωνητικού συνόλου: Αθανασία Κυριακίδου
Μουσικοί της Καμεράτας-Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής
Μουσική διεύθυνση: Γιώργος Πέτρου.

Όπως το κέικ στον καφέ Όπως το κέικ στον καφέ Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 10:29 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.