Της αγωνίας


Αυτό που λέγεται καθαρή συνείδηση, ο Έντμουντ Χούσερλ θα το περιγελούσε. Η εγκαθίδρυση της σχολής της Φαινομενολογίας δεν έχει χώρο για προσδιορισμούς στη συνείδηση.
Είναι μία, εσώκλειστη και προστατευμένη από όλους τους εξωγενείς παράγοντες. Και ό,τι εμφυτεύεται από τον κόσμο, μέσω της εποπτείας, είναι υπό πραγμάτευση από τη νόηση.

Όλα, εκτός από την αγωνία. Η αγωνία δεν σχετίζεται με το χώρο και το χρόνο. Δεν είναι γωνία, αν θέλουμε, σε γλωσσικό επίπεδο. Ασχημάτιστη και αυθύπαρκτη, καθίσταται αυθαίρετη. Θα μπορούσε κάποιος να πει, χωρίς να δεχθεί ειρωνεία ή επίθεση, ότι η αγωνία είναι πιο παλιά από το χρόνο και από το χώρο. Θα δύνατο να προσθέσει ότι δεν προέκυψε ως έργο από το δημιουργό, αλλά υπήρχε χωρίς αυτόν. Καθημερινά, νεογέννητα προστατεύονται σε κοιτίδες, από πλεόνασμα στρες.

Μία υπόθεση, όχι ευχάριστη απαραιτήτως, είναι ότι η αγάπη βγήκε από την αγωνία. Αγνώστου πατρός, προκύπτει όχι εμπειρικά ούτε μέσα από συμπερασματολογία, πάντως προκύπτει και αναδεικνύεται. Όπως η αγωνία, η αγάπη δεν βγαίνει μέσα από τη στατιστική. Τώρα, θα μπορούσαμε να λογομαχήσουμε για το πότε έχουμε νιώσει αγάπη και αν αυτή είναι φτιαχτή. Αυτή η ρημάδα χρησιμοποιείται κατά κόρον, άνευ λόγου, σαν ένα αργκό κήρυγμα πια. Αυτό το «αγάπη μόνο», από την αρχή του, στο λαιμό μού κάθεται. Αν το έβρισκα κάποια στιγμή συμπαθές, απλώς ήταν ένα ανεμογκάστρι.

Αυτή η αγωνία, η κυοφορούσα αγάπη, επικρατεί στην παράσταση «Hotel Μαρίνα», στο «Από Μηχανής» θέατρο, Ακαδήμου 164, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00. Από τη μεριά μου και λόγω της πολυχρησίας, το εγχείρημα δεν μου ήταν αδιάφορο. Η πρόβα τζενεράλε δεν αποσαφήνισε την κατάσταση, ασφαλώς δεν ήταν ένα δείγμα επαρκές. Τη δεύτερη φορά, οι σκηνές της αγάπης μού προκάλεσαν το ίδιο σφίξιμο. Αμηχανία. Δεν επρόκειτο για ενόχληση, όμως. Παρά για ξεγύμνωμα. Ήμουν ένοχος που το άνοιγμά μου δεν μπορούσε να βαστήξει τα μπόσικα μπροστά στην έλλειψη συμπλέγματος και υποκρισίας. Η αγωνία κυκλοφορούσε μονάχη της ανάμεσα στους ηθοποιούς, στα μικρά σχεδόν φωτογραφικά ενσταντανέ της Βανέσας με τα φτερά και της Τάνιας με το πορτατίφ-υδρόγειος στην κοιλιά. Η εξέλιξη γινόταν, πάλι, δημιούργημα της αγωνίας. Της άφθαρτης αγωνίας, της άπαρτης, εκείνης που θα συνεχίζει να υπάρχει, όχι απλώς στο ανθρώπινο είδος αλλά, στον κόσμο όλο, πολλές χιλιετίες μετά τον αστερισμό που θα εξαφανίσει κάθε ίχνος ζωής. Η αγωνία θα συνεχίσει να περιφέρεται, να βρίσκεται ανάμεσα σε ό,τι υπάρχει έως τότε και όταν δημιουργηθούν τα νέα είδη, όταν η θνησιμότητα βρει τη θέση της και πάλι στους πλανήτες, πάλι εκείνη θα βρει ένα ρόλο και ίσως ξανά, αφού δεν θα ταιριάζει με την αλληλουχία των γεγονότων, δεν θα θεωρείται σημαντική για εκείνους τους ζωντανούς οργανισμούς. Μα ξανά σε αυτήν θα στηρίζεται η πραγματική αναζήτηση του συναισθήματος, όπως επί σκηνής παρουσιάζουν οι 6 ήρωες του σκηνοθέτη Χρήστου Σουγάρη (Γεράσιμος Μιχέλης, Μαίρη Σαουσοπούλου, Τζίνη Παπαδοπούλου, Διονύσης Μπουλάς, Χρήστος Σταθούσης, Διονυσία Σακελλαρίου), καθένας εξ αυτών ανάλογα με τη γενιά του και ταυτοχρόνως τη γενετική επιθυμία ή ακόμα και ανάγκη, η οποία δεν υπακούει σε τύπους με κανέναν τρόπο, λες και αφ’ ης στιγμής που ενεργοποιείται πρόκειται για μία οργανική Πομπηία. Τα σκηνικά του Γιάννη Θεοδωράκη, ένα τοπίο που θα μπορούσε να έχει γεννηθεί η τζαζ, αφού αν και απ’ έξω δεν μπορείς να ακούσεις το αλύχτημα των σκυλιών να ακομπανάρει το σαξόφωνο δεν σημαίνει ότι δεν επιδίδονται μανιωδώς σε αυτό. Οι συντέλεστες, από τη Σοφία, φυσικά, τη βοηθό σκηνοθέτιδα, έως και τη Βασιλική Σύρμα, που έφτιαξε τα κοστούμια, βρίσκουν ενός διαφορετικού τύπου πολυτονικότητα, που χωρίς να είναι πειραματική αξιώνει το χαρακτηρισμό μινιμάλ και χωρίς να είναι φθήνη δεν είναι προς πώληση ως είδος πολυτελείας.

