Πού σταματά η δημοσιογραφία;



Ο ΛεΜπρόν Τζέιμς έβαλε τους πρώτους 16 πόντους στη νίκη των Κλίβελαντ Καβαλίερς επί των Ιντιάνα Πέισερς με σκορ 100-97, στο δεύτερο παιχνίδι της σειράς του πρώτου γύρου στα play off του ΝΒΑ.
Συνολικά, έβαλε 46 πόντους. Στο τέλος, βέβαια, μια και οργίασε στο παρκέ, έπρεπε να κάνει δηλώσεις.Κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, τα άσχημα νέα ήρθαν. Η Έριν, σύζυγος του Γκρεγκ Πόποβιτς, πέθανε στην ηλικία των 67. Ο ΛεΜπρόν Τζέιμς αγαπάει τον Γκρεγκ Πόποβιτς. Τον λατρεύει. Είναι ένας από τους αγαπημένους ανθρώπους του στο ΝΒΑ. Ακόμα και μόνο τις πολιτικές αντιλήψεις να βάλεις, ή τα συγχαρητήρια που ο «Ποπ» έδωσε στον ΛεΜπρόν μετά τις δηλώσεις που έκανε, ότι «δε θα είμαι ακόμα ένας μαύρος που θα σκάσω και θα ντριμπλάρω», εκ του «shut up and dribble», μπορείς να καταλάβεις ότι η χημεία μεταξύ τους είναι ακαταμάχητη. Η δική μου υποψία είναι ότι η προσωπική συμπάθεια άρχισε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, όταν ο Πόποβιτς ήταν βοηθός προπονητής του Λάρι Μπράουν, ο οποίος δεν χρησιμοποίησε τον ΛεΜπρόν Τζέιμς παρά ελάχιστα σε εκείνη τη διοργάνωση (όπως και τον Καρμέλο Άντονι). Ο ΛεΜπρόν, δεν πρέπει να ξεχνάει κάποιος, μέσα στη μεγάλη καριέρα του έχει παίξει σε τρεις Ολυμπιακούς Αγώνες, πρόθυμος να βοηθήσει την πατρίδα του, όποια κι αν είναι αυτή. Είμαι έως και βέβαιος ότι, μέσα στην αμφιβολία για την αξία του και την αμφισβήτηση για τις επιλογές του προπονητή του, ο Πόποβιτς χειρίστηκε το θέμα σαν μάστορας, όπως έκανε ήδη με τα μεγάλα ονόματα στο Σαν Αντόνιο και συνέχισε να κάνει.

Σίγουρα, λοιπόν, η σχέση τους δεν είναι μόνο αυτό που γνωρίζουμε. Ο ΛεΜπρόν Τζέιμς γνωρίζει και τον οικογενειακό περίγυρο ενός προπονητή που εκτιμά. Άρα και την Έριν Πόποβιτς. Μέχρι να τελειώσει το παιχνίδι, όμως, μέχρι να αρχίσει να κάνει δηλώσεις, δεν ήξερε για την απώλεια. Μετά από τις δύο πρώτες ερωτήσεις της δημοσιογράφου για το ματς, του διεμήνυσε το θάνατο της συζύγου του Γκρεγκ Πόποβιτς. 

Το να γίνεις αληθινός δημοσιογράφος είναι μία πολύ δύσκολη διαδικασία. Δεν αρκεί τίποτα, για να πω την αλήθεια. Είναι μία βρωμοδουλειά, η οποία στην Ελλάδα έγινε κάποτε της μόδας. Για καθένα που βλέπεις να απολαμβάνει προνόμια, υπάρχουν 21 που τρώνε σκατά, τόσο σε ό,τι αφορά την αξιοπρέπειά τους όσο και στις απολαβές τους. Δεν ξέρω για ποιο λόγο χρειάζεται να βάλεις το κεφάλι σου στην γκιλοτίνα μπαίνοντας στο ρεπορτάζ. Πέρα από την έκκριση αδρεναλίνης, είναι τόσο ψυχοφθόρο που το καλύτερο που θα είχες να κάνεις θα ήταν να το αποφύγεις. Η καθημερινή φθορά, δε, είναι ανυπολόγιστη, σε φέρνει, με έναν τρόπο, πιο κοντά στο τέλος. Επίσης, είναι απίθανο να αρέσει σε όλους μία δημόσια τοποθέτηση, ειδικά όταν περιέχει σχόλιο εμμέσως ή άμεσα, όπως απαιτεί η σύγχρονη δημοσιογραφία. Μπορεί να τσακωθείς με μία πηγή σου, να στραβώσει μαζί σου ένας προπονητής, να απαξιοί ένας αθλητής. Και εσύ, πάλι, να πρέπει να σηκώσεις το τηλέφωνο και να τον καλέσεις, σαν να μην έχει συμβεί κάτι, γνωρίζοντας ότι στην πραγματικότητα ξεκινάς πάλι και ότι δεν το έχεις αφήσει στο μέσο. Μπορεί να πληροφορηθείς εσύ, όπως έγινε στην περίπτωση της Έριν Πόποβιτς, το θάνατο ενός ανθρώπου. Και να πρέπει να τον μεταφέρεις. Το ζήτημα που τίθεται είναι: Πρέπει να τον μεταφέρεις;
Εξαρτάται, οπωσδήποτε. Από τον τρόπο και τον τόπο που το λες. Πέφτοντας στο βίντεο που ο ΛεΜπρόν αντιδρά για το θάνατο της Έριν, ένιωσα λίγο ξένος. Ο θάνατος, όσο κι αν είναι η νομοτελειακή εξέλιξη των πραγμάτων, όσο κι αν κάποιος καταλήγει εκεί αναμφισβήτητα και αναπόφευκτα, είναι και ένα προσωπικό δεδομένο. Όχι το ίδιο το γεγονός, αλλά η αντίδραση σε αυτό. Η συνεντευξιάζουσα, σε αυτήν την περίπτωση, είχε ένα σωρό από ευκαιρίες ώστε να μεταφέρει το γεγονός χωρίς να κάνει την ερώτηση on camera. Θα μπορούσε να το πει πριν από τις ερωτήσεις, για να τον προετοιμάσει, ή μετά από αυτές, ώστε ο ίδιος να μπορέσει, πηγαίνοντας προς τα αποδυτήρια, να διαπραγματευτεί με την κατάσταση. Δεν μπορεί βέβαια κάποιος να είναι σίγουρος ότι η κοπέλα ζήτησε το σχόλιο του ΛεΜπρόν με τη συνείδησή της να της αναφέρει ότι πρέπει να πουλήσει πόνο ή το έκανε επειδή είναι η δουλειά της και διότι όταν υπάρχει ένα νέο, ειδικά ένα τέτοιο νέο, τα αντανακλαστικά πρέπει να είναι γρήγορα, όμως σημασία έχει ότι το πρωτογενές υλικό, η αντίδραση του Τζέιμς, ήρθε μέσα από την κάμερα. Η οποία ήταν εξόχως συγκινητική, ο άνθρωπος στενοχωρήθηκε και αυτό έκανε μπαμ, χρειάστηκε λίγη ώρα μέχρι να καταλάβει τι είχε γίνει, στην πραγματικότητα έδειξε την ευαισθησία του αθλητή, αλλά ο θρήνος είναι μία κατάσταση που δικαιούσαι να διεκδικείς ιδιωτικότητα. Εν πάση περιπτώσει, η μεταφορά του νέου πρέπει να γίνεται πολύ διακριτικά και σίγουρα όχι από τον πρώτο τυχόντα. Αδυνατώ να πιστέψω ότι μία ρεπόρτερ δεν είναι η πρώτη τυχούσα για έναν αθλητή, ειδικά για έναν θρυλικό αθλητή που έχει έναν συγκεκριμένο κύκλο ανθρώπων, ο οποίος στην πλειοψηφία του είναι αναγνωρίσιμος.

