Η ωριμότητα της υπακοής


Όταν χρησιμοποιείται το επιχείρημα της υποκειμενικότητας για μία κατάσταση καταστρατηγείται αυτή η υποκειμενικότητα. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για επιχείρημα, αλλά για άλλοθι. Το ίδιο συμβαίνει με τη σχετικότητα, αλλά και τη διαπίστωση πως όλα είναι στο μυαλό.
Αυτού του είδους οι προσεγγίσεις αλλοιώνουν την ίδια την αξία τους. Η προσφορά της επιστήμης, των μαθηματικών και της φιλοσοφίας τους (που είναι η ίδια η φιλοσοφία), δεν ενδείκνυται για άλλοθι. Ο νόμος της ζωής είναι ότι αυτά υπάρχουν και δεν έχουν εφευρεθεί. Είναι μέρη αυθύπαρκτα, αξιώματα, που δεν γίνεται να χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα για να διευθετηθεί μία διαφωνία. Αν παραμείνει διαφωνία, αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι όλα στο μυαλό ή διότι όλα είναι σχετικά, αλλά επειδή ουδείς μπορεί να δεχθεί ότι το επιχείρημα του άλλου είναι καλύτερο από το δικό του. Όταν τελειώνει μία κουβέντα με την κουβέντα, «εντάξει, ο καθένας έχει τη γνώμη του», πρόκειται για την επιτομή της ανωριμότητας. Και επειδή η ανωριμότητα είναι ίδιον του ανθρώπου, αυτή η φράση δεν έχει ηλικία. Αν μπορούμε να το δούμε με βάση το κλισέ ότι «ο άνδρας είναι ανώριμος», τότε η αναμφισβήτητα ισχύουσα κατάσταση είναι η ανωριμότητα της ανωριμότητας.  
Η επιθυμία υπάγεται επίσης σε κάτι που είναι ρέον και αφορά πάντα στους συσχετισμούς. Η διαφορά της από την ανάγκη και την ικανότητα δεν είναι μόνο πως ό,τι προκύπτει εκ σπλάχνων είναι ασφαλώς μετατρέψιμο, αλλά και ότι η άρνησή της δεν έχει τον ίδιο βαθμό σιγουριάς. Η άρνησή της ενέχει πάντα το στοιχείο της μισής κατάφασης και αυτός είναι ο λόγος που, στο βαθμό που αναλογεί πάντα στην υπομονή και τη δύναμη εκείνου που δέχεται τη φαινομενική άρνηση, είναι η τέταρτη διάσταση που την αφορά περισσότερο, δηλαδή ο χρόνος. Αν οι υπόλοιπες τρεις διαστάσεις είναι η ύπαρξη (η ανάγκη, δηλαδή), η δυνατότητα και η ικανότητα, δηλαδή εκείνες που ενυπάρχουν έμφυτες, η επιθυμία είναι το σύμφυτο και δεν αρκεί παρά ένα βλέμμα για να παρουσιαστεί μπροστά σου έξαλλη. Η επιθυμία μπορεί να είναι αυτοπαθής, να τυραννιέται, όμως βγαίνει ακέραιη, πριν κάνει όλες τις βόλτες της για να ξεθυμάνει και να γίνει πραγματικότητα ή, ακολουθώντας το δρόμο της πλησμονής, να γίνει, έπειτα, λησμονιά. Ενώ οι υπόλοιπες περιπτώσεις είναι μία βάση, που ο δρόμος που ακολουθούν συνήθως γίνεται κατανοητός, έστω και αν πιθανώς προσδιορίζεται από σχηματισμούς μικρών ύφαλων, στην περίπτωση της επιθυμίας οι γραμμές είναι τέμνουσες, δύο καλώδια δεμένα σε κόμπους και μπερδεμένα μεταξύ τους, δίχως την παραμικρή σημασία όταν τα βλέπεις σε μία μορφή που είναι τετελεσμένη.

