Σερσέ λα φαμ


Πιο πολύ μοιάζει με ετήσιο συνήθειο, παρά με κάτι που πράγματι υφίσταται ως εορταστική ημέρα. Η σπείρα του ταξιδιού για τα αφιερώματα τη μέρα της Γυναίκας ήταν ένα ταξίδι που, αρχής γενομένης από το 2007 και κατόπιν παραγγελίας, θυμίζει λίγο τη ζωή: αρχίζει με ενθουσιασμό, έχει πολλές ερωτήσεις και στο τέλος απογοητεύεται, όχι από την πορεία των γεγονότων αλλά διότι έχει το ίδιο μεγαλώσει.

Αν αναλογιστούμε τη δύναμη που έχει ο λόγος σε ό,τι αφορά την ψευδαίσθηση, ίσως διαπιστωθεί πως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τα γεγονότα έχουν την ίδια ισχύ όταν οι λέξεις κάνουν το χαλί πάνω τους. Ουσιαστικά, όταν πρόκειται να δημιουργηθεί το θεμέλιο ώστε μία κατάσταση να αλλάξει ρότα (κάτι που θεωρητικά λέγεται ζωή, αφού δεν έχουμε ιδέα τι πρόκειται να γίνει και καλύτερο θα ήταν να το νιώθαμε, απλώς θεωρούμε ότι κάτι που σχετίζεται με προφάνεια με τα προηγούμενα πρόκειται να συμβεί), δεν υπάρχει περίπτωση να μη γίνει. Όμως μία φράση ή ένας πειστικός μονόλογος μπορεί να καθυστερήσει τη συνειδητοποίηση της αλλαγής. Υπάρχουν, δηλαδή, η ζωή και ο κοινωνικός κόσμος, κάτι σαν σμίκρυνση της ζωής, γεμάτος από πράγματα που είναι πιο βολικά, αφού μπορούμε να ελέγξουμε. Οπότε, όταν εκφεύγει τις δυνάμεις μας κάποιο φαινόμενο, βιώνεται η δυσανασχέτηση. Ο καιρός δε μας ταιριάζει, ο σεισμός είναι πράξη εκδίκησης. Ό,τι δεν μπορούμε να αντιληφθούμε στον κοινωνικό κόσμο και την προσαρμοσμένη στη νόηση ζωή, η οποία ως επί το πλείστον μάς βοηθά να αντιλαμβανόμαστε ό,τι θεωρείται ως μοναδικό βίωμα, άρα μόνη πραγματικότητα, δε φαίνεται απλώς ανοίκειο αλλά και, ορισμένες φορές εκδικητικό. Αδυνατούμε, πολύ ορθά, να φανταστούμε ότι το μέρος που έχουμε έρθει υπήρχε πριν από εμάς.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό το μπέρδεμα είναι αδύνατον να μας αποτρέψει να ζούμε ως μέρη του πεπρωμένου και όχι μικρά στίγματα στο Σύμπαν, οργανισμοί που απλώς γεννιούνται και πεθαίνουν ως μέρος του μάταιου όλου. Ψάχνοντας την αθανασία, έχουμε δώσει ονόματα στα παιδιά μας, τα οποία γιορτάζουν, έχουμε σουλουπώσει, ίσως και καλουπώσει, το χρόνο, ώστε οι μέρες να είναι τέτοιες που να μπορούμε να τις θυμόμαστε, ακόμα γιορτάζουμε έξαλλα τις μέρες που γεννιόμαστε, τα θαυμαστά που βλέπουμε, ό,τι συναντάμε. Έχουμε ανακαλύψει τα μαθηματικά, κάτι που ακόμα πρέπει να φέρνει ρίγος, αναλογιζόμενοι πόσο ταιριαστή ανακάλυψη είναι για να διανθίζει την έπαρσή μας. Έχουμε, ακόμα, αυξήσει κατά πολύ το προσδόκιμο ζωής μας, ακόμα και αν μιλάμε για μία εποχή αιώνων, με όνομα που δεν της έχει δοθεί ακόμα, όχι για δεκαετίες και χρόνια. Και προσπαθούμε, σαν να είμαστε πνεύματα και όχι αληθινά ζώα, με οργανισμούς εύθραυστους στο πέρασμα του χρόνου, προορισμένους να φθαρούν τόσο πολύ ώστε να σβήσουν, να εξαλείψουμε τη βία και την ανισότητα με βάση τα ιδεώδη μας, τα οποία δημιουργήσαμε όταν πια δε μας έφτανε απλώς να ζούμε στο απροσδιόριστο, μόνο πληρώντας όλες τις φυσικές ανάγκες μας. Ακόμα και αν δε χρειάζεται να πέσει φως στο πόσο τυχαίοι είμαστε, θα ήταν ωραίο να ξέραμε αν αυτή η προσπάθεια, η οποία συνεχίζεται με το βασανιστήριο της ανεύρεσης λύσεων τόσο σε ό,τι αφορά την ιατρική, ανάμεσά της και την ψυχιατρική, όσο και σε ό,τι έχει να κάνει με την υπόλοιπη ζωή στο Σύμπαν, το ορόσημο του Big Bang, ακόμα και του τι υπήρχε πριν από αυτό. Είμαστε δύο φύλα, με κάποιες επιπλοκές, οι οποίες στην πραγματικότητα είναι οι εξαιρέσεις του μέσου όρου, ατίθασα χρωμοσώματα, που πασχίζουν να συνεννοηθούν μεταξύ τους από την ίδια την ύπαρξή τους, που πρέπει να στοιχειοθετηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην έχει αρχή και ασφαλώς τέλος, όπως ακριβώς συμβαίνει με το άπειρο. Πρέπει να είμαστε από το ίδιο υλικό με τα συστατικά του Σύμπαντος το οποίο ξέρουμε και αναγνωρίζουμε ως αυθύπαρκτο φτιαγμένοι. Η μέρα της Γυναίκας δε βοηθάει σε αυτό, αν και θα μπορούσε, σε περίπτωση που ο λόγος που δημιουργήθηκε ήταν εκείνος που τη γιορτάζαμε. Σε αντίθεση με το αίμα των υφάντρων που πότισε τους δρόμους της Νέας Υόρκης, στις 8 Μαρτίου του 1957, σε αντίθεση με όλο τον αγώνα που έγινε για να θεσμοθετηθεί η μέρα της Γυναίκας στον κόσμο όλο, πρώτα στις ΗΠΑ το 1909 και μετά από δύο χρόνια παγκοσμίως, σε αντίθεση με την επίσημη θεσμοθέτησή της από τον ΟΗΕ το 1975 ως ημέρα που αφορά στα δικαιώματα της Γυναίκας, τα οποία αλλάζουν συνεχώς και πολύ λογικά, πρώτα ήταν οι καλύτερες συνθήκες εργασίας και η ψήφος, μετά ήταν το θάρρος της γνώμης, τώρα είναι η αποφυγή της ψυχολογικής, σωματικής και σεξουαλικής βίας, αυτή η μέρα ενυπάρχει στη συνείδηση ως μία ερωτική μέρα και όχι ως φυλετική μάχη. Αλλά τα «χρόνια πολλά» είναι κάπως σαρκαστικά, αν υπολογιστεί μία πρόσφατη δικαστηριακή απόφαση που δίνει στον εργοδότη το δικαίωμα να απολύει την εργαζόμενή του σε περίπτωση που το θελήσει όταν εκείνη μείνει έγκυος. 


