Η ησυχία της μουσικής



Η Ρωσίδα Σούρα, που δικαιολογημένα μάγεψε τον Αττίκ και τον έκανε να παντρευτεί για τρίτη φορά, είχε έναν αδελφό. Ο οποίος, Ρώσος με το αίμα του Λιάπκιν του Μ. Καραγάτση, έμπλεξε με την πρώτη σύζυγο του Αττίκ.
Όταν το έμαθε η Σούρα, στενοχωρήθηκε βαθιά. Ο σύζυγός της, για να την κατευνάσει, της πήγε στο σπίτι μία χούφτα από γιασεμιά. Η Σούρα δε γλυκάθηκε από τη χειρονομία. Άφησε τα γιασεμιά στο τραπέζι του σπιτιού.

Έτσι, ο δαιμόνιος Κλέων Τριανταφύλλου συνέθεσε το τραγούδι «της μιας δραχμής τα γιασεμιά»*.

Φυσικά και το συνέθεσε. Αν ο Αττίκ ήθελε να γράψει την αυτοβιογραφία του, θα έπρεπε να μηνύσει τον εαυτό του για κλοπή πνευματικών δικαιωμάτων. Σχεδόν ό,τι έζησε το έβαλε στα τραγούδια, τα ανταλλακτικά της ζωής του βρίσκονταν στη Μάντρα του. Οι ιστορίες πέρασαν από στόμα σε στόμα, τα περισσότερα χρόνια ανέκδοτες (και κατά συνέπεια κάπως ανακριβείς, με την αλήθεια να εξοβελίζεται από το παραθύρι του χρόνου), ενώ η ιστορία για το συγκεκριμένο τραγούδι ήρθε το Σάββατο, 3 Μαρτίου, κατά τη διάρκεια της ψυχαγώγησης ματιών και ώτων από τον Αργύρη Μπακιρτζή και τους Χειμερινούς Κολυμβητές.

Κάπου ανάμεσα στη διάρκεια της συναυλίας, ήρθε στο μυαλό ότι θα μπορούσαν να λέγονται Χειμερινοί Ποδηλάτες. Ίσως να στοιχειοθετούσε ένα κομψό αστείο. Με τον Νικόλα σταθήκαμε όρθιοι για πάνω από δύο ώρες, αν βάλουμε στο λογαριασμό και το διάλειμμα, όχι άσχημα για δύο ανθρώπους στα 63.

*Το συγκεκριμένο τραγούδι είναι από τα αγαπημένα μου. Το πρώτο πράγμα που γινόταν όταν επέστρεφα από τις διακοπές τα πρώιμα εφηβικά, σχεδόν μεταπαιδικά, αν υπάρχει αυτό το πράγμα, καλοκαίρια, ήταν να βάλω κάποιον δίσκο να παίζει στο πικάπ. Εκείνο τον κόκκινο δίσκο τον ζαχάρωνα δύο ολόκληρα χρόνια μέχρι να τον αποκτήσω. Το είδος νοσταλγίας που υπάρχει σε αυτήν την περίπτωση δεν ενέχει πρωτοτυπία. Πήγαινα στο δισκοπωλείο και κολλούσα το κεφάλι μου στη βιτρίνα, κοιτάζοντας αυτόν το δίσκο για πολλή ώρα και παρά τις όποιες καιρικές συνθήκες. Δίπλα υπήρχε ένα κατάστημα αθλητικών υποδημάτων. Το δισκοπωλείο έκλεισε απροειδοποίητα, σε χρόνο μάλλον που ήταν δυνατόν να γίνει ανεκτό, αλλά αυτό το κατάστημα στην Ελευθερίου Βενιζέλου υπάρχει ακόμα και το έχουν οι ίδιοι ιδιοκτήτες που το είχαν και τότε. Από εκεί είχα πάρει, Μεγάλη Τρίτη του Πάσχα το 1993, μία μπλούζα με τους παίκτες της Dream Team σε κόμικ και μία βερμούδα και είχα κάτσει μπροστά στην τηλεόραση για να δω το ΠΑΟΚ-Μπενετόν Τρεβίζο, εκείνο τον πικρό ημιτελικό του Final 4 στο Κύπελλο Πρωταθλητριών του μπάσκετ.

Η μουσική, συνολικά, αναδεικνύει το ταξικό πρόβλημα. Στην Ελλάδα, που το ταξικό είναι μείζον ζήτημα παρά το γεγονός ότι δεν μπορούμε να το αναγνωρίσουμε, το πάθος είναι επιτηδευμένο. Ένας λόγος θα μπορούσε να είναι ότι δεν είναι ακριβώς ταξικό: Είναι μία μάχη της αντικουλτούρας με την υποκουλτούρα. Στους κόλπους των φοιτητών ακόμα, η αντικουλτούρα αντικαθιστά ταχέως την κουλτούρα και η πνευματικότητα φέρνει μπαστάρδεμα. Ο κανόνας είναι πάντα χρυσός: Είναι μόνο μία γωνίτσα από την κατάσταση αυτή που μαθαίνεις όταν ενσωματώνεσαι σε ένα σύνολο και αποκτάς πίστη σε κάτι, άπαξ και πιπιλίστηκε το αγνό μυαλουδάκι σου. Όπως συνέβη με το παραμύθι του Αυστριακού στους Γερμανούς, οτιδήποτε άλλο θεωρείται ξεπεσμός αμέσως, δίχως οποιαδήποτε κρίση. Ο προσανατολισμός έχει ήδη χαθεί, οι διαδικασίες είναι τυπικές. Οι κουλτουριάρηδες του εντέχνου, στην πλειοψηφία τους, αφήνουν να αιωρείται ότι η δική τους αντικουλτούρα είναι καλύτερη από την υποκουλτούρα. Όχι τόσο σε ό,τι αφορά τα τραγούδια, όσο στην υιοθέτηση ενός ύφους που είναι στη χειρότερη περίπτωση εχθρικό προς το περιβάλλον, κατά συνέπεια προς τον άνθρωπο. Δεν μπορεί, ωστόσο, να συμβαίνει αλλιώς σε μία χώρα που υπάρχει η Αριστερά και η Δεξιά, ενώ το μπρος και το πίσω είναι κεντροκάτι, είτε αριστερό είτε δεξιό. Δεν πρέπει μόνο να μαθαίνουμε, αλλά είμαστε αναγκασμένοι και αποφασίζουμε -και μάλιστα γρήγορα. Ωστόσο, εδώ το αστείο είναι πως ούτε η Αριστερά είναι Αριστερά ούτε η Δεξιά Δεξιά, είναι και οι δύο κέντρο και αλλάζουν ρόλους με ευχαρίστηση. Οι κεντρώοι, δηλαδή, είναι πιοκεντρώοι. Όλα αυτά τα χρόνια της ειρήνης, αυτό είναι ένα θέμα το οποίο προτιμάται να μένει στην άκρη, εφόσον είναι πολύ πιο βολική η ταμπέλα.

