Ελληνικό χάος: Ένας σύμφυτος κανόνας



Οι γενεές μεγαλώνουν και, ανακαλύπτοντας τον κόσμο, βρίσκονται μπροστά στην οδυνηρή διαπίστωση ότι την Ελλάδα, το κράτος Ελλάδα, δεν διέπουν τα μέτρα και σταθμά που διακρίνουν τις προηγμένες κοινωνίες.
Η μοναδικότητα της ψυχοσύνθεσής του το καθιστά παράταιρο από οποιαδήποτε στατιστική αλληλουχια και ακόμα και η αλαζονεία του θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο ψυχιατρικής μελέτης. Η μάχη για τα Σκόπια είναι ένα σαφές παράδειγμα: Ενώ στα σύνορα πάλι Σκόπια θα τα φωνάζει ο λαός, περνώντας διαδικτυακές γενεές 14 όποιον ηθελημένα ή κατά λάθος τα αποκαλέσει «Μακεδονία», η επίσημη ονομασία τους θα είναι, εφ’ όσον στην πρώην γιουγκοσλάβικη Δημοκρατία βγάλουν άκρη, Βόρεια Μακεδονία. Από FYROM, τα αρχικά θα συνθέσουν το εξής: FYRONM. Αρχινά ο γλωσσοδέτης και έχει ο Θεός. Ως εκ τούτου, είναι λογικό ο Πρόεδρος των Σκοπίων, Γκιόργκι Ιβανόφ, να αντιτίθεται τόσο σθεναρά στην αλλαγή της επίσημης ονομασίας, αν και το δέλεαρ, όπως το παρουσιάζει ο Ζόραν Ζάεφ (για προσωπικούς λόγους ή μη), είναι ακόμα μεγαλύτερο: Η είσοδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στο ΝΑΤΟ. Κι από την άλλη μεριά, η ελληνική κυβέρνηση αφήνει να διαφανεί ότι είναι τόσο κυριλέ με όλα αυτά, που είναι να απορεί κάποιος αν οι διαμαρτυρίες, με την εμφανή υπόστασή τους ή όχι, κάνουν έστω ένα γκελ στους διαδρόμους του Μεγάρου Μαξίμου.

Δεν είναι η πρώτη φορά ούτε πρόκειται να είναι η τελευταία που τα Βαλκάνια καταλαμβάνονται από τέτοια παραδοξότητα. Ιστορικά, τα εδάφη τους τραβούν το χάος όπως το φιστικοβούτυρο το μέλι. Δεν είναι, βεβαίως, ούτε τα πρωτόλεια του ελληνικού ανικανοποίητου. Η λογική εκλείπει από τον ίδιο το λαό, ειδικά από τη στιγμή που από το 1829 και τη Συνθήκη της Αδριανούπολης ο λόγος γίνεται για μία Ελλάδα με σύνορα. Ο Ρήγας Φεραίος, 30 χρόνια πριν την Επανάσταση, μίλησε για τη σύσταση ενός βαλκανικού κράτους, με τη διαίσθησή του ασφαλώς οξυμένη. Μια φανταστική ιδέα. Φανταστική, κυριολεκτικά. Αν αφουγκραζόσουν, θα καταλάβαινες ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία έπνεε τα λοίσθια. Ο Ίων Δραγούμης, παραπάνω από έναν αιώνα μετά, το πήγε παραπέρα. Ελλάδα είναι οι Έλληνες της ξενιτιάς και η ύπαρξη ελληνικού κράτους είναι μία πολυτέλεια. Οι ελληνικές κοινότητες είναι ό,τι μετράει. Εχθρός της Μεγάλης Ιδέας, δεν ζούσε όταν αυτή συνετρίβη στην Αλμυρά Έρημο, τότε που ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε μεταφέρει τον τόπο δράσης του στη Θεσσαλονίκη, η οποία από τότε κατέχει τον (όχι και τόσο) τιμητικό τίτλο «συμπρωτεύουσα» και πείστηκε από τους Άγγλους, αν και Γαλλόφιλος, να προχωρήσει ο ελληνικός στρατός για να καταλάβει την Άγκυρα.