Η επιθυμία συμβολίζεται λαϊκά από το ρήμα «θέλω», το οποίο χρησιμοποιείται συχνά στη διάλεκτο της ρουτίνας και που ασφαλώς στολίζει με απατηλό τρόπο ένα από τα πλέον ξεδιάντροπα τσιτάτα του δυτικού κόσμου: «Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δε θέλω». Μόνο η πεποίθηση της λογοδότησης σε αυτό το κάνει αυταρχικό, πόσω μάλλον η ίδια η μορφή του και η έννοιά του, η οποία ξεχωρίζει για τη συγκείμενη αντίφασή της. Όχι μία αντίφαση που προκύπτει εκ κλίσεως και που προϋποθέτει σχεδόν άγνοια, αλλά ένα επιτηδευμένο στοιχείο, που γίνεται τρόμος για τις αισθήσεις εκείνου που βασανίζεται. Για τους ενήλικους που έχουν ξεπεράσει, πια, το μετεφηβικό κομμάτι, η επιθυμία δεν κάνει την επίσκεψή της μέσω ατόφιας μορφής παρά ελάχιστα και όταν συμβαίνει αυτό είναι σκανδαλίζον, διότι συνήθως συμβαίνει μέσω της νοσταλγίας: αυτό που θέλεις είναι να είσαι μικρότερος, ώστε να θέλεις κάτι ξεκάθαρα, χωρίς να διαβλέπεις το ευκαιριακό ραμολιμέντο το οποίο σου δημιουργεί πίεση και ευθύνες, δηλαδή σε κάνει να μεγαλώνεις. Παρουσιάζεται, ούτως ειπείν, με το προσωπείο της ευκαιρίας και σε αφορά στο σημείο που δεν οριοθετεί τους στόχους σου, αλλά την ασφάλειά σου. Κατ’ ανάγκην μπαίνεις σε καταστάσεις ανεπιθύμητες για να πετύχεις μόνον κάτι, το οποίο δεν είναι εξ ορισμού πιο σημαντικό από όλα τα εμπόδια που πρέπει να υπερβείς για να το φτάσεις ή, έστω, να λοξοδρομήσεις για να μην τα αντιμετωπίσεις. Σε αυτήν την περίπτωση γίνεσαι υπόλογος σε κάθε μία από τις άλλες τρεις διαστάσεις, νιώθεις ότι σχεδόν αμαρτάνεις επειδή λόγω αυτού του σκοπού πληγώνεται η ύπαρξή σου -η οποία από μόνος σου αισθάνεσαι ότι επαφίεται σε οιωνούς και σημάδια- η ικανότητά σου, που ουδόλως έφθασε στο πικ της και η δυνατότητα, η οποία είτε έρχεται σε αντίθεση με τη διάθεσή σου ή σε τιμωρεί όταν πάψει να υφίσταται για την έλλειψη της διορατικότητάς σου. Η επιθυμία, λοιπόν, χάνει η ίδια τον προσανατολισμό της, ίσως γιατί δεν υπήρξε ποτέ, ή με την πιθανότητα να υπερκάλυψε άλλες ειλικρινείς και προσωρινές επιθυμίες, οι προσδιορισμοί, δηλαδή, που είναι αυθύπαρκτοι όταν μιλάμε για κάτι που θέλουμε να μας ανήκει ή που θέλουμε γενικώς, χωρίς να είναι απαραίτητο να αποτελεί ιδιοκτησιακό καθεστώς μας παρά μόνο να υπάρχει και να μπορούμε να επιστρέφουμε σε αυτό. Όμως, συμβολίζεται και ο τρόπος, στον οποίο υπάρχουν παρακείμενες επιθυμίες, ασαφείς και άσχημες (δηλαδή ασχημάτιστες), η μείζονα σημασία του οποίου δύσκολα θεωρείται. Έχει να κάνει με τη στενωπό που πρέπει να διαβούμε, με το ακανθώδες υπόστρωμα, με το τράνταγμα στην εδαφική προσέγγιση.

