Έθνη γενίτσαρων


Ο ρατσισμός εκτιμάται ως ένα μαζικό φαινόμενο. Δηλαδή, αν κάποιος είναι ρατσιστής χρειάζεται και κάποιον άλλο για να εκδηλωθεί ο ρατσισμός.
Αλλιώς, αν είναι μία ατομική κατάσταση, πρόκειται για απέχθεια. Απεχθάνεσαι μία κατάσταση, ένα θεσμό, ένα κίνημα. Η εκδήλωση, όμως, έρχεται μόνο όταν συναντηθείς με ομοϊδεάτες σου.

Σε ό,τι αφορά τη μεμονωμένη απέχθεια που στην Ελλάδα υπάρχει για τους ξένους που βρέθηκαν στη χώρα και προσπαθούν να προσαρμοστούν στην καθημερινότητά της, δεν υπάρχει κάποιος που να την βιώνει και να την αναδεικνύει περισσότερο από έναν παλαιότερο ξένο. Οι Αλβανοί που έφτασαν στην Ελλάδα, για όποιον λόγο κι αν έγινε αυτό, είναι οι χειρότεροι κριτικοί των φυλών που αργότερα, ένεκα της ίδιας ή και χειρότερης ανάγκης, έφτασαν στη χώρα. Και πάει λέγοντας. Η ενσωμάτωση απευθείας φέρνει απέχθεια. Αυτό το είδος είναι οι λεγόμενοι γενίτσαροι.

Ο γενιτσαρισμός είναι ανάγλυφος στον αθλητισμό, όταν ένας παίκτης που αλλάζει στρατόπεδα επιδεικνύει φανατισμό υπέρ της νέας ομάδας του και, γιατί όχι, κόντρα στην παλιά. Ο γενίτσαρος θέλει να στεριώσει και, αφού βρίσκει τη νέα πατρίδα του, η οποία μετά το αρχικό μούδιασμα πιθανότατα τον αποδέχεται, καταφέρεται στα νέα στοιχεία, που παρεισφρέουν, νομοτελειακά, με το πέρασμα του χρόνου. Οπότε, όταν μία μελέτη αναφέρει ότι οι Έλληνες δεν γεννούν πια όσο γεννούσαν, χέστηκε η φοράδα στ’ αλώνι. Ή, όπως έλεγε και my late father, φασολάκια μαυρομάτικα.

Είναι παραπάνω από πιθανό ότι κάποτε κάποιος προπάππος μου ήρθε απ’ έξω και έξι εφτά γενιές μετά, που γεννήθηκα, είμαι Έλληνας περιωπής. Δηλαδή, είναι να βράζεται ο προβληματισμός ότι υπάρχει υπογεννητικότητα και η παρακίνηση να γίνονται παιδιά. Και τι θα τρώνε; Κολοκύθια με τη ρίγανη;

Θα πει κάποιος, η γενιά που έφερε το baby boom ερχόταν κατευθείαν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και βέβαια η απάντηση είναι σαφέστατη: οι συνθήκες που μεγάλωσαν τα παιδιά που αύξησαν τον παγκόσμιο πληθυσμό (ή, εν πάση περιπτώσει, τον έφερε στα ίσα του) δεν ήταν διαφορετικές, όχι μόνο σε σύγκριση με την πενταετία του Πολέμου, αλλά και τα προηγούμενα χρόνια. Για πάρα πολλές δεκαετίες, το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη βίωνε πενία και πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η συνήθεια είναι η απόλυτη… συνήθεια. Δηλαδή, οι συνθήκες που βιώνει ο άνθρωπος, όποιες κι αν είναι αυτές, εφόσον του επιτρέπουν να υπάρχει, είναι εντυπωσιακό πόσο απορροφώνται. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που η απόκλιση στο βιοτικό επίπεδο δεν είναι αξιοσημείωτη, η συνέχιση του προγονικού έργου δεν αποτελεί επιλογή, αλλά τη μόνη και μόνιμη πραγματικότητα. Άλλωστε, όταν κάτι δεν αποτελεί θέσφατο (όλα δεν αποτελούν), μπορεί να είναι από αμφισβητήσιμο ως αποδεκτό. Ο τρόπος ζωής είναι μία τέτοια κατάσταση, επειδή για τις ιδέες μπορείς να αμφιβάλλεις αλλά για αυτό που είσαι όταν το φως που βλέπεις γίνεται δικό σου, είναι δύσκολο να απεμπλακείς. Μοιάζει σαν να προσπαθείς να βγεις από το πετσί σου.