Δεν ξέρω τι γιορτάζουμε, για να είμαι ειλικρινής. Ίσως υπάρχει περισσότερη λύπη, αλλά στην πορεία των 11 ετών που τιμάται αυτή η επέτειος δε βρίσκω το λόγο για να αραδιαστούν ονόματα και ιδιότητες. Από καιρού εις καιρόν και με τις αφοριστικές ανδρικές συμπεριφορές απομένει μόνο το συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε σε μία μάχη, κυρίως κατανόησης και αυτοελέγχου, μία πάλη ξεφορτώματος όλων των βιωμάτων και της άνεσης που καθιστά την οντότητά μας ένα λάθος σε ό,τι αφορά το τι θέλει να διεκδικήσει ο κόσμος με βάση τις σχέσεις του, κάτι που ασφαλώς θα επηρεάσει και όλο το οικοσύστημα στις υπόλοιπες απτές διαστάσεις του. Δεν είναι δυνατόν να χαιρετιστεί αυτή η μέρα, όταν εν πρώτοις αντιμετωπίζεται το αντικείμενο του πόθου ως μπιμπελό, ως εξαγώγιμο προϊόν ικανοποίησης και εν δευτέροις όταν ο ίδιος ο γραφιάς δε βρίσκει δόξα ούτε γιορτή στη συγκεκριμένη περίσταση, παρά μόνο ένα διαρκές βασανιστήριο, μία φρικτή συνειδητοποίηση ότι δεν αρκούν τα κομμάτια της αναθεώρησης, αλλά πως πρέπει να ξαναφτιάξει τον ίδιο το μηχανισμό. Ίσως αυτο το σερί να έφτασε σε ένα τέλος, μια και ο λόγος της ύπαρξης είναι ο ύμνος, το ξύπνημα, το σκίρτημα, η αποθέωση και όχι η αυτοπαθής λύπη και η απελπισία για την ίδια την άγνοια, η οποία δε δίνει το δικαίωμα να προσδιοριστούν τα όρια και τα σύνορα.
Η κατάληξη, εν ολίγοις, είναι να κάνεις κάθε μέρα αυτό το ακαθόριστο που κάνεις, μακριά από εμπνευσμένα τσιτάτα και εντυπωσιακές δηλώσεις. Αυτό θα ήταν θαυμάσιο και επώδυνο, καθώς προτρέχει η πράξη της σκέψης και το ποσοστό εκπλήσσει. Κι αν δεν μπορείς να συγχρονίσεις με το μαγνητικό πεδίο στο οποίο υπάγεσαι αυτό που θέλεις, τότε ό,τι απομένει είναι η μοναξιά, με τη μορφή της περιθωριοποίησης. Μία μοναξιά μελαγχολική, ίσως και λίγο στενόχωρη, πάντως οπωσδήποτε απαραίτητη ως μέριμνα, ειδικά στην περίπτωση που θεωρείς ότι το ανθρώπινο είδος, αν όχι κομμάτι κομμάτι τότε σίγουρα ως είδος συνολικά, παίζει κάποιον δυσδιάκριτο ρόλο και δεν κυνηγά γαργαντουικές χιμαιρώδεις καταστάσεις. Και πρέπει να το θεωρείς, ακόμα και με τη βεβαιότητα ότι όλα είναι τυχαία. Αν δεν το θεωρούσες, δε θα έδινες καμία σημασία στο τι γίνεται γύρω σου, εκτός από το αν πρόκειται να σου κρατήσει παρέα. Εκτός κι αν το κάνεις για αυτό.
Σερσέ λα φαμ Σερσέ λα φαμ Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 3:26 AM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.