Το άπλετο φως του κωμικού χάους



Η κατάσταση θα έπρεπε να είναι διαφορετική, κάποιες φορές. Ίσως, πιο οργανωμένη. Όλες οι απαιτήσεις, ωστόσο, ενέχουν το στοιχείο του εαυτού και της κριτικής με βάση τη στιγμή που βιώνει.
Σε μία δημόσια υπηρεσία, επί παραδείγματι, ο εαυτός θα εκραγόταν με την προχειρότητα και θα απαιτούσε περισσότερη οργάνωση. Αν, όμως, αργούσε να ξυπνήσει κατά ένα τέταρτο και, άρα, αντίστοιχη ήταν η καθυστέρηση στη δουλειά, θα μιλούσε με τα πλέον υποτιμητικά λόγια για τη σχολαστικότητα του επικριτή του.

Το άνωθεν περιγραφόμενο οξύμωρο σχήμα στέκει σε κάθε χρόνο. Παρελθοντικό, παροντικό, αλλά και μελλοντικό. Σε κάθε γωνία τουλάχιστον αυτής της μικρής χώρας αυτό θα συμβαίνει, όχι ως παραδοξότητα αλλά, ως ατέλεια. Η αποδοχή της ατέλειας είναι μόνο επιφανειακή ή προκαλεί γόνιμο προβληματισμό, που δύναται να εξελιχθεί σε υπαρξιακή κατάσταση. Η συγκεκριμένη διαφορετικότητα δεν θα έπρεπε να μας κάνει να σαστίζουμε. Υποστηρίζουμε ό,τι υποδηλώνουν οι τελευταίες πράξεις μας.

Ένα παράδειγμα είναι το εξής: τις προάλλες είχα κλείσει να πάω με την αδελφή μου και την ανιψιά μου στη «βασίλισσα του χιονιού» (περισσότερα για αυτό, σε προσεχές κείμενο). Κρίνω την επιτυχία του προγραμματισμού μου από τις μέρες που υπολείπονται μέχρι το τέλος της διορίας του λογαριασμού που πρέπει να πληρώσω ή της εκδήλωσης που πρέπει να οργανώσω. Ας πούμε, σε αυτήν την περίπτωση έπρεπε να πάω Δευτέρα σε ένα κατάστημα να πάρω τα εισιτήρια και πήγα Κυριακή. Σε αυτήν τη μία εναπομείνασα μέρα μπορεί να μπει θετικό πρόσημα. Το ίδιο που συνέβη με τα τέλη κυκλοφορίας και το μπουγιουρντί από την Εφορία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, και μετά την προειδοποίηση ότι οι πόρτες κλείνουν όταν μία παράσταση ξεκινά, έπρεπε να ήμαστε εκεί στις 16:00. Δεν έγινε. Ήμαστε στις 16:07, πρώτον επειδή η απόκλιση από το ραντεβού μας, που θα μας καθιστούσε ξέγνοιαστους, ήταν, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, 25 λεπτά, δεύτερον εχμμ... επειδή παρέκαμψα μία καθοριστική εντολή από το GPS για να στρίψω σε ένα στενό που θα έκανε χαρακτηριστικά πιο εύκολη τη ζωή μας. Αν είναι το άγχος που καθορίζει τη θνησιγένεια -και με τόσους χαμούς δημοσιογράφων μόλις τον τελευταίο μήνα πριν φτάσουν καν τα 50 πρέπει να είναι- τότε αυτές οι μικρές στιγμές είναι χαμένα λεπτά από το συνολικό λογαριασμό. Ελπίζω να αργήσουν να φανερωθούν. Μέχρι στιγμής, μόνο σε αυτό το κομμάτι, υπολογίζουν μισή καλή χαμένη εβδομάδα.

