Η αίσθηση της τέχνης


Μερικές φορές απλώς το διαισθάνεσαι. Ότι κάποιος είναι καλός σε κάτι ή τουλάχιστον ότι αξίζει να τον παρακολουθείς. Και αυτό δεν έρχεται πάντα διά της εμφανούς οδού. Στη Μόσχα, ίδιο όνομα με την οδό που περπατάς έχει και η παράλληλός της.


Όταν παρατηρώ την Κατερίνα, εκ πρώτης δεν μου προκύπτει ότι έχω να πραγματευτώ με αφηρημένη καλλιτέχνιδα. Όμως, εξαρχής, εμπιστεύομαι πως αποκλείεται ό,τι κάνει να κυμαίνεται σε ό,τι έχουμε ορίσει ως μετριότητα. Δεν μπορείς να δεις την ονειροπόληση στα μάτια της, δεν μπορείς να διακρίνεις την αφηρημάδα στο βλέμμα της, τον τρόπο που κινείται και τον τρόπο που μιλάει, αλλά είμαι βέβαιος ότι οιστρηλατείται από ένα προσωπικό κληροδότημα, το οποίο είναι πολύ πιο ισχυρό από κάθε κλίση. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κλίση απαγορεύεται, απλώς δεν πρέπει να συνεπάγεται όλα εκείνα τα στοιχεία που κάνουν τον καλλιτέχνη ξεχωριστό. Τα παραδείγματα είναι άφθονα. Ένα σημαντικό πρόβλημα καλλιτεχνίας είναι πια ότι ο εκκολαπτόμενος δημιουργός βρίσκει ότι πρέπει να παίξει ένα ρόλο, εκείνον του οραματιστή. Κινεί τη συμπεριφορά του σε πλαίσιο, που αυτομάτως του απαγορεύει να σκεφτεί έξω από οποιοδήποτε κουτί. Για να σκεφτείς έξω από το κουτί πρέπει να βρίσκεσαι έξω από το κουτί και αυτό εξ ορισμού δεν γίνεται να συνοδεύει τη συνολική ανειλικρίνεια και την ψυχαγωγική ντροπή που νιώθεις για το γεγονός ότι σου αρέσουν πράγματα που δεν συνάδουν με το συνολικό status quo που εκπέμπεις. Ο κουλτουριαρισμός δεν ήταν ανέκαθεν ασθένεια. Συγχωρήστε την ατμόσφαιρα που αποπνέει από το προσεχές, αλλά μόλις έγινε μία κατάσταση την οποία πολλά βρομόχερα είχαν το δικαίωμα να λερώσουν, έχασε την πνευματικότητά του. Ο καλλιτέχνης δεν έχει να δώσει λογαριασμό στο πώς κινείται και τι πρεσβεύει ούτε στο τι πιστεύει. Για κάποιο λόγο, είναι σαν να αφαιρείται η ιδιότητά του, μία ιδιότητα η οποία ήδη διαθέτει την ευελιξία να φεύγει και να επιστρέφει και ασφαλώς δεν πρόκειται για κεκτημένο, αν έχει συγκεκριμένες πολιτικές πεποιθήσεις ή αν διατείνεται την αρέσκειά του σε πράγματα λαϊκά, τα οποία, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε όλους μας αρέσουν. Ένας από τους ανθρώπους που γνωρίζω και κατέχει τη διάσταση της αισθητικής σε ό,τι αφορά την τέχνη σε βαθμό ζηλευτό, νιώθει να τρίζουν τα θεμέλιά του από την ικανοποίηση που νιώθει παρακολουθώντας το σόου με τις Καρντάσιαν. Υποθέτω ότι ο μόνος τρόπος για να μη σου αρέσει κάτι τέτοιο ή παρεμφερές είναι να το αποφεύγεις. Αλλά τότε δεν είναι ότι δεν σου αρέσει, μα ότι δεν μπαίνεις στον πειρασμό. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο καταστάσεις είναι ειδοποιός.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μέσω παρεξηγήσεων και αναβολών, δεν κατάφερα να δω την πτυχιακή εργασία της στη Σχολή Καλών Τεχνών. Διότι το χαλασμένο τηλέφωνο σπανίως προκαλεί ωφέλεια. Πρώτα μία αναβολή, έπειτα η διαβεβαίωση ότι θα κρατούσε περισσότερες μέρες από ό,τι εν τέλει έγινε, βρέθηκα σε ένα συνηθισμένο για μένα τάιμινγκ: λανθασμένο. Τούτο αποδεικνύεται και από στοιχεία, που ορισμένες φορές οι εκφοβιστές πάνε στην αστυνομία έξαλλοι, για να αποδείξουν την ανύπαρκτη αθωότητά τους: τα δικά μου είναι ένα μήνυμα το πρωί της Πέμπτης και μία απάντηση ότι η έκθεση είχε τελειώσει το προηγούμενο βράδυ. Έχασα, λοιπόν, την ευκαιρία ενός νουάρ ατμοσφαιρικού τοπίου και, κυρίως, να βρεθώ σε κάτι που θα δικαίωνε την αίσθησή μου, μία αίσθηση που, σε αντίθεση με την εύθραυστη προσωπικότητα εκείνων που διατυμπανίζουν την αιώνια πίστη τους προς το λεπτεπίλεπτο, αποδίδεται σε ένα χαρακτήρα ισχυρό και σε μία γυναίκα σύγχρονη, που δεν είναι αναγκασμένη να αποδεικνύει κάθε λίγο και λιγάκι πού ανήκει ή να λογοδοτεί για ό,τι της αρέσει.

