Κοκόνα θάλασσα, φουρτούνα πεθερά



Όταν αποφασίζεις να σηκώσεις την αυλαία και να παρουσιάσεις Παπαδιαμάντη, τότε κάνεις επί της ουσίας δύο θεατρικές παραστάσεις. Η πρώτη είναι το ίδιο το έργο, η απόσταση που διανύεις από τη μεταφορά στην ερμηνεία με τελικό προορισμό τη μέθεξη. Η δεύτερη αφορά στη γλώσσα. Το μέσο που θα αποδοθεί η παράσταση. Ο Αλέξανδρος Εμμανουήλ δυσκολεύει εξαιρετικά την κατάσταση.


Βρε, μύρισε θάλασσα στο θέατρο «Χώρα» εκείνο το βράδυ. Από Σποράδες μέχρι Ιόνιο και από Λιβυκό πέλαγο μέχρι Κυκλάδες. Θάλασσα της απελπισίας, θάλασσα της μαύρης μέρας, θάλασσα του παπαδιαμαντικού Θεού, με τα αποπαίδια με τα ωάρια. Μύρισε κοκόνα θάλασσα, φουρτούνα πεθερά. Η Φραγκογιαννού σκοτώθηκε μπροστά μας, στην πρώτη σειρά. Η Φραγκογιαννού δεν μπόρεσε παρά να αποχαιρετήσει το νήμα της ζωής της με ό,τι την πείραξε περισσότερο από όλα στην ίδια την ύπαρξή της. Μαία, ματζουνίστρα και φόνισσα, το πρόσωπο του αυθεντικού αριστουργήματος του πένη γυρολόγου, μπαίνει στο θέατρο διατηρώντας τη γλώσσα. Η Φραγκογιαννού, όμως, δεν είναι όποια και όποια Ελληνίδα ηθοποιός: είναι η Νένα Μεντή, η οποία δεν φαίνεται ότι υπάρχει ρόλος που δεν μπορεί να παίξει. Όταν βγήκε, η Βούλα με σκούντησε. Ήταν σαν να γινόταν πραγματικότητα μία επιθυμία που μέχρι πριν από κάποια 24ωρα δεν γνωρίζαμε ότι είχαμε. 

Η χροιά της φωνής της, άλλωστε, οδήγησε τον υπογράφοντα στο θέατρο μία τυχερή, πλην βροχερή, μέρα. Η διαπραγμάτευση με τη γλώσσα του Παπαδιαμάντη θέλει χρόνο. Οι καταλήξεις θέλουν εξοικείωση που δύσκολα συναντάται ακόμα και στα πιο εξειδικευμένα σεμινάρια ορθοφωνίας. Η υπερβολή είναι απαραίτητη στη συγκεκριμένη περίπτωση, κυρίως σε ό,τι αφορά το συμβολισμό. Στο θέατρο οι ηθοποιοί αγωνιούσαν να πιάσουν τον παλμό. Να αφήσουν να πλανηθεί στην αίθουσα ο πλάνος θεός Ποσειδώνας, μαζί με το σιχτίρισμα από τη ζωή του. Ο Παπαδιαμάντης μέσα από τη γλώσσα, που γίνεται εικόνα, κάνει το αυτονόητο: Βασανίζει.

Βασανίζει, πλην όμως έζησε βασανισμένος. Βασανισμένος, αντιφατικός, ονειροπόλος. Το πιο γνωστό ζωγραφικό έργο για αυτόν θυμίζει αγιογραφία. Η Εκκλησία δεν έχει ακόμα εκφέρει επίσημη άποψη για τον κοσμοκαλόγερο, που περισσότερο μοιάζει με παρατσούκλι που θα έδινε ο εξαποδώ στο πρωτοπαλίκαρό του, αλλά είναι η ουσία της ίδιας της ζωής του έμπλεου μοναξιάς, συναισθημάτων, αντίδρασης, Σκιαθίτη. Ενός από τους πιο αμφιλεγόμενους Έλληνες συγγραφείς, από εδώ ο ύμνος στη λογοτεχνία του, από εδώ και η πλήρης απαξία, η ασεβής. Βγάζει τη γλώσσα. Στα μάτια των φιλόδοξων κοριτσιών, στα χείλη των αθεράπευτα βλάσφημων, στις πειραγμένες βίδες, στο αντιγύρισμα της προσβολής.