Το «δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω» αποτελεί τη μορφή της στυγνής δικτατορίας για μία ζωή που μόνο να ψυχανεμιστείς μπορούσες, αλλά δε σου είχε φανερωθεί. Συμβολίζει την ωριμότητα, αλλά μόνο την ωριμότητα της υπακοής. Η ανάλυση της φράσης μαζί με το εγχείρημα, σε συνολικό βαθμό, φέρνει στο φως την έλλειψη καθολικής ελευθερίας, η οποία είναι το αληθινό ζητούμενο αλλά αποβάλλεται διότι είναι περισσότερο χιμαιρική από οποιονδήποτε σκοπό έχεις θέσει. Ήδη, αυτόφωτα, η φράση αναφέρεται σε κάτι που όντως δεν θέλεις, αλλά όχι με το νόημα που απορρέει από το δεύτερο σκέλος του ρηθέντος. Σε κάτι που δεν θέλεις με τα πλεμόνια σου ,σε πλήρη λειτουργία, να δημιουργούν την αναπνευστική ραψωδία της δυσανασχέτησης. Το «δε θέλω» ως δευτερεύουσα πρόταση σε καθιστά υπόλογο για την έλλειψη της ικανότητας και της διάθεσης ή, με ακόμα μεγαλύτερη ακρίβεια, για την έλλειψη της διάθεσης για ικανότητα. Το δευτερεύον «δε θέλω» συμβολίζει τη στασιμότητα σε περίπτωση που πρέπει να κάνεις κάτι, το οποίο, όμως, αυτό το κάτι της πρωτεύουσας πρότασης, είναι αυτό που δε θέλεις πραγματικά. Συνήθως αναφέρεται σε μία αναγκαιότητα -και μάλιστα μία αναγκαιότητα όχι τόσο χρηστική, δηλαδή όχι «δεν μπορώ να περιμένω στην ουρά των γραφείων της ΔΕΗ για να πληρώσω τους λογαριασμούς μου»- αλλά σε μία αναγκαιότητα που παρουσιάζεται ως συμφέρον, συμφέρον που ο πομπός της φράσης έχει περισσότερο από το δέκτη. Στη γενική εικόνα, ο πομπός θέλει να καταστήσει το δέκτη κατηγορούμενο, ζητώντας του να δοκιμάσει τα όριά του για να καλύψει μία διάσταση η οποία υπόσχεται, στο τέλος της, ψυχική, σωματική κατάρρευση ή και τα δύο. Που σημαίνει πνεύμα ασθενές, που σημαίνει σώμα ασθενές, τα οποία πια δεν μπορούν να βρίσκονται στην υπηρεσία του πανανθρώπινου, δηλαδή της χαράς, η οποία μπορεί να είναι ένας ικανοποιητικός ύπνος ή ένα κανό ανάμεσα σε ιπποπόταμους στη Ζανζιβάρη. Κι αν το δεύτερο δεν είναι απολύτως εφικτό και για αντικειμενικούς λόγους, θα του απαντήσω ότι κάποτε υπήρχε ένας επιστήμονας που είχε ανακαλύψει έναν τρόπο να μεταφερόμαστε τζάμπα όπου γουστάρουμε, ένας επιστήμονας που πέθανε πριν από μόλις 75 χρόνια, στην ηλικία των 88, στη Νέα Υόρκη, με το ημερολόγιο να γράφει 7 Ιανουαρίου. Που όταν του είπαν ότι αυτό θα ήταν καταστροφή για τις επιχειρήσεις, παρουσιάζοντάς του ένα ψήγμα από την απόσταση που τον χωρίζει ώστε έστω να πλησιάσει ο ίδιος να παίρνει αποφάσεις για τον υπόλοιπο κόσμο, αποφάσισε να πάρει το μυστικό στον τάφο του από το να κουβαληθεί στη γαλέρα του καραβιού του μισάνθρωπου.

Στην περίπτωση του Νίκολα Τέσλα, μπορούσε, αλλά δεν ήθελε. Δε θα κουβαλά για πάντα μόνο το έργο του, αλλά και την άρνησή του να γίνει σκλάβος ενός τρυφερού ιεροεξεταστικού συστήματος, το οποίο βασίζεται στο να σε κάνει να νιώθεις ότι μπορείς να αποφασίζεις τι θα κάνεις, αφού πρώτα έχει αποφασίσει ποιες θα είναι οι επιθυμίες σου. Και ακόμα και αν κάνεις αγώνα ώστε να μη συμφωνείς, αυτός σε αφήνει τόσο καταβεβλημένο, τόσο αποστασιοποιημένο από τον υπόλοιπο κόσμο, που δεν μένει εξαγώγιμη ενέργεια για την ακατέργαστη και ειλικρινή επιθυμία σου. Όποια κι αν είναι αυτή.
Η ωριμότητα της υπακοής Η ωριμότητα της υπακοής Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:39 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.