Τίμων: το τίποτα όλων μας


Για να φτάσεις στα καμαρίνια, μια μελαγχολία. Στενοί διάδρομοι, φωτισμός που σαφέστατα πάσχει από ψυχική διαταραχή, μία μεταφορά, από έναν προσεγμένο εξωτερικά χώρο που ίσως αποπνέει την ατμόσφαιρα των 80’s.
Η συνολική παρουσία του Εθνικού Θεάτρου, στην Πανεπιστημίου 8, δεν είναι φιλική ακόμα και με εκείνους που το λατρεύουν. Ακόμα κι αν το νιώθουν σαν το σπίτι τους. Δεν είναι ανάξιο σχολιασμού. Εκείνο το μπαρ στη Φειδίου, που λέγεται «Φάουστ», μόλις 4 μέτρα από την έξοδο, πιο πολλά όνειρα μαζεύει παρά απελπισία. Από την άλλη μεριά, τα όνειρα θα καταλήξουν σε απελπισία. Μπορεί να μην είναι εκείνη του Τίμωνα του Αθηναίου, αλλά θα έχει το ίδιο εσωτερικό εύρος. Η επιτυχία, σε αυτήν την περίπτωση, μοιάζει ακόμα χειρότερη. Προϋποθέτει σεμνότητα, όχι ως ρόλο αλλά εξ εντοσθίων, ό,τι άλλο είναι βέβαιον ότι θα σε κατασπαράξει.

Ο Τίμων καθόταν στην καρέκλα ενός καμαρινιού, έτοιμος να ανάψει ένα τσιγάρο. Η υπερδιέγερση συναντιόταν με την εξάντληση. Μαύρο μπλουζάκι, χακί παντελόνι και γραμμάρια ψυχής να υπερίπτανται σε ένα χώρο που αντιστοιχεί, σε αισθητικό ισοδύναμο, μόνο σε κατοικία μοναχού. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί, σε άλλα καμαρίνια. Η ησυχία, απλωμένη σαν μπουγάδα λευκών στη Νάπολη. Η σιωπή έσπασε από δύο εκκολαπτόμενους ηθοποιούς. Η ησυχία είναι ό,τι έμενε εκτός από τις δικές μας φωνές. Όταν μιλάς εσύ, όμως, η ησυχία παραμένει υπαρκτή. Ο τρίτος την διακόπτει.

Δεν είχαν περάσει 10 λεπτά από τη λήξη άλλης μίας παράστασης, του «Τίμωνα του Αθηναίου», που θα συνεχιστεί ως τις 18 Νοεμβρίου, από Τετάρτη ως Σάββατο στις 20:30 και την Κυριακή στις 7, ενώ θα αρχίσει ξανά στις 7 Φεβρουαρίου, για να τελειώσει στις 3 Μαρτίου. Ήδη εξαντλημένος από την ίδια την παράσταση, μιλούσε χαμηλόφωνα. Άλλωστε, είχε ήδη πεθάνει. Ο Τίμων είδε τις θέσεις στον εξώστη γεμάτες. Και αποφάσισε να στριφογυρίσει με την κατσαρόλα, διώχνοντας τους κόλακες, οι οποίοι αρνήθηκαν να τον βοηθήσουν σε μία σημαντική στιγμή για αυτόν. Ένα κλικ πιο γερασμένος, στην τελευταία πράξη της πρώτης πράξης του δράματος.

Η πρώτη έκκριση της υπερβολίνης με ωθεί να αναφέρω το εξής: Αξίζει ακόμα και να ταξιδέψεις για να την δεις. Να πάρεις το καράβι ή το ΚΤΕΛ, να έρθεις στην Αθήνα, να την παρακολουθήσεις, να πιεις ένα ποτό σε μία από τις ωραιότερες και πιο ασφαλείς, αν δεν είσαι προκλητικός, περιοχές της Αθήνας και το επόμενο πρωί (ή απόγευμα, αν είναι Κυριακή) να πάρεις το ΚΤΕΛ ή το καράβι και να γυρίσεις στο σπίτι σου.