Απλώς υπήρξα τυχερός ερήμην και κατόπιν εορτής. Διότι η Μαρία με προσκάλεσε μέσω δικτύου ευρυζωνικότητας σε μία έκθεση με τίτλο «Ερειπωμένη μνήμη». Με την προσμονή ότι θα είχε σκαρφιστεί κάτι άλλο από τα προηγούμενα δημιουργήματά της, πήρα το δρόμο για την Πηλίου, δεν κουράστηκα κιόλας. Κι ενώ ό,τι υπήρχε στη μεριά της υπογραφής της το είχα ξαναδεί, αν και είμαι σίγουρος ότι έχει ήδη σκαρφιστεί κάτι νέο και άκρως ψυχεδελικό, το οποίο οσονούπω πρόκειται να βρει το δρόμο του προς κάποια αίθουσα,, ακριβώς απέναντι στην πόρτα βρίσκονταν δύο επιβλητικοί πίνακες. Πίνακες που θα μπορούσαν να είναι η αφίσα της ταινίας «οι Πειρατές της Καραϊβικής», αν την είχε σκηνοθετήσει ο Μπουνιουέλ.

Στην πτυχιακή της, εικόνα για την οποία έχω γνώμη μόνο σε βίντεο οπότε χρειάζεται να εκφράσω την αβεβαιότητα για το συμπέρασμα, χρησιμοποίησε το χρόνο (και τον ήχο) στο μήκος του, αν και κατασκεύασε δύο υποδιαστάσεις, κυρίως για να αναδείξει την τραγικότητα του να είναι ο άνθρωπος ένα πλάσμα που κινείται μέσα στη ματαιότητα και την ποταπότητα, αλλά πόσο καθοριστικός και προσωπικός μπορεί να είναι ο πόνος, η σφήνα του που μπορεί να πηγάζει από παράγοντες αμέτρητους, με κοινό παρονομαστή την απώλεια. 

Στους δύο πίνακες, τον χρησιμοποίησε στο πλάτος και τις ταλαντεύσεις του. Δεν ξέρω αν ήταν κόλπο, αν και είμαι σίγουρος ότι διαφωνεί για τη θέση που μπήκαν, αλλά δεν μπορείς να καταλάβεις ποιος ήταν ο πρώτος και ποιος ο δεύτερος. Κι ενώ μία λεζάντα που περιγράφει πρόσωπα αρχίζει να απαριθμεί πάντα από τα αριστερά προς τα δεξιά, σε αυτήν την περίπτωση υπήρχε μία ανατροπή. Πάνω που πήγαινα να σιγουρευτώ ότι ο αριστερός πίνακας οδηγούσε στο δεξιό, απευθείας επικράτησε η αμφιβολία. Δεν ήμουν σίγουρος και αυτό είναι το επιμύθιο. Το πρόσωπό τους μου έχει κατασταθεί γνώριμο, από εικόνες δεξιά και αριστερά, όπως και, αν και περισσότερο σε επίπεδο φαντασίας, η διαδικασία προσπεράσματος και συνέχισης μίας ζωής με τους καλύτερους δυνατούς όρους. Η αντίληψή μου για τη δυσκολία στα βήματα ίσως πήγαζε από κάποιο είδος στοργής, από μία λεπτή ανησυχία, ακόμα και παρά το γεγονός ότι αποτυγχάνω οικτρά στη σύγκριση που αφορά στην τρυφηλότητα. Υπάρχει, όμως, αυτό το σκοτεινό σημείο, το οποίο με τα χρόνια μπόρεσα να διακρίνω, αν και την πρώτη φορά, σχεδόν εξ απαλών ονύχων, ήρθε σαν ακραίο καιρικό φαινόμενο για να δέσει κόμπο το ναυτικό σκοινί του διαφράγματός μου. Ήταν ατόφια θλίψη, που τρύπησε τις αρτηρίες μου με τα διάφανα δάχτυλά της. Πάνω στο άνθος της δικής μου εφηβείας, που δεν είχε, στ’ αλήθεια, κάτι το αξιοσημείωτο, αν εξαιρέσεις το παιχνίδι, και της δικής της παιδικότητας, φοβήθηκα ότι, όχι απλώς δεν θα το ξεπερνούσε ποτέ αλλά, θα κατέρρεε υπό το βάρος της. Από αυτά τα δυνητικά συντρίμμια, τουλάχιστον στο δικό μου φαντασιακό πεδίο, δημιουργήθηκε μία ισχυρή φυσιογνωμία στο βάθος της, που δικαιώνει την ενέργεια που το βάρος της παίρνει από τη γη, η οποία, ωστόσο, φανερώνει κάτι στέρεο. Αυτό το στέρεο γίνεται τέχνη, χωρίς να πρέπει να γίνει βαβούρα ή θόρυβος γύρω από αυτό. Και αυτό είναι το ζουμί.