Το έργο, γραμμένο από τους Ιερώνυμο Πολλάτο, Γεράσιμο Μιχέλη και Σέβη Ματσακίδου, δεν λυσσάει να το ακούσουν για να αποδειχθεί η αγνότητά του. Δεν έχει κατακτητικές βλέψεις ούτε εξαρχής έχει βάλει στόχο την υπερβολή, για να αναδειχθούν τα νοήματά του. Η ποιητική πλευρά του δεν είναι ένα καλάμι μοναχό για κάθε θεατή και η κωμικότητά του, ως κωμειδύλλιο ή ως σαρκασμός και ειρωνεία, καλεί ήχους και όχι μανιώδη γέλια.

Το ελληνικό θέατρο ζει την πιο εύφορη εποχή του. Καλοκάγαθο και προβαίνοντας διαρκώς σε ανδραγαθήματα, τροφοδοτεί τη φαντασία, στην οποία συγκαταλέγεται η μνήμη. Οι αποδείξεις για αυτό δεν σημαίνει ότι είναι πειστήρια. Μα υπάρχουν. Λόγω της πενίας, λόγω της καθημερινής δέσμευσης σε μία άλλη συνήθεια, που συνάδει με τις ανάγκες, τη βρώση και την πόση, αυτήν τη στιγμή κρατάει μία εντιμότητα, η οποία ατυχώς δεν έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο για να μεταλαμπαδεύσει πρωτίστως την ελληνικότητα που ήταν κατορθωτό να γίνεται πριν από 60 χρόνια. Αυτή η εντιμότητα, στο «Hotel Marina», μετατρέπεται σε κάτι πολύ πιο σημαντικό: Σε ειλικρίνεια. Αν θεωρήσουμε δεδομένα το ταλέντο, τις κινήσεις, έναν κοινό παρονομαστή πια στις σπουδές, την ίδια την υπέρβαση που οπωσδήποτε βρίσκεται στην καθημερινή διάταξη και ούτε προκαλεί εντύπωση καθόλου, πρόκειται για μία παράσταση που, χωρίς να είναι αφρισμένη, είναι ένα κύμα προειδοποίησης ότι ούτε και σήμερα θα κολυμπήσεις στην απόλυτη νηνεμία. Αυτή η ειλικρίνεια, αγχωτική και όχι προδεδομένη, εποπτεύσιμη και όχι θέσφατο, κινεί τα νήματα, δίνει στη σκηνή το φως και της το απορροφά. Είτε δεις την παράσταση είτε όχι, αυτή η ειλικρίνεια παραμένει. Η λογοδοσία και το πέρασμα του συναισθήματος γίνεται με απόλυτη διαφάνεια, δεν προπαγανδίζει. Δεν στο δίνουν, για να το πάρεις εσύ και έπειτα να τους το μεταφέρεις σε έπαινο. Το μοιράζονται. Σαν θρησκεία που δεν ζητάει κάτι, ούτε καν τη φανατισμένη πίστη σου. Η Δευτέρα και η Τρίτη είναι οι κατάλληλες μέρες για μία τέτοια θρησκεία.
Της αγωνίας Της αγωνίας Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:27 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.