Η ουσία της λογοτεχνίας



Σε όλους αρέσει να έχουν δίκιο. Με αυτό δεν εννοείται ότι τους αρέσει μόνο να έχουν δίκιο, παρ’ όλα αυτά προσφέρει μία μικρή ικανοποίηση.


Όταν γράφτηκε η κριτική για τη «Διαθήκη του Ζάνα», της Θεοφανίας Ανδρονίκου-Βασιλάκη, από τις εκδόσεις «Χαρτίνη Πόλη», η θέση του «κριτικού» ενείχε ανυπομονησία. Πώς όχι; Ακόμα και αν ο τίτλος εκείνου του κειμένου ήταν απλώς ένα ψήγμα ναρκισσισμού, ένα λογοπαίγνιο για το λογοπαίγνιο, η «Διαθήκη» ήταν μία πελώρια ιστορία, που αξίζει τον κόπο να διαβάσει κάποιος. Το τωρινό βιβλίο της, «Η υπηρέτρια της δούκισσας», είναι εξίσου μεγάλη ιστορία. Οι χρονικές γραμμές τηρούνται απαρέγκλιτα και ο αναγνώστης ψάχνει τη σύνδεση μεταξύ ιστοριών που συνέβησαν με 200 χρόνια διαφορά. Στον «Ζάνα», ο μύθος περικλείει τον έρωτα και τη σημασία του ως το μείζον στοιχείο. Η ακμή και η παρακμή παίζουν δευτερεύοντα ρόλο, είναι ό,τι το βιβλίο αφήνει ως αποχρώσα ένδειξη. Ως βεβαιότητα, ότι συμβαίνει εξ ορισμού. Αν και δεν είναι ασήμαντα στοιχεία, αν και ελλοχεύουν ως συμπεριφορισιακά παραδείγματα, κρατώντας τη δάδα της προσωπικής ευθύνης, εκείνο το βιβλίο προέλεγε τα μελλούμενα. Αυτά, δηλαδή, που ο «κριτικός» περίμενε στο επόμενο, μία γεωμετρική πρόοδο συγγραφικής ανόδου. Η «Υπηρέτρια» είναι το εκκωφαντικό επιχείρημα της προσδοκίας εκείνου του κειμένου.

Σε όλους αρέσει να έχουν δίκιο. Με αυτό, ικανοποιείται το θυμικό. Αν προβλέψεις μία καταστροφή, ένα χωρισμό ή ένα θάνατο, δεν θέλεις στην πραγματικότητα να δικαιωθεί η πρόβλεψη. Όμως, στην περίπτωση που είσαι σκατόστομος, η διάσταση της ματαιοδοξίας καλύπτεται. Αν, δε, η πρόβλεψη αφορά σε κάτι θετικό, τότε η εσωτερική έπαρση παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Παρασύρεσαι στο ρυθμό της και προβαίνεις σε αβλεψίες και μεγαλοστομίες, που ουδόλως συνάδουν με το λογικό κόσμο. Είναι αποτέλεσμα σφυγμών, παράταιρων, στις περισσότερες περιπτώσεις, με την αλληλουχία των γεγονότων. Ασφαλώς φέρνει την ισορροπία στην αυταπάτη, να θεωρήσεις, δηλαδή, πως έχεις χαρισματικό νου. Αν και δεν υπάρχει στιγμή ίδια με την προηγούμενη, ο άνθρωπος προβαίνει σε συμπεράσματα απορροία της στατιστικής ακολουθίας -ή της στατιστικής που εκείνος θεωρεί πρέπουσα. Αυτή η ροπή έχει, βεβαίως, τις εξηγήσεις της: παρ’ό,τι δεν προκύπτει από τη σκέψη, παρά μόνο από τη μνήμη, η οποία στη συντριπτική πλειοψηφία της μεταλλάσσει τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο ώστε στην πραγματικότητα να είναι παρελθούσα φαντασία, θεωρείς εαυτόν σκεπτόμενο, αλλά και έμπειρο. Στην πραγματικότητα, η αποκαλούμενη και «πρόβλεψη» είναι η επιθυμία. Ήθελα, δηλαδή, η «Υπηρέτρια της δούκισσας» ή όπως αλλιώς θα λεγόταν το όποιο επόμενο βιβλίο να είναι καλύτερο από το προηγούμενο. Ήταν μία διάβλεψη του πρόσφορου υλικού που προσέφερε εκείνο το βιβλίο. Σε αυτήν την περίπτωση η ιστορία, για την οποία η κυρία Ανδρονικού-Βασιλάκη είναι ούτως ή άλλως σεσημασμένη, και οι περιγραφές καταφέρνουν και διατηρούν ίδιο ύψος. Τους ακολουθεί η ουσία της λογοτεχνίας. Η απόδοση της λεκτικής αρμονίας, η οποία στηρίζει την ιστορία μέσω του ρίγους του αναγνώστη. 