Μετά το παρκάρισμα θα έπρεπε να μην αποτελεί έκπληξη ότι δεκάδες άνθρωποι όδευαν προς το χώρο της παράστασης την ίδια ώρα με εμάς. Θα ήταν παράλογο να μη συνέβαινε, αλλά μπαίνοντας στον κόσμο αυτής της ανάλαφρης ντροπής, ότι πάλι δεν είσαι στην ώρα σου σε προκαθορισμένη συνάντηση, δεν θεωρείς, έστω για λίγο, ότι θα συναντήσεις κάποιον. Όμως, πάντα υπάρχει και δεν είναι μόνο ένας, σεσημασμένος. Η παράσταση άρχισε περίπου στις 16:15 και οι πόρτες ήταν ανοικτές μέχρι τότε. Θα ήταν δόκιμο να πω ότι την απολαύσαμε όλη, αν όχι και όλοι, ολόκληρη.

Από την άλλη μεριά, υπάρχει αυτή η Ρωσίδα δασκάλα μας στο δυνητικό φροντιστήριο που κάνουμε. Είναι φρέσκο πρόσωπο, ασφαλώς εξαιρετικά μορφωμένο, κάτι που αναδεικνύεται και από τον τρόπο που μιλάει τα ελληνικά, αλλά σε αυτό μπορούμε να διαφωνήσουμε. Σε εκείνο που δεν πρόκειται να το κάνουμε είναι ότι κινείται μεταξύ έκστασης και παραφροσύνης για τον τρόπο που κινούμαστε, όχι μόνο εμείς αλλά όλοι οι μηχανισμοί μας, μέσα στην Αθήνα. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη μεγαλύτερη πόλη.

Η Γελένα είπε ότι μία φορά, στο αεροδρόμιο, ήταν μία βαλίτσα ξεχασμένη και ουδείς ανησυχούσε. Ομολόγησε ότι δεν ήθελε να τρομάξει τον κόσμο που κινούνταν βιαστικός, αλλά πάντως ανέμελος με το είδος της αλαφρότητας που έχεις όταν τελικά το ταξίδι πρόκειται να γίνει. Είπε ότι στη Ρωσία οι έλεγχοι είναι, όχι μόνο αυστηροί αλλά και, μαζικοί. Οπότε, όταν ήρθε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ισχυρίστηκε ότι σοκαρίστηκε ευχάριστα από τη μαζική αστυνομική δύναμη που αντίκρισε. Ευχαριστήθηκα, είπε, που υπήρχαν τόσοι αστυνομικοί.

Ας υπάρξει μία αναγκαία στάση, όμως, σε εκείνη τη βαλίτσα. Αν συμβαίνει κάτι πραγματικά αναμφίβολο τους σύγχρονους καιρούς, είναι η τρομοκρατία. Θεωρητικά, αν και έχουν γίνει αρκετοί πόλεμοι για τη θρησκεία και τα εγκλήματα στο όνομά της φτάνουν και περισσεύουν για να δημιουργήσουν έναν παράλληλο πολυπληθή κόσμο κάπου αλλού, η τρομοκρατία στη σύγχρονη έννοιά της είναι το μόνο αληθινό (και με προθέσεις ειλικρινείς) υφιστάμενο καθεστώς. Το αντεπιχείρημα, ότι δεν νοιαζόμαστε γιατί δεν είμαστε στόχος των ισλαμιστών, το είχε ακούσει ξανά. Και αν και της φαινόταν κλισέ, δεν μπορούσε στα αλήθεια να το αντικρούσει, ίσως διότι τα κλισέ καταγράφουν μία περιμετρική αλήθεια.

Και τότε μου ήρθε: δεν είναι, απλώς, ότι δεν είμαστε στόχος, είναι ότι δε θέλουμε να είμαστε. Όχι υπό την έννοια της αντιδικίας ή της εξουσίας, αλλά υπό εκείνη της οργάνωσης και του διεθνούς έργου που θα μπορούσαμε να έχουμε παράγει. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει κάτι που είναι ταυτοχρόνως σαγηνευτικό και απωθητικό στην όλη διαδικασία. Η απώθηση προέρχεται στο γεγονός ότι, ισχυριζόμενοι πως κάποια λίβρα αίματός μας σχετίζεται με τα παιδιά ενός ανώτερου θεού (ή ανώτερων θεών) πριν από 2.500 και βάλε χρόνια, δεν υπάρχει φαινομενικά καμία στοιχειοθέτηση προς τον ισχυρισμό. Η σαγήνη, από την άλλη μεριά, είναι ότι υπάρχει μία μαστοριά στο γεγονός ότι θα διαλέγαμε σε κάθε περίπτωση, αρκετοί από εμάς, με τον ορό της αλήθειας στο χέρι, να μην αποτελούμε απειλή, ακόμα και αν αυτό έπρεπε να κοστίσει να είμαστε οργανωμένο κράτος. Βεβαίως, δεν θα πείραζε να είμαστε τουλάχιστον ένα κράτος πρόνοιας και δεν θα ήταν βέβαιο ότι μία τέτοια εξέλιξη θα προϋπέθετε συνολική οργάνωση. Πάντως, έχοντας ήδη γράψει αυτό, είναι κάπως τρυφερό στην ολότητά του αυτό το αθέλητα κωμικό χάος, το, όμως, ήδη υποσυνειδήτως προαποφασισμένο, που συνιστά την πραγματικότητά μας.