Αυτά τα ιστορικά γεγονότα τείνουν περισσότερο να αποπροσανατολίζουν από την απλή αλήθεια: ότι η ίδια η ελληνική παράνοια δεν είναι απλώς ένα γεγονός που συμβαίνει από ιδρύσεως, αλλά είναι ένα επίκτητο χαρακτηριστικό που μεταφέρεται είτε μέσω της ανατροφής, με βάση την εκάστοτε εποχή και τα δεδομένα και τα ζητούμενά της, αλλά και την προγονική μνήμη, που παραμένει ισχυρά μεταφερόμενη και δεν της ξεφεύγουν παρά ελάχιστοι. Σύμφυτο σπυρί ή, όπως στην περίπτωση της Σίντι Κρόφορντ, θελκτική ελιά. Ιστορικά, άλλωστε, οι νεσμπεσμίτσερ, που μεταφράζονται ως εκείνοι που φτύνουν στο πιάτο της εθνικής σούπας, είναι ένα σπάνιο είδος και ασφαλώς τώρα δεν πολλαπλασιάστηκε απλώς και μόνο επειδή υπάρχει ένα βήμα για οποιονδήποτε, προκειμένου να εκφέρει απόψεις. Από το ιδανικό, η οργή είναι αναγκαίο να ξεχωρίζεται, όπως το κράτος από τις κοινότητες του εξωτερικού. Υπάρχει διαφορά στο θυμικό και στο πείσμα που πρεσβεύουν οι τελευταίες, για αυτό, άλλωστε, η διάκριση του ελληνικού στοιχείου μακριά από τα σύνορα είναι περισσότερο συχνή παρά όχι. Είτε κατά μόνας είτε ομαδόν, η κατάρτιση καθιστά τον άλλοτε ποταπό κάτοικο μίας χώρας με ισχυρή γεωγραφική θέση περιζήτητο, τον κάνει να αισθάνεται ασφάλεια, του δίνει τα προς το... ευ ζην, του εξασφαλίζει μία ισότιμη θέση δίπλα στους υπόλοιπους ευεργέτες μίας (άλλης) χώρας. Είναι οντότητα σεβαστή, η οποία συνήθως δεν θέλει να γυρίσει πίσω. Μόνο να θυμάται.

Αποδοχή

Πάλι, ούτε αυτό είναι αρκετό για να οδηγήσει σε μία αλήθεια που ενδεχομένως να επιζητούσε παραδοχή. Συμβατή με πολλά στοιχεία και πολιτισμούς, που την δημιούργησαν, η αιγίδα της Ελλάδας είναι ένα άθροισμα αντιθέτων, τα οποία δεν χρειάζεται να ψάξεις μακριά για να τα βρεις, αλλά μπορείς να τα αναζητήσεις στον ίδιο άνθρωπο. Οι Μανιάτες και οι Υδραίοι, διαθέτοντας όλη την περιουσία τους στον Αγώνα, ζήτησαν αργότερα τον τόκο τους, με αποτέλεσμα να δολοφονηθεί μέσω μίας συνωμοσίας ο πρώτος κυβερνήτης, Ιωάννης Καποδίστριας. Συνωμοσία ήταν διότι ναι μεν έχει περάσει στην ιστορία ότι τον δολοφόνησαν ο Κωνσταντίνος και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, η εφημερίδα της Ύδρας, «Απόλλων», την επομένη της δολοφονίας, ανακοίνωσε ότι έπαυε την κυκλοφορία της αφού πέτυχε το στόχο της.

Βεβαίως, αυτά είναι όσα βλέπει η πεθερά. Κλισέ οι προδοσίες εις βάρος των αληθινών εθνοσωτήρων, ακόμα και αν είναι άξιες αναφοράς δεν βοηθούν στο αληθινό, περισσότερο υπαρξιακό, πρόβλημα της νομής της ελληνικής αντίφασης. Το ζήτημα εξαρχής ήταν η κρίση ταυτότητας, η αναγνώριση των προσωπικοτήτων. Ζώντας σε μία πλάνη, που άλλοτε υπάρχουν απατηλές ενδείξεις για την ύπαρξή της και άλλοτε όχι, το ζήτημα αφορά στην αποδοχή. Από εκεί αρχίζουν όλα.

Στο ντιβάνι, λοιπόν.