Η υπερβολίνη ακόμα, από το προηγούμενο Σάββατο, δεν με έχει εγκαταλείψει. Σε αυτήν την περίπτωση, ο μίτος δεν ξελύνεται. Αντιθέτως, το μπέρδεμα γίνεται όλο και μεγαλύτερο. Το παραλήρημα, το οποίο ασφαλώς είναι αναπόφευκτο, αφού συνδέεται με την ονειροπόληση και την αυταπάτη, έστω και στη δική τους υπερβολή, δεν ενδείκνυται σε αυτήν την περίπτωση. Είναι μάλλον αποθαρρυντικό.

Η ιστοσελίδα του «Αθηνοράματος» σωστά γράφει ότι οι ηθοποιοί ερμηνεύουν. Ο Βασίλης Ανδρέου, ο Νίκος Καρδώνης, ο Γιώργος Δάμπασης, ο Ιερώνυμος Καλετσάνος, ο Χρήστος Σούγαρης, η Μαρία Σαββίδου, ο Δημήτρης Παπανικολάου, ο Μάνος Στεφανάκης, ο Άρης Τρουπάκης, η Αντιγόνη Φρυδά, ο Στάθης Κόικας, η Αργυρώ Ανανιάδου, ο Αναστάσης Λαουλάκος, ο Φώτης Κουτρουβίδης, ο Φοίβος Μαρκιανός ερμηνεύουν. Δεν παίζουν απλώς. Είναι μία ομάδα που, ακόμα και αν αποτελείται από διαφορετικούς χαρακτήρες (κάτι που πρέπει να θεωρείται δεδομένο), παραμένει πιστή. Σε τι; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα.

Υφίσταται, όντως, ως ερώτημα, διότι δεν πρόκειται για μία ομάδα που έχει ορκιστεί πίστη. Ο γνώμονας, όμως, αυτός είναι ο πιο σημαντικός. Ο γνώμονας είναι πως το θέατρο είναι η ουσία, είναι το άτμητο κομμάτι στο οποίο έχουν ορκιστεί όλοι, άρρητα, να είναι δεμένοι. Όχι το θέατρο, ο χώρος, αλλά η έννοια. Η πεμπτουσία. Αυτό είναι που προκαλεί τη δυστυχία του μοναχικού όντος. Όταν λέει ο Τίμων ο Αθηναίος ότι «το τίποτα είναι τα πάντα μου», μου θυμίζει ένα απόγευμα Κυριακής στο Μοναστηράκι, όταν ένας προπονητής, από αυτούς που είχα την τύχη να συναγελάζομαι τα χρόνια της υποτυπώδους δημοσιογραφίας, μου ανέφερε μία πρόταση που απέρριψε, που τον έβαλε σε πειρασμό, με την αιτιολογία ότι «έχω προσπαθήσει πολύ να γίνω τίποτα».

Δεν θα μπορούσες να μην είσαι δυστυχισμένος. Ό,τι καλό συμβαίνει, δεν γίνεται να προξενεί χαρά. Μόνο ανακούφιση, μέχρι την επόμενη φορά. Για λύτρωση, ούτε λόγος. Ο ηθοποιός δεν είναι ευτυχισμένος. Δεν μπορεί να είναι. Ο Ηθοποιός, όχι εκείνος που δηλώνει ηθοποιός.