Ο θεατρικός χρόνος είναι λίγος. Όλες οι γυναίκες, σαν χορός τραγωδίας, ψάχνουν την ίδια την ύπαρξή τους, φυσικά πρόσωπα και ρόλοι. Στο τέλος κάνουν τη σούμα, αν έχουν κρατήσει τον παλμό, αν έχουν δώσει στο θεατή να καταλάβει. Δεν μπορούν να απαντήσουν με σιγουριά σε τίποτα. Η παπαδιαμαντική δραματουργία προϋποθέτει την απλότητα, δεν αρκείται στο καλό ή το κακό, αλλά στη μάχη του θείου (που είναι το ενάρετο) με το δαιμονικό. Και πάλι, όμως, η διαστρεβλωμένη θέση της γυναίκας στα τέλη του 19ου αιώνα και το συνωμοτικό ύφος αρκούν για να γίνει θέμα. Ως ηθοποιός, ακόμα και κάτω από τις οδηγίες του καταξιωμένου Πέτρου Ζούλια, αυτό είναι το ζήτημα. Είναι αρκετό, συνταρακτικά αρκετό.  Ο δρόμος από τα Χριστούγεννα στο Πάσχα, από το σκότος στον ήλιο, μέσα από τα μάτια των Γυναικών, είναι βαρύς και ασήκωτος. Είτε πρόκειται για χαμένα μωρά, είτε για μικρά παιδιά που η ίδια η θρησκευτική λογική τα καταριέται, είτε για κορίτσια στην εφηβεία, όπως η Έφη Σακελλαρίου, για κοπέλες από καιρό παντρεμένες και λεχώνες, όπως η Ευγενία Δημητροπούλου, που περιφέρουν από μόνες τους ένα σεβαστό ποσό ενέργειας που ουδείς θέλει να πλησιάσει, όπως η Μαριάννα Τουμασάκη, που το ποτό είναι η δική τους κρυφή αδυναμία, σαν τη Χριστιάννα Μαντζουράνη,  είτε για μεγάλες γυναίκες, όπως το θαυμαστό βαρύ γλυπτό που αναδεικνύει το πρόσωπο της Έρσης Μαλικένζου, ο δρόμος είναι δύσβατος, ακριβώς όπως η παπαδιαμαντική γλώσσα, πριν και μετά την εποχή που ο Ζήσιμος Λορεντζάτος αποφάσισε να τον κάνει προσιτό σε όλους.

Η τσαχπινιά στην υπόθεση είναι ότι πρόκειται για κάτι σαν ποτ πουρί του παπαδιαμαντικού έργου. Ιστορίες που ανακατεύονται. Βασκανίες και βότανα, καταστάσεις από τις οποίες δεν είμαστε ακριβώς απαλλαγμένοι τους σύγχρονους καιρούς. Σαν να φορτώνουν κάρο, οι γυναίκες της Σκιάθου ακολουθούν την τροχιά της παράδοσης, βλέπουν τους άντρες τους να φεύγουν και μαθαίνουν τελευταίες ότι γύρισαν. Μίσος δεν υπάρχει, ακόμα και στην πιο αποτρόπαιη των πράξεων. Πέραν του καθαγιασμού, ούτε κίνητρο. Ο ρασκολνικαφισμός δεν βρίσκει πρόσφορο έδαφος εδώ, ούτε σε ό,τι αφορά το δέλεαρ ούτε στις αληθινές τύψεις. Ηθοπλαστικά, πρόκειται για μία σάτιρα από μόνη της, που καταλήγει στο εύλογο συμπέρασμα περί, όχι μόνο πλασμάτων αλλά και, καταραμένου φίλου. Η Φραγκογιαννού είναι η αρχικαταραμένη. Η χροιά της φωνής της Νένας Μεντή, βεβαίως, είναι σαν ένα πρόσωπο καρφωμένο στο μυαλό σου που δεν μπορείς να (και ανησυχείς να μην το) ξεχάσεις.

Οι παραστάσεις κάθε νύχτα είναι διαφορετικές. Στο θέατρο Χώρα (Αμοργού 20 στην Κυψέλη), κάθε Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο στις 21:00, αλλά και Κυριακή στις 19:00, το κυνήγι αφορά στο εσώτερο εγώ. Στη βουτιά στο λαμπερό βυθό, που παραμένει βουτιά, δηλαδή πρόκειται για μία καθοδική κίνηση, η οποία γίνεται με ελεύθερη βούληση, άπαξ και αποφάσισαν τα κορίτσια να πλαισιώσουν το θίασο.
Βασική φωτογραφία κειμένου: Βούλα Μπακάλου

Από εκεί και ύστερα, το μόνο που απομένει είναι να παίξεις απλά. Να μπεις στο κλίμα της εποχής, να μυηθείς στο πνεύμα των ηρωίδων. Μόνο ευχάριστο, ότι χρειάζεται προσπάθεια: αν και η απόσταση δεν είναι τόσο μεγάλη που να μη φαίνεται αυτή η εποχή, είναι τόσο που και με μισό, έστω, βαθμό μυωπίας δεν τη βλέπεις. Πρέπει να την ψάξεις λίγο περισσότερο. Ανάσες και ασκήσεις ζουν το δικό τους βίωμα, ρευστά μετατρεπόμενες σε ζωντανό πλάσμα, που είτε αρνείται να δει την κακία του κόσμου είτε ψάχνει να κρυφτεί από αυτή. Γυναίκες πλανεμένες, γυναίκες πουλημένες, γυναίκες φυγαδευτές. Μια και είναι της μόδας, αλυτρωτικές.
Βιώνοντας την καλύτερη εποχή της ελληνικής ποίησης ήθους, με παραστάσεις που είναι τουλάχιστον καλές παντού στην Αθήνα, ο Παπαδιαμάντης μάς υπενθυμίζει, έστω και αν δεν το ξέρει, τα κοινωνικά δεινά μας, που, μακριά από τα εθνικά ψυχικά μιάσματα, μας κάνουν να νιώθουμε συνδεδεμένοι με την πατρίδα μας. Έξι γυναίκες του, προσταγμένες στο σκοπό του, με τη διάθεση να γίνουν γυναίκες του, μας το λένε. Στην υπέροχη, λαϊκή, απασφαλισμένη, γλώσσα του.

Κοκόνα θάλασσα, φουρτούνα πεθερά Κοκόνα θάλασσα, φουρτούνα πεθερά Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 2:14 AM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.