Σε αυτήν την περίπτωση, ακόμα και την πιο αγαθή πρόθεση να είχε, κακοφάνηκε. Όχι μόνο σε εμένα. Σκρολάροντας στο instagram, φερ’ ειπείν, είδα ένα λογαριασμό να αναρωτιέται αν η ενημέρωση που παρείχε η συνεντευξιάζουσα στον ΛεΜπρόν ήταν απρεπής.

Μπαίνοντας στο πνεύμα της δημοσιογραφίας και του καθήκοντος, ασφαλώς αν έχεις ένα τέτοιο νέο πρέπει να το λες και να το γράφεις. Θα το καταλάβαινα πολύ περισσότερο αν, ακόμα και στη ζωντανή μετάδοση, ο Τζέιμς το μάθαινε κατευθείαν. Να σερβίρεις, όμως, πρώτα τις ερωτήσεις, με χαμόγελο για την ατομική απόδοση σε μία κατάσταση που μπροστά στην απώλεια είναι περιττή και έπειτα να παίρνεις το σοβαρό ύφος σου για να πεις το κακό νέο, μόνο αν εκείνη τη στιγμή στο σφύριζε κάποιος από το ακουστικό και μέσα από τον αυθορμητισμό θα μπορούσα, αν όχι να το αποδεχθώ, να μην είναι συζητήσιμο.
Το ίδιο συνέβη με τον Κέβιν Ντουράντ, όταν ένας φίλαθλος του είπε το νέο ενώ τον κατέγραφε με την κάμερα. Αλλά στην πραγματικότητα, παρ’ όλο που ο κόσμος συνεχίζει να θέλει να χάνει την ιδιωτικότητά του και οι σταρ έχουν συμβιβαστεί με αυτό, δεν είναι το ίδιο με τη ρεπόρτερ ενός μεγάλου δικτύου στις ΗΠΑ, η οποία πιθανότατα έχει πάρει εντολές. Μόνο η κλάση του ΛεΜπρόν, η κομψότητά του απέναντι στην τραγωδία και το γεγονός ότι είναι ένα κοινωνικό πρόσωπο, που εκτείνεται πέρα από το μπάσκετ με τις ευλογίες ενός πραγματικά προοδευτικού κομισάριου, έφεραν ένα viral που δεν είναι τελείως χυδαίο.

Από την άλλη, η απορία δε λύθηκε ως το τέλος του κειμένου, που για αυτόν το λόγο γράφτηκε. Αν είναι, όλη αυτή η ευθεία συμπεριφορισιακή γραμμή, ένα άνοιγμα στην ευγονική δυστοπία, αν οδηγούμαστε από έναν ηλεκτρονικό μαέστρο στο συναισθηματικό άφθαρτο, αυτό ίσως να έχει τη βάση του στο ότι θα πρέπει να ανεχόμαστε να μιλάμε μπροστά σε κάμερες για το θάνατο, αντί να έχουμε την επιλογή να μην μοιραστούμε τον πόνο μας. Το καθήκον της δημοσιογραφίας δεν μοιάζει να καλύπτει όλα τα κριτήρια ώστε η συγκεκριμένη συζήτηση να γίνεται να συγχωρεθεί, από την άλλη μεριά είναι μία καθημερινώς μάχιμη κατάσταση με το υπερεπείγον της πώλησής της ως τσιπάκι πάνω στους ώμους.
Πού σταματά η δημοσιογραφία; Πού σταματά η δημοσιογραφία; Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 2:57 AM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.