Ο Ηθοποιός είναι ο Νίκος Καρδώνης με το μπουρνούζι, ένας μοχθηρός δούκας με ελαφριά βρετανική εσάνς. Είναι ο Δημήτρης Παπανικολάου, σχεδόν ξαπλωμένος στο ένα άκρο της μπανιέρας, με το αριστερό χέρι του να στηρίζει το κεφάλι του και τα πόδια κόμπο. Ο Απήμαντος είναι ένας αληθινός τζόκερ, 350 χρόνια πριν τον «κανονικό». Είναι οι γερουσιαστές, που μιλάνε από τους εξώστες. Ο επιστάτης του Τίμωνα, που η φωνή του τρεμοπαίζει και κάπως παραμένει σταθερή, ακριβώς την ώρα που θεωρείς ότι θα καταρρεύσει. Οι υπηρέτες, που ορμάνε στους αφεντάδες και εκείνη που, παρά την οφθαλμοφανή αδικία, κάνουν τα χατίρια τους. Οι πόρνες. Η χορογραφία του Τίμωνα με την πόρνη εντελώς ξαφνικά φώτισε το χώρο, αλλά ήταν μία έκλαμψη. Αντιθέτως, βοήθησε στη συνολική μελαγχολία. Ερμηνευτές που δεν επρόκειτο να χαρούν εκείνη τη νύχτα. Βαθιά άρρωστοι από θεατρίτιδα. Εντελώς αποστασιοποιημένοι από τα κλισέ. Κι ενώ ο Βασίλης Ανδρέου έτρεχε στην υπόκλιση, πιάνοντας τα νέα παιδιά του θιάσου, για να το ζήσουν, να συνεχίσουν να ελπίζουν, ο Νίκος Καρδώνης πήγαινε κάθετα το χώρο, σε μία αληθινή ποιητική εικόνα, που ουδόλως αποτελούσε τέχνη για την τέχνη. Δεν έχω πάψει να σκέφτομαι, έξι μέρες τώρα, για ποιο λόγο το έκανε. Και καταλήγω ότι είναι απλώς στενοχωρημένος. Στενοχωρημένος για τον κόσμο. Αυτό το έργο ίσως ανοίγει συγκεκριμένη πληγή. Ούτε ξέρω ούτε θεωρώ ότι θα μάθω.

Δεν έχω πάψει να σκέφτομαι, έξι μέρες τώρα, στοπ. Κάθε εικόνα που επιστρέφει στο μυαλό φέρνει στο μέτωπο ένταση, που η βαρύτητα δεν αφήνει ατιμώρητη. Περπατάω ανάμεσα σε ανθρώπους και αναρωτιέμαι ποια πλήκτρα θα έφερναν έστω ελάχιστη ικανοποίηση. Από τα πλευρά, ανεβάζω το δεξί χέρι μου και με τα δάχτυλα να κοιτούν τον ουρανό μοιάζω να κρατάω ένα τρόπαιο ή ένα σκαλπ μόνο με κόκαλα, λες και δοξάζω το φάντασμα της όπερας. Μισή ώρα αφού τελείωσε η παράσταση μετάνιωσα για πρώτη φορά που έχασα κάτι στο σανίδι, ενώ η Σοφία μού αφηγούνταν πώς της έκοψε και είδε τον «Ηλίθιο», ένα αληθινό τελετουργικό έξι ωρών του Λιβαθινού, με τον Ανδρέου να γίνεται πρίγκιπας Μίσκιν, τον Δημήτρη Ήμελλο να ερμηνεύει τον Ραγκόζιν και τη Μαρία Ναυπλιώτου να τους παιδεύει, ως Ναστάζια Φιλίπαβνα.

Αποφάσισα, εν τέλει, ότι η έλλειψη θεατρικής παιδείας, που δεν μου επιτρέπει να ξεχωρίσω την ήρα από το στάρι στο γνωστικό πεδίο, μου είναι εντελώς αδιάφορη. Ό,τι δεν έχεις και παρά όποιες προσπάθειες κάνεις συνεχίζεται ως άγνοια, τείνει, αν δεν γίνεται εύκολα, προς την αδιαφορία. Αυτό που μπορώ να πω, όμως, έχοντας πια δει μισή ντουζίνα παραστάσεις, είναι το εξής: η μάνα μού είχε πει ότι είχε δει την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή στο θέατρο. Στο ενδεχόμενο επιγόνων και ευκαιρίας δοθείσης, ό,τι μεταλαμπαδεύσω θα είναι ότι κάποτε, στο πολύ μακρινό παρελθόν, σε μία, τότε, πιο αθώα εποχή, ήμουν τυχερός που είδα τον Τίμωνα τον Αθηναίο, μία ωδή στο τίποτα όλων μας.
Τίμων: το τίποτα όλων μας Τίμων: το τίποτα όλων μας Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 8:13 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.