Δεν χρειάστηκε να φτάσω μακρύτερα από τη σελίδα 35, για να καταλάβω ότι το τελευταίο εγχείρημα πληροί τις προϋποθέσεις, σχεδόν συντριπτικά. Η εμφάνιση των στιγμών παρουσιάζει βάθος, ακούγεται ο αντίλαλος φωνάζοντας μέσα από το πηγάδι της γραπτής ρώμης, λες και τα πράγματα μπήκαν σε μία σωστή σειρά για να καλυφθεί το εύρος μιας φιλοσοφικής τάξης και το «μεγάλωμα» της συγγραφέως μέσα από τις λέξεις γίνεται εμφανέστερο από τη σεμνότητα, στην οποία έχει αποφανθεί ώστε να της επιτρέψει να μην προβαίνει διαρκώς σε στόμφους και πομπές. Η ομορφιά δεν αποκαλύπτεται παντού, ούτε εγκλωβίζει τα υπόλοιπα καλούδια της ανθρώπινης ύπαρξης. Τούτο κερδίζει τον αναγνώστη, ο οποίος εκτιμά, εκτός από την ιστορία, τις εικόνες, που του παρουσιάζονται χωρίς να διεκδικούν μερίδιο γης στο βασίλειο των λογοτεχνικών ουρανών. Ταυτοχρόνως η συγγραφέας, εξαπολύοντας έρευνα για να μην αφήσει πεδίο ακάλυπτο, καταπιάνεται με την ίσως πιο ευαίσθητη εποχή του σύγχρονου ελληνικού έθνους, περπατώντας μαζί με το Ναύπλιο στα πρώτα βήματα της ελληνικής ανεξαρτησίας. Τα γεγονότα είναι ακριβή, αλλά ακόμα και οι περιγραφές να μην είναι αληθινές, κάτι που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, τις κάνει να μοιάζουν αληθινές. Η δύναμη των λόγων δηλοί ότι δεν θα μπορούσε να έχει γίνει αλλιώς.

Από το μωρό στο βουνό ως το Πράσινο Δεντρί και από την εντυπωσιακή ανατροπή στο τέλος, από τα ισχυρά φεμινιστικά μηνύματα ως τη δύναμη της ανθρώπινης σχέσης, η οποία γίνεται πιο ισχυρή τόσο με την αμφιβολία όσο και την αμφισβήτηση, το βιβλίο αποτελεί ένα χρόνο που ακόμα και ο πλέον πολυάσχολος άνθρωπος δεν θεωρεί χαμένο. Δεν ρισκάρεις, είναι σίγουρα λεφτά στην ψυχαγωγία που προσφέρει.

Και, βέβαια, αναμένεται το επόμενο. Όπως με τη «Διαθήκη», η συγγραφέας (ας επιχειρηθεί η εισαγωγή στα μελλούμενα) δεν φαίνεται ότι έχει φτάσει στο πικ της πνευματικής διαύγειας με την «Υπηρέτρια». Δεν σημαίνει ότι αν παρέμενε στην ύφανση ανάλογων βιβλίων δεν θα είχε πετύχει τον προσωπικό σκοπό της. Όμως, φτάνοντας στη λογοτεχνική ουσία, ο προορισμός δεν μπορεί να είναι άλλος από την πεμπτουσία της. Ώστε η υστεροφημία να μετατραπεί σε κληροδότημα.
Η ουσία της λογοτεχνίας Η ουσία της λογοτεχνίας Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 1:55 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.