Όλγα


Άνοιξε τα μάτια της. Σε αντίθεση με ό,τι νόμιζε μέσα στη νύχτα, όταν ο άσχημος ύπνος την οδηγούσε να ξυπνάει κάθε λίγο και λιγάκι, τα ματόκλαδά της ήταν πιο βαριά και από τσουβάλι με άμμο. Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι νύσταζε τόσο πολύ.
Το νερό στα μάτια της έκανε λιγότερη δουλειά από αυτήν που υπολόγιζε. Άλλες μέρες το νερό ξεκαθάριζε μεμιάς το τοπίο. Σε αυτήν την περίπτωση, όμως, δεν ήταν χρήσιμο. Θα μπορούσε να μην πλυθεί καν και να είναι ακριβώς το ίδιο.

Στο δωμάτιο του παιδιού η πόρτα ήταν μισόκλειστη. Το αυτό συνέβαινε εδώ και χρόνια, ακόμα και πριν πάει στο δημοτικό. Ο μικρός νόμιζε πως η μαμά του ήταν μάγισσα. Μέσα στη μέρα δεν τη φοβόταν, όμως, όταν έφτανε η ώρα να ξαπλώσει, έτρεμε στην ιδέα πως η μαμά μάγισσα θα ερχόταν να τον πάρει και να του αφαιρέσει το νήμα της ζωής. Η Όλγα διασκέδαζε που ο πιτσιρικάς νόμιζε ότι η ίδια δεν είχε καταλάβει κάτι, αλλά δεν ήξερε για ποιο λόγο συνέβαινε αυτό. Αν, ας πούμε, ήταν ένα από τα βήματα του αέναου δεσμού, μία εσωτερική πρόσκρουση η οποία είχε σχέση με όλες αυτές τις ψυχολογικές αναλύσεις, που έδειχναν τον τρόμο που περνούν όλες οι ανθρώπινες συνδέσεις που διαπερνούν το πέπλο της οικειότητας, ή ήταν ένα μικρό αστείο. Οι μανάδες φίλες της δεν μπορούσαν να την βοηθήσουν, αλλά τουλάχιστον τις είχε κάνει να προσέχουν λίγο περισσότερο.

Την ημέρα, από τη στιγμή που άνοιγε τα μάτια του χορτασμένος από ύπνο, την ζητούσε στον πλέον ερωτικό βαθμό. Βεβαίως, δεν είχε την επίγνωση του πάθους του, όταν την αποκτούσε το αυτό θα χανόταν, είναι η κατάρα των καταστάσεων που αποκαλύπτονται. Το φως τις τυφλώνει και έπειτα μπαίνεις σε καθεστώς περιοδικής αμνησίας. Η Όλγα μπορούσε μόνο να το ψυχανεμιστεί και να ελπίζει να κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Ο δικός της γαλακτισμός, που τον είχε απωθήσει με συνοπτικές διαδικασίες, βρισκόταν τώρα στο παιδί της. Ήταν καρπός του έρωτα, όχι με τον έρωτα να τον δημιουργεί, αλλά με αυτόν να δημιουργείται. Με Αυτόν, για να είμαστε ακριβείς. Τον Θεό. Ή κάτι ισοϋψές: τον Άγιο.

Η Όλγα θαρρείς πως γεννήθηκε απογαλακτισμένη. Υπήρξε αυτόφωτη από την αρχή της ζωής της, σε βαθμό που στην παιδική και εφηβική ηλικία υπήρξε σχεδόν κακουργηματικός. Από πιτσιρίκα ήταν ατίθαση και ανυπάκουη, μοιάζοντας φτιαγμένη από εκείνο το υλικό που είναι τζόγος το πού θα σε έβρισκε όταν μεγάλωνες: θα μπορούσες να είσαι εκείνος που εμπνέεις τους γύρω σου ή, στέκοντας λίγα εκατοστά μακρύτερα από το σημείο που θα καθόριζε την καλή διάθεση της πορείας σου, να βγεις εντελώς χαμένος. Όχι υπό την έννοια της ύπαρξης, αυτήν την πορεία ουδείς γλιτώνει, αλλά με μία κυριολεξία που μπορεί να βρεθεί στα ψεύτικα (ή πλάνα) ταξίδια που παραπέμπουν οι ουσίες, οι σκόνες, η όποια κατάχρηση διεξάγεται κατά την περίοδο της ισχυρογνωμοσύνης σου για την αθανασία. Και ενώ ο γραφιάς δεν ακολούθησε την Όλγα εκείνο το χρονικό διάστημα, μπορεί να επιβεβαιώσει την ψυχική δύναμη, η οποία στάθηκε ικανή είτε να αποφύγει τις κακοτοπιές είτε να τις προσπεράσει -και η δεύτερη περίπτωση είναι πάντα πιο συγκινητική, διότι βασίζεται στο θεατρικό στοιχείο, τη δραματουργία. Η λύτρωση είναι η πλέον θρησκευτική διεξαγωγή της ύλης, εκείνη που απαιτεί την περισσότερη προσπάθεια, σεμνότητα στο σημείο της σεμνοτυφίας, ταπεινότητα μέχρι μυελού οστέων, έναν εσωτερικό αγώνα που δεν θα μπορούσες να διάγεις στο δρόμο προς τη δόξα σου, όπως αυτή υπαγορεύεται από τη φιλοδοξία.