Συμφέροντα υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα, η εξωτερική πολιτική είναι και θα είναι ακρογωνιαίος λίθος μίας θρεπτικής διατροφής, παιχνίδια με κανόνες άφατους θα παίζονται πάντα στα μεγάλα γραφεία, όμως η θέση της Ελλάδας στο εξωτερικό και η άνοδός της είναι μία διαφορετική κατάσταση σε σχέση με την τάση, η οποία έχει όλα τα στοιχεία της εμμονής, παραδοχής μίας αξίας η οποία είναι διακύβευμα που τουλάχιστον πρέπει να συζητηθεί. Μόνο λίγο πιο κάτω, στην Ιταλία, αν και τα φαινόμενα της φτώχειας δεν εκλείπουν και οι άνθρωποι λογίζονται ως καλπουζάνοι, η αυτοφυΐα και η αυτοεκτίμηση υπάρχουν σε τέτοιο βαθμό, που η αναγκαιότητα για την έξωθεν αποδοχή της αξίας τους είναι αμελητέα. Όμως εδώ υπάρχει μία εγγενής διαφορά: Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ήταν παρά ο κινηματογράφος που, όχι απλώς ψυχαγώγησε τους Ιταλούς αλλά, τους έδωσε ένα βασικό κομμάτι της ταυτότητας, μέσα από την επίγνωση. Προεξάρχοντος του «Κλέφτη Ποδηλάτων» του Βιτόριο ντε Σίκα, ο Ιταλός είναι προορισμένος να δίνει μία εσωτερική μάχη, η οποία αναπόφευκτα έχει και στοιχεία παρωδίας, να κλοουνίζει, να ταλαντεύεται ανάμεσα στο κατηγορώ και το κατηγορούμαι, αλλά με τη συνείδησή του ήσυχη, ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε ένα αμυντικό σύνολο, χωρίς επεκτατική ροπή. Το σινεμά, κυρίως, ήταν η προμετωπίδα της αυτογνωσίας, για αυτό και ο Τζάνι Μπρέρα βάλθηκε να υπενθυμίσει ότι πρόκειται για έναν «αμυντικό λαό, που ποτέ δεν έπρεπε να έχει επιθετικές αξιώσεις και αυτό αποδεικνύεται από το ποδόσφαιρο». Το λαϊκό στοιχείο έχει ως γνώμονα ότι ο Ιταλός κατά κανόνα δεν ασχολείται με τις απόψεις που δεν αφορούν στο εσωτερικό των συνόρων. Η λέξη «ρεζιλίκι» έχει καταχρηστική σημασία και ουδόλως τον αφορά. Τουναντίον, ο Έλληνας βρίσκεται συνεχώς σε μία διαδικασία απόδειξης προς το εξωτερικό. Όχι ως κάτοικος του σύγχρονου κόσμου, αλλά ως απόγονος των φυσικών προσώπων που έδωσαν στο δυτικό κόσμο τις διαστάσεις της λειτουργίας του. Παρ’ όλο που δεν έπρεπε να έχει κάποιον λόγο να κόπτεται ιδιαιτέρως για αυτήν την γνώμη, όχι απλώς τον τσουρουφλίζει αλλά βιάζεται να προσαρμοστεί σε όλα τα εξωγενή στοιχεία. Ακόμα και να τα καπηλευθεί, μάλιστα με μεγάλη περηφάνια και ενθουσιασμό.

Σαφές είναι, όμως, το σοφό: και σε μία χώρα τόσο μικρή είναι ανορθοδοξότητα οι άνθρωποι να νιώθουν τόσο μεγάλοι. Ειδικά όταν τα έργα και οι ημέραι όσων λογίζονται ως πρόγονοι αναδεικνύουν τη σεμνότητα που φέρνει ο οίστρος της δημιουργίας και η δομή του σύγχρονου πολιτισμού. Αλλά και πιο πέρα, στην ομηρική εποχή, η είσοδος των Θεών από το Παμίρ της Ινδίας, όπως άλλωστε και των ανθρώπων που έφτιαξαν την Ευρώπη, δεν προέκυψε αμάσητη, αλλά αναλύθηκε και σμιλεύθηκε με τα στοιχεία που και τώρα μπορείς να βρεις στους ανθρώπους. Η παγαποντιά και η κατανόηση, η σκληρότητα και η τρυφερότητα, η ανεμελιά και το τιμωρητικό, η οργή και οι τύψεις συνείδησης, που την συνοδεύουν, βρίσκονται σε συγχρωτισμό και δεν αποκλίνουν, ούτε κατά το ελάχιστον, από τη φτιάξη των προσωπικοτήτων που έφεραν το Δωδεκάθεο.

