Μπαμπάς



Ο γιος καθόταν εξαντλημένος δίπλα στον πατέρα του. Έξω καιγόταν η οικουμένη. Μέσα στο σπίτι η φωτιά δεν είχε μπει ακόμα.


Σε γη και σε θάλασσα αναζητούνται κάποια ευχάριστα νέα. Κάποια ελπίδα. Αν και η ένταση έχει περάσει, έχει παραμείνει η λεπτή στενοχώρια για ό,τι συνέβη και συμβαίνει. Ξυπνάς και μία σορός έχει ταυτοποιηθεί, ένας αγνοούμενος έχει βρεθεί και γίνεται νεκρός. Σκέφτεσαι ότι κάποια στιγμή το πέλαγος θα ξεβράσει κι άλλα πτώματα. Θα θυμάσαι κι εσύ, για χρόνια και χρόνια, πού ήσουν όταν έμαθες για την πυρκαγιά. Ίσως ακόμα να θυμάσαι πού ήσουν όταν συνειδητοποίησες ότι πρόκειται για μία τεράστια καταστροφή.

Ο γιος ήταν, εκτός από εξαντλημένος, απελπισμένος. Αν δεν τα είχε παρατήσει, ήταν έτοιμος. Ο πατέρας του τον κοίταξε. Οι φράσεις δείχνουν μία σχέση η οποία πρόκειται να αναπτυχθεί. Αλλά ουδείς ξέρει. Μπορεί μέχρι εκείνη τη στιγμή να υπήρχε εκείνη η αδιάσειστη διαφορά που συνήθως τα αγόρια (μάλλον ανεξαρτήτως ηλικίας ή έστω με ένα όριο που μπορεί να προσδιορίζεται ακόμα και στα 40 χρόνια) έχον με τους πατεράδες τους. Ο χερ Σίγκμουντ θα το απέδιδε στο μέγεθος του πέους.

Αλλά εκείνη τη στιγμή, στη διαδικασία της επιβίωσης, ήταν ο μεγάλος που έπρεπε να ανάψει τη σπίθα. Η γονιδιακή ακολουθία αναδεικνύει το αρχέγονο. Τη σειρά και την ιεραρχία. Στο σπίτι, το μεσημέρι, ο μικρός σήκωνε κεφάλι. Όχι ότι ήταν άντρας, αλλά ήταν πιο άντρας από τον άντρα, το καθεστώς του σπιτιού. Μία πράξη αντίστασης. Για το ονόρε. Όχι, όμως, κατά τη διάρκεια της επιβίωσης.

Στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη. Ο μπαμπάς μού παρουσιάζεται διαφορετικά, χρόνια μετά την παρουσία του, η οποία έχει χάσει τη δύναμή της, αλλά έχει κερδίσει σε διακριτικότητα. Θυμάμαι και θετικά: την περηφάνια, τη χαρά, τις συναισθηματικές εξομολογήσεις. Τον μπαμπά μου τον έκρινα άδικα τον περισσότερο καιρό. Ουδείς άνθρωπος ξέρει. Λίγο μόδα λίγο επιστήμη λίγο ένστικτο είναι η ανατροφή. Τι στο καλό, δεν βγήκαμε και τελείως χάλια. Την παλεύουμε. Έστω, κάπως. Κι αυτό είναι και δικό του έργο. Ίσως περισσότερο από όσο είμαι σε θέση να του αποδώσω.

Την παλεύουμε. Αυτό είπε, μέσα στο σπίτι τους στο Μάτι, τούβλα και ξύλο που ήταν καταδικασμένα να αποτελέσουν παρελθόν, ο μπαμπάς στο γιο. Ή σχεδόν αυτό. Του είπε κάτι ακόμα καλύτερο: «Σύνελθε, θα το παλέψουμε».

Χρειαζόταν κάτι. Μία μικρή νίκη, ανάσες που θα συνέχιζαν την πορεία τους στον ουρανό, όσο κι αν αυτό αποτελεί ματαιοπονία, όσο κι αν δείχνει στασιμότητα σε ό,τι αφορά την αντίληψη για το είδος.

Συνήλθε. Και το πάλεψαν. Κατάλαβε ότι ποτέ δεν θα γινόταν ο πρώτος άντρας. Κατάλαβε ακόμα ότι δεν ήθελε. Αυτό που δεν κατάλαβε είναι ότι έγινε άντρας. Ο χερ Σίγκμουντ ξαπλώνει. Αυτό, το μέγεθος του πέους, δεν μπορεί να το εξηγήσει.

Μπαμπάς Μπαμπάς Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 10:48 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.