Περιεργαζόταν τον πιτσιρίκο της. Ήταν ένα βράδυ που τον είχε βάλει η μαμά της για ύπνο και εκείνη είχε βγει με τις φίλες της. Άμα τη επιστροφή της, τον κοίταζε ευάλωτη μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα. Είναι ένας άγγελος, μία εικόνα ιδανική. Το πρότυπο της απόλυτης ομορφιάς θα έπρεπε να είναι ένα αγόρι που κοιμάται, σκέφτηκε. Αν όχι το συγκεκριμένο. Το κάνει πού και πού αυτό το χρονικό διάστημα, το κάνει γιατί αναγνωρίζει ότι είναι στο μέσο της δικής της αισθησιακής ύπαρξης. Ξεχνά ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι για τον αισθησιασμό της, ακόμα και όταν ήταν απαγορευμένος, ακόμα και όταν επιτασσόταν εξ ανάγκης, από την ωμότητα της παιδικής ειλικρίνειας. Από την αρχή ήταν δοσμένη στην επαφή, χωρίς να σημαίνει ότι αυτή η επαφή ήταν απαγορευμένη, ένας λόγος ασθένειας. Ήταν η πιο απλή, η πιο συναισθηματική, αναπόφευκτη και ανακουφιστική, αλλά και βαριά. Η διεύρυνση της λογοδοσίας προς το πρόσωπο έμοιαζε με καπιταλιστικό ντόμινο, η μία έφερνε την άλλη και, μαζί, την κατακραυγή. Όταν η Όλγα το ξεχνούσε, στην πορεία της, βρισκόταν πάντα κάποιος να της το θυμίζει. Της ψιθύριζε πόσο μακριά βρισκόταν από τις κοινωνικές επιταγές, αυτός ο κάποιος που άλλαζε πρόσωπο και αποκτούσε τα χαρακτηριστικά της βαναυσότητας. Η Όλγα είχε σχεδόν πειστεί, όμως η εσωτερική επαναστατικότητά της δεν ρέμβαζε προς το στενό πλαίσιο που ήταν εφικτό να της επιβληθεί. Το καμπανάκι ήταν η ενδοοικογενειακή βία. Εκείνη η φορά που άπλωσε το χέρι του, με την αιτιολογία του άσβεστου πάθους. Το ένιωσε. Εκείνες οι σφαλιάρες την ψήλωσαν 10 πόντους. Η προσωπικότητά της, κοιμισμένο ηφαίστειο με την επίφαση του έρωτος, εξερράγη. Η ανάδειξη τεστοστερόνης διακομίσθηκε στα Επείγοντα του πλησιέστερου νοσοκομείου με βαριά κατάγματα. Τον συγχώρεσε, μιλούν ακόμα, αλλά δεν τον άφησε να την αγγίξει ξανά. Δεν επρόκειτο για το φυσικό πρόσωπο, αλλά για το περίγραμμα των επιθυμιών της.

Η Όλγα επέστρεψε εκεί που αγάπησε τον εαυτό της. Το παιδί δεν ήταν εμπόδιο, αλλά ενθάρρυνση. Στο γλέντι ξετιναζόταν, η διάθεση έρεε. Κούραση ήταν να συναντιόντουσαν οι καταβολές της με τη μιζέρια. Η μοναξιά λίγο την ένοιαζε. Αν βρισκόταν στην πιάτσα για κάποιον λόγο, αυτός είχε να κάνει με το παιχνίδι. Ούτε που της περνούσε από το μυαλό να αποκατασταθεί ξανά. Το μέλλον, υπό την έννοια της μονιμότητας, την άφηνε εντελώς αδιάφορη. Ο γιος της να μεγαλώσει ήσυχα, χωρίς φωνές και θόρυβοι από καβγάδες να εισέλθουν στο μυαλό του, αυτό ήταν ό,τι ήθελε. Θα μιλούσε για αυτόν, αλλά όχι με τη μονομανία, όχι σαν να μην υπάρχει κάτι άλλο στη ζωή. Αυτό που θα ήθελε να εξηγήσει είναι το πώς, ενώ ο μικρός είναι το άπαν στο βιος της, υπάρχει κι άλλος χώρος, στον οποίο υπάρχει μόνο η ίδια, χωρισμένη μητέρα, με κέφι για ζωή που δεν βρισκόταν στις μικρότερες ηλικίες. Το κλασικό αστείο, όταν έχεις μεγαλώσει αρκετά ώστε να ξέρεις ότι θα πεθάνεις, είναι να αναρωτιέσαι για ποιο λόγο τα παιδιά 10 και 15 χρόνια μικρότερα από εσένα είναι τόσο βαρετά. Και η απάντηση, βέβαια, χωρίς να το έχει πολυφιλοσοφήσει, είναι ότι τα μαλακισμένα δεν σκέφτονται την κεβορκιανή βουτιά στο βάλτο της Στύγας. Πολύ λίγα έχουν το συναγερμό που χτυπάει το κεφάλι τους. Τα 20 χρόνια, πια, της φαίνονταν τίποτα. Μια ανάσα. Τα 6 του γιου της, όμως, της φαίνονται απελπιστικά πολλά. Χωρίς την απελπισία.

Το πρωινό στριφτό της ήταν πολύ επιτυχημένο, όπως επίσης και ο γαλλικός της. Ήταν Σάββατο, πιο νωρίς από όσο θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Στο βάθος του ύπνου δεν μπήκε ούτε σήμερα.
Ίσως αύριο. Τι σημασία έχει; Λέω, αντί να τον αφήσω να δει τηλεόραση, να τον πάω στα Αηδονάκια. Να κάτσουμε όλη τη μέρα. Και μετά να πάμε για φαΐ. Τα Σάββατα περνούν. Βράδια, δόξα τω Θεώ, υπάρχουν πολλά. Σαββατιάτικα πρωινά, όμως, όχι. Σε τόσο μικρή απόσταση από το βράδυ της Παρασκευής, τουλάχιστον.

Βουρ για συγκρουόμενα, λοιπόν, μικρέ μου πρίγκιπα. 
Όλγα Όλγα Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 11:36 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.