Ο κατ’ εξοχήν Έλληνας Θεός

Η φράση «στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση» προκύπτει από την ίδια τη ζωή. Το Δωδεκάθεο ήταν μία ηθογράφηση που περπατούσε χέρι χέρι με τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων. Μόνο μέσα από αυτήν, οι Έλληνες μπόρεσαν να κατανοήσουν την ύπαρξη της μονοθεΐας και την επιθυμία στη μετάβαση. Ο Εν ήταν ο νους του σύμπαντος και οι Θεοί, ακόμα και ο αρχηγός τους, είναι μόνο λογοδότες. Πριν από αυτό, όμως, έπρεπε να ξεπεραστεί η έννοια των ανθρώπινων χαρακτηριστικών.
Οι θρησκείες, βέβαια, είναι τα απότοκα της Μυθολογίας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ερίζουν για την υπάρξή τους ως μοναδικές, χωρίς να μπορούν να συμβιώσουν, μόνο που τα μεγέθη τους στήθηκαν σε έννοιες ήδη υπάρχουσες, απλώς εκδόσεις βελτιωμένες, όπως ακριβώς πρέπει να κάνει και κάνει κατά κανόνα η επιστήμη μπροστά σε μία πολύ ενδιαφέρουσα θεωρία. Στη χριστιανική Ορθοδοξία, επί παραδείγματι, χαρακτηριστικό είναι το φως, το οποίο, χωρίς, μάλιστα, ιδιαίτερο κόπο, βρίσκεται στο Θεό Απόλλωνα. Τον κατ’εξοχήν Έλληνα Θεό. Η θέση του Απόλλωνος στην επετηρίδα, όμως, είναι ό,τι έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Ως Φοίβος, Λύκειος, Αιγλήτης, Ξανθός, Χρυσοκόμης, ο Απόλλων, που η ρίζα του αναδεικνύει την έννοια του αλεξίκακου, εκείνου που διώχνει το κακό, είναι ο Θεός του Φωτός. Όχι απόγονος ενός Ινδού, αλλά πάντως παραλλήλος με τους θεούς του φωτός τους. Ο Ίντρα, ο Μίθρα στην Περσία, ο Ζίγκφριντ στην Σκανδιναβία. Όλοι τους, ωστόσο, είναι πατέρες των Θεών, αφεντικά με τα όλα τους. Ο Απόλλων στη συνομοταξία μπορεί να είναι ο πιο οικείος, αλλά ο Ζευς ήταν και παραμένει ο αρχηγός και πατέρας.

Στον αρχηγό ο Έλληνας δεν βρίσκει καμία τσαχπινιά. Δεν του προσδίδει μουσικότητα, τον θέλει μεν κάπως άτεγκτο και μουρντάρη, αλλά όχι ζαβολιάρη. Στη γυναίκα του αρχηγού δίνει πολλά ελαττώματα, αλλά όχι εκείνο της απιστίας. Αφήνει τη Θεά της Σοφίας παρθένα, κάνει τον Θεό του Πολέμου αντιπαθητικό και δωσίλογο, δίνει στην Θεά της Οικογένειας τη μειλιχιότητα και βάζει το μουσικό Θεό του εκεί που πρέπει. Ο ήχος και το φως μας λένε τα μελλούμενα και μας ανακουφίζουν από τα τωρινά βάσανα. Ο Απόλλων ήταν ένα τέλειο στοιχείο, επίσης ήταν φονιάς και απατεώνας και βέβαια πήγαινε από τη μία γυναίκα στην άλλη. Αγαπούσε πολύ την αδελφή του, την Ασιάτισσα παρθένα πολεμίστρια Άρτεμη και ήταν τιμωρός για όσους εβαζαν τη δική τους φυσιογνωμία σε σύγκριση με εκείνον. Ήταν, ούτως ειπείν, μία χαρακτηριστική φιγούρα που είχε στοιχεία από όλους τους Θεούς, βέλη, τάση στην κλοπή, δύναμη, ερωτισμό, αυστηρότητα. Μέχρι και δούλος έκανε, στον Λαομέδοντα, για τιμωρία, για να μάθει, ας πούμε. Ο Απόλλων συμπίπτει με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Έλληνα και, όσο κι αν μπορεί κάποιος να αλιεύσει το χαριτωμένο στην υπόθεση, δεν μπορεί να απαρνηθεί την αντίφαση.

