Το λαθραίο, που είναι το σωστό



Η βασίλισσα Ελισάβετ πήρε την απόφαση και στις 4 Απριλίου του 1581 έστεψε ιππότη τον Φράνσις Ντρέικ. Στην Αγγλία, η επιλογή της επικρίθηκε ομαδόν: Πώς είναι δυνατόν να δίνεις το χρίσμα του σερ, και τα προνόμια που αυτό ενέχει, σε έναν ιππότη, έναν αγροίκο;


Η βασίλισσα ενδεχομένως να μην ήθελε καν να στέκεται δίπλα στον Φράνσις Ντρέικ, ένα φόβο και τρόμο των θαλασσών προς τα τέλη της εποχής που αποκαλείται Μεσαίωνας. Όμως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Μπορεί μόνο να φανταστεί κάποιος σε ποιου επιπέδου δυσκολίας κατάσταση είχε περιέλθει, προκειμένου να απευθυνθεί σε κάποιον ο οποίος θα μόλυνε το γαλάζιο αίμα, ακόμα και δίπλα του αν στεκόταν. Όμως δε γινόταν να παραγνωριστεί η προσφορά του στην οικονομία, ακόμα και αν αυτή προερχόταν από το λαθρεμπόριο. Η ευμάρεια του Νησιού εξαρτάτο από την απόδοσή του στις θάλασσες. Ο Ντρέικ ήταν το κλασικό παράδειγμα του παιδιού που ο δάσκαλός του του λέει, «εσύ ή στις φυλακές θα βρεθείς ή θα γίνεις πρωθυπουργός. Για να αφαιρεθεί το ρίσκο της φυλάκισης, έγινε πολιτικός. Και μετέφερε εκείνους τους γαμψούς τρόπους, τους σμιλεμένους από το άλας, στην πολιτική σκηνή του τόπου.

Η ιστορία του Φράνσις Ντρέικ είναι διδακτική τουλάχιστον στο συμπέρασμα ότι νόμιμα μια οικονομία δε γίνεται να ανθίζει. Το στήσιμο μιας κοινωνίας αφήνει ένα παράθυρο για να ενεργήσεις έξω από το νόμιμο πλαίσιό του ή με βάση ένα άλλο νόμιμο πλαίσιο. Εκείνοι που διαμαρτύρονται για το όριο της νομιμότητας που συμβαίνουν τα πράγματα είναι ασφαλώς εκείνοι που είτε δεν είχαν το θάρρος είτε δεν πρόλαβαν να ενεργήσουν κατά το επιθυμητό, που δεν είναι το χρηστόν ή το πρέπον. Υπάρχουν και ένας δυο ιδεολόγοι πάντα, αλλά εκείνοι δε συμπεριλαμβάνονται, για οικονομικούς λόγους.