Όταν, όμως, υπάρχει απόκλιση σε ό,τι αποκαλείται βιοτικό επίπεδο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε κάποιο σημείο των κοινοτήτων τα δεδομένα αλλάζουν από μόνα τους. Κι αν η ελληνική επαρχία αργεί να δεχθεί τα σημεία των καιρών, η μεγάλη πόλη μετατρέπεται με βάση τους φόβους των κατοίκων της. Διότι κυνηγούμε ανεμόμυλους ακόμα και στην φανταστική περίπτωση της ανάπλασής της. Οπότε, αν υπάρχει ένα μείζον ζήτημα, σε ό,τι αφορά την υπογεννητικότητα (αλλά και τις ίδιες τις ανθρώπινες προοπτικές), αυτό αναδεικνύει τον αρτηριοσκληρωτισμό της ίδιας της ζωής μας: Κοιτάζουμε το «πρόβλημα» μόνο σε μία διάσταση, είτε αυτή είναι το μήκος είτε το πλάτος, αφού εξαρχής αναγνωρίζουμε ότι η δομή, οι νόρμες της ζωής μας, είναι αδύνατον να αλλάξει.

Οπότε, δικαιολογημένα υπάρχει υπογεννητικότητα στον κόλπο των Ελλήνων. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μάλιστα, τις προάλλες έκανε μία έρευνα για αυτό και τα δάκρυά του, κροκοδείλια βεβαίως, έπεσαν στο έδαφος της κρίσης και στο έμφυλα ρατσιστικό συμπέρασμα ότι η άνοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι ένας από τους λόγους. Μιλάμε για μαλάκες.

Όπως μαλάκες είμαστε και εμείς, που στενοχωριόμαστε που η φυλή των Ελλήνων δεν γεννάει τα παιδιά που γεννούσε πριν από μία δεκαετία. Διότι έχει μηδαμινή σημασία αν τα κουτσούβελα είναι της φυλής των Ελλήνων ή κάποιας άλλης φυλής. Το συμπέρασμα, δε, ότι ελληνικός λαός σε μερικές δεκαετίες δεν θα υπάρχει, είναι εξαιρετικά αφελές.