Για αυτό και, άλλωστε, αυτή η αντίφαση είναι η πιο βασανιστική διαδικασία. Όταν ο Γέρουν Ντάισελμπλουμ μίλαγε για τους τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας, οι Έλληνες βαράνε εργατοώρες που στην Ολλανδία δεν βρίσκεις ούτε στα φράγματα. Απλώς δεν ξέρουν τι να γίνουν και τους πειράζει που η προηγμένη Ευρώπη δεν καταλαβαίνει ότι η ανθρώπινη στειρότητα δεν γίνεται, με τίποτα, να συνδεθεί με το κέφι και τη χαρά, ακόμα και με συμπεριφορές προϊόν μπουνταλάδων. Κι όμως, αυτή η στειρότητα είναι που επιζητάται, αν και λόγω της τύχης, στην οποία αφήνονται οι περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και της έφεσης στην απομύζηση προσωρινού κέρδους αντί μακρινού, θα πρέπει να θεωρείται αδύνατη μία τέτοια προσέγγιση.

Η βολή

Είναι εξ ορισμού υπερβολή και λανθασμένη διατύπωση ότι «για όλα φταίει», παρ’ όλα αυτά η μετατόπιση στα ξένα στοιχεία, το νοιάξιμο για μία γνώμη που έρχεται ως χαλασμένο τηλέφωνο, είναι μία αδυναμία που οδηγεί σε ατραπούς. Και πάλι, αυτή η ενόχληση έρχεται δευτερεύουσα, πίσω από τη βολή, το βόλεμα δηλαδή, που είναι περισσότερο κατατοπιστικό. Οι γενιές αντιμετωπίζουν έναν έτοιμο κόσμο και η εντολή για αλλαγή δεν είναι τυχαία, παρά έρχεται για παιδιά που δεν έχουν προλάβει ακόμα να υιοθετήσουν συνήθειες που δεν αλλάζουν. Χωρίς λόγο και μάλλον εντελώς συμπτωματικά, αυτό επίσης βολεύει ιδιαιτέρως. Οι προσπάθειες είναι καταδικασμένο να γίνονται ατομικά. Αν φανταστούμε ένα κράτος που θα δούλευε σαν ακριβές ρολόι, θα γινόταν στόχος, διότι η επιρροή που θα ασκούσε θα ήταν πιο μεγάλη από εκείνη που θα μπορούσε να διαχειριστεί. Στη Μεσόγειο, ο Έλληνας τουρίστας θα γυρίσει το κεφάλι του όταν ακούσει την ιαχή «γκρέκο», στη Μαλαισία ονειρεύονται τη Σαντορίνη, αλλά τέτοιες στιγμές αποδοχής συμβαίνουν επειδή ο σεβασμός αφορά στην αύρα και όχι στον άνθρωπο αυτόν καθαυτόν.

Από την άλλη, οι Έλληνες του εξωτερικού συμβαίνει να νοσταλγούν την πατρίδα, να προσπαθούν ακόμα και μέσα από σπαστές λέξεις να αφήσουν μία ελληνική κληρονομιά, δείχνοντας ότι η Ελλάδα δεν είναι κράτος αλλά έννοια, ότι η επέκτασή της δεν αφορά στην ύλη αλλά στο πνεύμα, το οποίο, τα αρχαία χρόνια, μεταλαμπάδευσε στον κόσμο ως και τις μέρες μας, για αυτό σπάνια θα βρεις μία ριζική κατάσταση την οποία δεν θα διέπουν πολλές από τις αξίες της «Πολιτείας».