Μερικές φορές, από την άλλη μεριά, το κενό που υπάρχει στη νομότυπη λειτουργία μίας κοινωνίας φαίνεται στη λειτουργία της μέσα από την πραγματικότητα. Κάθε ένας εξ ημών ζει τη ζωή του όπως σχεδόν θέλει ή όπως έρθει και αποτέλεσμα είναι ο χαρακτήρας του, μέσω των προγόνων, των άστρων και των γεγονότων που του συμβαίνουν, πλέκεται αναλόγως. Παραδείγματος χάρη, ο δικός μου χαρακτήρας με κάνει να μη βιάζομαι ποτέ να πάω κάπου, εκτός ακριβώς από την ίδια τη στιγμή που πηγαίνω. Σχεδόν πάντα εκπρόθεσμος, με τόσες εξαιρέσεις ώστε να τις θυμάμαι, υποθέτω ότι κάποια στιγμή συναντάω το λευκό κουνέλι ή, για να μην κλέβω πνευματικά δικαιώματα, τη γάτα του Τσεσάιρ και χάνομαι σε χωροχρονική λήθη από την οποία ξυπνάω άγαρμπα. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις εκδηλώσεις, ακόμα και αυτές που με πληρώνουν για να τρώω, που λέει ο λόγος. Κάνοντας πάντα την ίδια διαδρομή για να πάω στη δουλειά και περνώντας τα ίδια φανάρια, εδώ και πάνω από 2,5 χρόνια, έχει γίνει κατανοητό πώς λειτουργούν. Τις προάλλες, οδηγώντας στη Σπύρου Λούη για να βγω στην Κηφισίας, πέρασα το πρώτο φανάρι με κόκκινο. Ήταν καθαρό κόκκινο, αλλά οδηγούσα βιαστικός και με υψηλή ταχύτητα. Το αποτέλεσμα ήταν να περάσω τα επόμενα τρία φανάρια με πράσινο. Όλα επέτρεψαν να μη σταματήσω να βρίσκομαι σε κίνηση. Επειδή τις περισσότερες φορές σέβομαι το θεσμό των φαναριών και σταματάω, μπορώ να εγγυηθώ ότι αν σταματούσα σε εκείνο το κόκκινο, τα υπόλοιπα φανάρια που θα συναντούσα θα ήταν κόκκινα. Έχει συμβεί, ξανά και ξανά και ξανά.  
Από μόνο του, λοιπόν, αυτό το σύστημα λειτουργίας των φαναριών δεν επιβραβεύει τον τάγο του νόμου. Επιβραβεύει το σκανδαλιάρη. Ακόμα χειρότερα, αν τα μαθηματικά και οι εξισώσεις δεν μπόρεσαν να βρουν κάτι καλύτερο, που τουλάχιστον εκείνος που θα περίμενε υπομονετικά στο πρώτο φανάρι δε θα είχε να αντιμετωπίσει την ίδια κατάσταση και στα δύο επόμενα και εκείνος που θα περνούσε το πρώτο θα έπρεπε να πληρώσει τον οβολό του στα δύο επόμενα, τότε είναι νομοτελειακό το λάθος της γνώσης που διαθέτουμε και της υπακοής που πρέπει να έχουμε. Δεν είναι βέβαιο ότι πράγματι υπάρχει μία εξίσωση που θα έλυνε το δεσμό της ισορροπίας και τουλάχιστον θα επιβράβευε εκείνον που υπακούει. Η οδήγηση στους δρόμους της πόλης, αλίμονο, είναι ένας ψυχοβγάλτης και μπορεί να γίνει εξαιρετικά αγχωτική, δεν πρόκειται για μία μεμονωμένη κατάσταση, αλλά την κουβαλάς μαζί σου, έστω και αν είναι ένα προσωπικό ζήτημα. Όταν την σκαπουλάρεις με τέτοιον τρόπο, που σου δίνει το δικαίωμα να νιώθεις ότι το λάθος θα ήταν να υπάκουες στον κοκ, τότε βρίσκεσαι σε ένα καθεστώς ευθυμίας και αισθάνεσαι ότι το σωστό είναι αυτό που έκανες, ανεξαρτήτως αν είναι δίκαιο. Δεν προκύπτει από κάπου ότι πρόκειται για πλημμέλλημα ή αμαρτία. Και αν αυτό ισχύει για τρία φανάρια, τότε είναι πιθανό να ισχύει για περισσότερες πτυχές της ζωής, σίγουρα για τις πιο σημαντικές. Όσο πιο ψηλά βρίσκεσαι τόσο πιο εύκολο σου είναι να παρανομείς, μοιάζει να πρέπει να το κάνεις, όλα να οδηγούν εκεί. Και για αυτό συνήθως δεν υπάρχει καν ζήτημα συνεπειών. Για κάθε έναν που παραιτείται από το αξίωμά του επειδή άργησε να φτάσει στο Κοινοβούλιο, συνέβη με τον αντιπρόεδρο της Βουλής των Λόρδων Μάικλ Μπέιτς, υπάρχουν 24 που βγάζουν μαύρα από τρύπες που έχουν ανακαλύψει ή, ακόμα χειρότερα, τους έχουν οδηγήσει, εκδότες που καθυστερούν πληρωμές ενώ διαθέτουν χρήματα, αφεντικά που προσβάλλουν εργαζόμενους για θέματα που δεν άπτονται της δικαιοδοσίας τους, παπάδες που ορέγονται παιδικό δέρμα, παραγωγοί που τοποθετούνται ευθέως και εκβιαστικά σε στάρλετ, απειλώντας τους με καρατόμηση αν δεν επιχειρήσουν συνεύρεση μαζί τους, πολιτικοί που κατηγορούν άλλους για αυτά που οι ίδιοι ακριβώς κάνουν. Και όλα αυτά, με το ελάχιστο κόστος. Με ένα μόνο θύμα, για να αναδειχθεί η εύρυθμη λειτουργία του νομικού συστήματος, ακριβώς τη στιγμή που η ίδια η φτιαξιά του είναι ελαττωματική, τουλάχιστον για να πείθει για την αμοιβή επειδή ήσουν καλό παιδί. Αρχής γενομένης από ένα κόκκινο φανάρι που, αν το περάσεις, οριακά αλλά καθαρά κόκκινο, βρίσκεσαι μόνο μπροστά σε πράσινα.
Το λαθραίο, που είναι το σωστό Το λαθραίο, που είναι το σωστό Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 3:49 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.