Όχι τόσο της πρωτοτυπίας, αλλά της αυθεντικότητας. Εκείνου που θα κάνεις για σένα εξαρχής και που το να το δείξεις δεν έχει σημασία. Κάθε δρόμο που ανοίγει, δεν έχει σημασία ποιος το έκανε, σίγουρα πρόκειται να τον διαβούν διάφοροι και είναι έως και βέβαιο ότι δεν μιλάνε όλοι την ίδια γλώσσα. Να ασχολείσαι με τη ζωγραφική ή τη φωτογραφία, εσύ και χιλιάδες άλλοι άνθρωποι, δεν σε καθιστά το σοφό παιδί. Και δεν πρέπει. Ουσιαστικά, δεν πρέπει να σε καθιστά κάτι, ούτε να προκύπτει κάποια αίσθηση ευθύνης για τους «συνόμοιους» σου, που λεν και στο χωριό. Το χώρισμα του δικού σου χαρακτήρα, ως ειλικρινή και όχι απλώς επιδεικτικό, με εκείνου που στο μυαλό του είναι η δόξα και η αλλαγή παντί τρόπω, είναι τόσο διακριτική όσο η κομουνιστική ψυχή του Χρόνη Μίσσιου σε σχέση με εκείνη του Νικίτα Χρουστσόφ. Ο δεύτερος λογίζεται ένα σύμβολο του κινήματος, αλλά ο πρώτος έδωσε τη ζωή του για αυτό και όχι για να επωφεληθεί μέσω αυτού.
Και δεν ισχυρίζομαι καν ότι εκείνος που βρίσκει στο ιδανικό την απόλυτη συνθήκη για να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στη δική του ηδονική δημιουργική κατάσταση θα δικαιωθεί, σε σχέση με εκείνον που κρατάει τη μηχανή του κιμά και την τείνει διπλωματικά προς το κοπάδι. Αντιθέτως. Όμως, κάποια στιγμή όλο αυτό βαραίνει, γίνεται βάσανος, σου πιέζει το κεφάλι και θέλεις απλώς να θυμάσαι εκείνους που ό,τι έκαναν το έκαναν επειδή απλώς το ήθελαν, όταν δεν τους κοίταζε κάποιος και δεν ήταν απλώς μία καρικατούρα που αναλωνόταν στο να αναμασά το δήθεν πνεύμα της εποχής.

Όταν πρόκειται για σχέδιο, μιλάμε για συγκεκριμένη τέχνη, που, όμως, έχει τη σχετικότητα της απόδοσης στο θεατή, ο οποίος είναι, εν μέρει, αναγνώστης. Όταν της σχολίασα το μπλε φόντο, που κάλυπτε τους πίνακες, μου απάντησε ότι κάποιο λάθος έκανα και μου έστειλε μία φωτογραφία. Όμως δεν έκανα λάθος, διότι τα απαραίτητα φώτα, εκείνη την ώρα που τράβηξε τη φωτογραφία, δεν χρειάζονταν όταν πήγα εγώ. Έτσι, ακόμα και ο υπεύθυνος της έκθεσης με ρώτησε αν ήθελα να ανάψει τα φώτα και συμφώνησε μαζί μου όταν αρνήθηκα. Έτσι το γαλάζιο εκείνης της ώρας της μέρας έπεφτε στον τοίχο δίπλα στους πίνακες, διαπερνώντας τα κάγκελα και δυναμώνοντας την ένταση του χρώματός τους. Κι όταν αναρωτήθηκα αν στη φωτογραφία ή σε αυτό που είδα βρισκόταν το μεγαλύτερο ποσοστό της αλήθειας, η απάντηση ήταν πανεύκολη. Λόγω της ίδιας της σχετικότητας της τέχνης, που την καθιστά πάντα επίκαιρη διότι συνεχώς φαίνεται ότι αντιστοιχεί με το χρόνο ως διάσταση και ως προϊόν του ρολογιού, η αλήθεια είναι ανώφελο να παρουσιαστεί. Είναι μία σαχλαμάρα. Δεν θα το έκανες ποτέ, να αναλύσεις τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής σου. Θα τις άφηνες να τσαλαβουτούν στα νερά του μάρσιπου της έκστασης, η εξήγηση θα έριχνε τη βαριά σκιά της πάνω τους. Γιατί να το κάνεις για έναν άγνωστο (πλην όμως αθάνατο) πειρατή του σουρεαλισμού; 
Η αίσθηση της τέχνης Η αίσθηση της τέχνης Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 10:07 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.