Για να γίνει κατανοητό αυτό, το μόνο που έχει κάποιος να κάνει είναι να διαβάσει, στο «Middlesex» του, προσφάτως αφιχθέντα για πρώτη φορά στη ζωή του σε ελληνικό έδαφος, Τζέφρι Ευγενίδη τη μανία με το λάδι και το κοινό αίσθημα στους Ελληνοαμερικάνους, όταν ο Μάικλ Δουκάκης έθεσε υποψηφιότητα για την Προεδρία των ΗΠΑ το 1988. Ένα αξέχαστο απόσπασμα, που αποτυπώνει το νόστος, μαζί με την προσμονή για μία ιστορική στιγμή, που επρόκειτο να ενώσει τους νεκρούς με τους ζωντανούς.

Στην Ελλάδα, λοιπόν,την έννοια Ελλάδα, αυτό το χάος οπωσδήποτε δεν προκαλεί δυσκοίλια. Έχει ένα σαρκασμό απέναντι στα πράγματα, αμύνεται κόντρα στις ριζωμένες αντιλήψεις περί προόδου, είναι τρελό και ατίθασο, αλλά πολλάκις γυρνάει και χτυπάει αυτόν που δημιουργεί, όταν βλέπει ότι πάει να επωφεληθεί από αυτό. Θα μπορούσε να είναι χρήσιμο αν υπήρχαν εμφανείς κατευθυντήριες για το τι πρέπει να γίνει ώστε να επέλθει βελτίωση χωρίς να χαλαστεί. Και, ακόμα και αν υπάρχει η απαραίτητη λογοδοσία, μια και τα δάνεια δεν ήταν ένα και δυο από την αρχή της σύγχρονης ιστορίας, όλα θα ήταν πιο εύκολα αν δεν υπήρχε η αίσθηση του ρεζιλικιού. Όταν ο μεγάλος γλιστράει και πέφτει, το δάπεδο είναι γλιστερό. Όταν το παθαίνει ο μικρός, έμπλεξε τα μπούτια του λόγω βλακείας. Κι από την άλλη, αν και ξέρει ότι είναι μικρός και ο άλλος μεγάλος, πασχίζει και ψιθυρίζει, «πες με μεγάλο, πες με μεγάλο», χωρίς να του το ζητάει ευθέως. Συνέχεια κομπολόι, προέρχεται από μεγάλη φαμίλια, κι αντί να λέει «πώς κατάντησα έτσι», λέει, «πρέπει να με σέβεσαι, γιατί εγώ είμαι γόνος από τους λίγους», χωρίς πειστήριο, δίχως ένδειξη. Αυτό το κράμα είναι εξαρχής αστείο, για να το πάρει κάποιος στα σοβαρά. Αλλά όλο και κάποιος τσαντίζεται και αντί να αποδεχθεί την κατάσταση την διαιωνίζει, της αλλάζει τα φώτα στην ανάλυση και κατηγορεί εκείνον που του κληροδότησε την έλλειψη σεβασμού και αυτόν που του την διατηρεί. Κι όλος αυτός ο φαύλος κύκλος είναι τελικά η πραγματικότητα, πάνω στους βράχους που έπεσαν σε αυτήν τη χώρα και άφησαν τον ήλιο να κάνει τα κουμάντα του.

Τον ήλιο, είτε ως Φοίβο είτε ως φως της Ορθοδοξίας, την οποία πολύ εκτιμάμε, τόσο που τσαμπουνάμε ότι είμαστε ο επιούσιος λαός της και βάζουμε τους παπάδες να ρολάρουν με ικανοποίηση τις πλούσιες γενειάδες τους. Και μετά κατεβάζει και τα καντίλια του, διότι καλή η μονοθεΐα και τα πνεύματα, αλλά σαν τον Απόλλωνα να πλερώνεται για τις μαντεψές του και τον Ερμή να βγάζει τις μίζες του, δεν έχει. Κι αφού δεν μπορεί να βρει κάτι να πει, μια και πρόκειται για παντοδύναμο και άσπιλο, ρίχνει ένα μπινελίκι ο Έλλην, για να έρθει στα ίσα του, κι αυτός κι Εκείνος.

(το παρόν κείμενο γράφτηκε για γνωστό περιοδικό, ωστόσο δεν δημοσιεύθηκε)

Ελληνικό χάος: Ένας σύμφυτος κανόνας Ελληνικό χάος: Ένας σύμφυτος κανόνας Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:32 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.