Στο Μετς, λοιπόν, υπήρχε η ησυχία της μουσικής. Οι ιστορίες των Ποδηλατών, η ικανότητα της Εύης Μάζη, αναζωογονητική εικόνα όσο χρειαζόταν μια και δεν έλειπε ούτε η φρεσκάδα ούτε το μαύρο χιούμορ, έκαναν τον ακροατή να ομνύει στη λειτουργικότητα της ακροαστικής ψυχαγωγίας. Ακόμα και αν δεν επρόκειτο απαραιτήτως για ταξίδια στο παρελθόν, ο Μπακιρτζής έβγαλε από την εργαλειοθήκη τις ιστορίες για τις οποίες είναι σεσημασμένος και τις ανέδειξε με τον ήρεμο τρόπο που αναδεικνύονται τα πράγματα όταν το μεράκι διαχωρίζεται από την ψύχωση. Οι δύο Παπαδόπουλοι, ο Σιδερής, ο Σιγανίδης συμμετείχαν στο πρόγραμμα σε ένα μεγάλο κομψό jazz club.

Δεν είναι απαραίτητο ότι δε χρειάζεται να είναι η φλόγα αναμμένη, αλλά υπάρχουν κι άλλο τρόποι να την κρατήσεις εκτός από το να βάλεις τα χέρια σου πάνω από το καντίλι.Μπορείς να την υπερασπιστείς κλείνοντας το τζάμι, για να μην περνάει ο άνεμος, χωρίς να χρειαστεί να είσαι ο άγρυπνος φρουρός της και να καταφερθείς, εν τέλει, σε εκείνους που δήθεν προσπαθούν να τη σβήσουν ή ακόμα και σε εκείνη, που παρά τις ικεσίες σου προς το μέρος της, απρόσβλητη από οποιοδήποτε συναισθηματικό πρελούδιο, σβήνει, αφήνοντάς σε απελπισμένο. Οι Ποδηλάτες έχουν κλείσει μισό αιώνα συνεργασίας και αν ο αδελφός του Μπακιρτζή τού έκανε το αστείο, παραφράζοντας το στίχο από ένα ποίημα, «πόσο ακόμα θα έρχεται να σας βλέπει κόσμος», είναι άτοπο, γιατί ποιος δεν αρέσκεται σε ένα σχεδόν εγγυημένο εκλεπτυσμένο βράδυ Σαββάτου, όταν όλα γύρω του είτε έχουν άτοπη ένταση είτε ψοφολογάνε, δείχνοντας τη μηδαμινή δυναμική τους. Υπήρχαν ακόμα νεαροί θαυμαστές που τραγουδούσαν όλα τα τραγούδια τους, αν και όχι αυτά που δεν ανήκουν στους Κολυμβητές και με τα οποία τιμούν μνήμες ανθρώπων που δεν τους ξέρουμε, εγκλωβισμένοι στην επανάληψη μίας γνώσης που μοιραία θα γινόταν στείρα, εκπεμπόμενη από τη λεπτή, αόρατη διά γυμνού οφθαλμού, τρύπα που υπάρχει στα κουβούκλιά μας. Ο λαός είχε υπόσταση, επιδιδόταν σε υπέροχα των εποχών αστεία, στις αρχές του 20ού αιώνα, όπου οι Ποδηλάτες, τουλάχιστον τη νύχτα του Σαββάτου, επέστρεφαν συχνά πυκνά με αφορμή την καλή παρέα τους. Ο Μπακιρτζής μιλούσε για μέρη και ρωτούσε τους θεατές αν κατάγονταν από αυτά, κατάφερνε να συμπυκνώνει τις ιστορίες του σε δύο αράδες, να μιλάει για φαγητά, για μέσα μεταφοράς, για συγγραφείς και ποιητές, μοναχικούς και λησμονημένους, που η κοινή μνήμη δεν τους αναζήτησε, για αυτό και όταν κάποιος αναβιώνει τη δουλειά τους πρόκειται για αποθησαύρισμα.

Αποθησαύρισμα μεν, ανορθόδοξων για το πνεύμα της εποχής αφορισμών, δε. Για αυτό και πηγαίων, που ακόμα και αν δεν τα καταλάβαινες έπιανες την αίσθηση της ζαβολιάς.
Η ησυχία της μουσικής Η ησυχία της μουσικής Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 3:25 AM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.