Τα έθνη, όλα τα έθνη, είναι έθνη γενίτσαρων. Ο προσδιορισμός είναι ξεκάθαρα θέμα ορίων. Ας πάρουμε την πιο κοσμοπολίτικη και απλοϊκή περίπτωση που μία Βελγίδα, η οποία πήγε στη Σύμη για διακοπές ένα καλοκαίρι, ερωτεύτηκε έναν ψαρά αλλά κυρίως το νησί και αποφάσισε να γίνει μόνιμος κάτοικος μέχρι να την κάνει. Σκαρώνουν τρία κουτσούβελα, βελγοελληνάκια, τα οποία μιλάνε και τις δύο γλώσσες. Μέχρι να αποφασίσουν, στα 20, να μιλάνε μόνο μία, κατά πάσα πιθανότητα τα ελληνικά. Ακόμα και αν δεν γίνει αυτό, όμως, θα συμβεί στα παιδιά τους ή στα παιδιά των παιδιών τους. Η τέταρτη γενεά, δηλαδή, θα έχει αποβάλει από την καθημερινότητά της οποιεσδήποτε φλαμανδικές γλωσσικές επιρροές και θα μιλάει ελληνικά. Εν τω μεταξύ, κάθε λογής επαγγελματίες θα βγαίνουν από εκεί: τσαγκάρηδες, ρευματολόγοι, ανθυποπλοίαρχοι, δικηγόροι του εργατικού, κάποιοι θα είναι άνεργοι, δραστήριοι και τεμπέληδες. Κάθε λογής χαρακτηριστικό θα διανεμηθεί. Σε τέσσερις γενεές δεν θα υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για την ελληνικότητα των παιδιών. Το ίδιο, όμως, πιο σύνθετα, θα συνέβαινε αν ήταν δύο Γερμανοί που αποφάσιζαν να ζήσουν στη Σίφνο (ας αναφερθεί ένα άλλο από τα ατέλειωτα ελληνικά νησιά, τα οποία μόνο όταν κατοικήθηκαν έγιναν νησιά, αφού ήταν βράχοι) για πάντα. Το ίδιο συμβαίνει με δύο Πακιστανούς, Ινδούς, Αλβανούς, Γκανέζους στην Αθήνα. Το ίδιο συνέβη όταν κάποτε ένας δωρικός Δωριεύς συνάντησε μία απρόσμικτη απόγονο των Ιώνων («Γιουνάν», φωνάζουν τον Έλληνα οι Τούρκοι), η οποία του πέταξε τα μαλλιά της και ανέβηκε στο μπαλκόνι της για ένα φιλάκι, που ήταν λίγο πολύ λίγο.
Έτσι γίνονται τα έθνη. Ακόμα και ο Φύρερ ήταν ειλικρινής: Σκοπός του ήταν να κάνει την Άρια φυλή, δεν ισχυρίστηκε ότι υπήρχε ήδη. Υπήρχε το σωματότυπο που ήθελε, ο ψηλός ξανθός άνθρωπος. Αλλά κι αυτός ήταν αποτέλεσμα πολλών καθόδων. Ο Γερμανός, ο Έλληνας, οποιοσδήποτε, δημιουργήθηκε. Πρώτα δημιουργείσαι και μετά αποκαλείσαι. Δεν γίνεται το αντίθετο. Κι όποιος νομίζει ότι είναι Έλληνας στην ολότητα, ας δώσει κάπου 100 ευρώ να στείλει το DNA του σε εργαστήρια που ειδικεύονται να βγάζουν ποσοστά εθνικότητας. Θα εκπλαγεί από τις διαφορετικές εθνικότητες και φυλές που θα παρουσιαστούν στο αίμα του.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η υπογεννητικότητα. Αν οι «ατόφιοι» Έλληνες δεν γεμίσουν τη χώρα με παιδιά, θα το κάνουν οι άλλες φυλές, εκείνες που στην Ελλάδα βρίσκουν καλύτερες συνθήκες από την πατρίδα τους κι ας έχουν να κοιμηθούν καμιά δεκαετία σε κρεβάτι. Και θα είναι Έλληνες τα παιδιά, διότι γενεά με γενεά θα απορροφώνται όλο και περισσότερο από τον τόπο και τις γραμμές του. Και όταν κάποιο πάει στη Μοσούλη θα νιώσει κάτι σαν πατρίδα, χωρίς να ξέρει ότι πριν από 300 χρόνια οι προπροπροπροπροπρο κ.λπ. ξεκίνησαν από εκεί, για να σωθούν από το μόνο αληθινό πρόβλημα: την ατέρμονη βλακεία του πολέμου.

Οπότε, σοβαρά, η υπογεννητικότητα δεν είναι ζήτημα. Κι ας λένε ότι είναι αυτοσκοπός η αναπαραγωγή. Αυτοσκοπός είναι ό,τι θέλουμε εμείς να είναι. Και πρόβλημα είναι τα καθίκια που δηλώνουν τη Μάνδρα για τόπο κατοικίας, ώστε τα παιδιά τους να πάρουν τα μόρια για να μπουν σε ΑΕΙ. Πρόβλημα είναι ο ταρίφας που αδειάζει το τασάκι του στο δρόμο. Πρόβλημα είναι να βλέπεις 10 ώρες τηλεόραση και να κατηγορείς τη νέα γενιά για τεμπελιά. Πρόβλημα είναι που η δουλειά μήτε με ηθικές αξίες σε μπολιάζει μήτε την τσέπη σου γεμίζει. Πρόβλημα είναι που μεγαλώνεις και δεν εμπιστεύεσαι ολοκληρωτικά κανέναν.

Αυτές είναι οι τραγωδίες. Η υπογεννητικότητα του «αυθεντικού Έλληνα» είναι απλώς ένας κρίκος στην αναπόφευκτη εξέλιξη, για την οποία δεν μπορούμε να αντιδράσουμε. 
Έθνη γενίτσαρων Έθνη γενίτσαρων Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 10:01 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.