Αυτό που θα έπρεπε να γίνει, αντιθέτως, είναι να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε τόσο συχνά τη λέξη περήφανος. Ίσως εκεί βρίσκεται το κλειδί της πόρτας για την αποδοχή των εαυτών μας. Η προπαγάνδα της λέξης, ας τονιστεί ανεπιτήδευτη, αφορά κυρίως στο μάκρος της. Η περηφάνια είναι ήδη πολυχρησιμοποιημένη όσον αφορά στις επιτυχίες των Ελλήνων στο εξωτερικό, είτε πρόκειται για αθλητικές διοργανώσεις, πιο συχνά, είτε όμως αφορά σε επιστήμονες και καλλιτέχνες, επιχειρηματίες και γόνους προσφύγων, που έφτιαξαν την οικογένειά τους σε άλλη χώρα. Στην τελευταία περίπτωση, πάντως, η περηφάνια ισχύει αν και οι ίδιοι, με τη σειρά τους, δήλωναν ανεπανάληπτοι νοσταλγοί της Ελλάδας και χόρευαν τσάμικο λέγοντας «ώπα» με άπταιστη αγγλική προφορά στα δικά τους γλέντια.

Επειδή τα αντίθετα συγγενεύουν πιο πολύ από ό,τι θα μπορούσαμε να φανταστούμε, η περηφάνια είναι δίδυμη αδελφή της ντροπής. Το αληθινό θέμα μας είναι ότι μας ενδιαφέρει πάρα πολύ πώς ακουγόμαστε, ως μέλη ενός κράτους, έξω από τα σύνορά τους. Πάντα θαύμαζα τους Ιταλούς για αυτό: δεν ενδιαφέρονται για το τι λέει ο κόσμος. Αυτό είναι μία υπόθεση εργασίας, που κάνει το παλίμψηστό μου πληρέστερο από ό,τι θα ήταν αν έλειπε. Αλλά, και πάλι, πρόκειται για μία κατάσταση που, λογικά, δεν απέχει πολύ από την αλήθεια ή, αν το κάνει, είναι επειδή οι Ιταλοί τρέφονται με την κακή γνώμη που μπορεί να σχηματίσει ο κόσμος. Ένα σκάνδαλο και γίνονται πιο συμπαγείς από κινέζικο τείχος. Μία διχογνωμία και βγάζουν τον καλύτερο εαυτό τους.

Στη δική μας περίπτωση, αυτό δεν ισχύει. Οι λέξεις «ρεζιλίκι» και «ξεφτίλα» κάνουν την εμφάνισή τους πιο συχνά παρά όχι. Πόσο πιο απλά, όμως, θα ήταν τα πράγματα αν στο μυαλό μας δεν χρειαζόταν να λογοδοτούμε για τη δομή της λειτουργίας, τυχαίας ή όχι, και δεν προκαταβαλόμαστε από ένα σύνδρομο εξωφρενικής φαντασιωτικής πραγματικότητας; Θα ήταν απλούστατο, αν και δεν είναι, ασφαλώς, εύκολο να συμβεί. Αντιθέτως, η δύναμη της ανωτέρω κατάστασης μπορεί να εκπλήξει τον καθένα από εμάς.

Η Ελλάδα διάλεξε να είναι με το δυτικό κόσμο. Θα μπορούσε να διαλέξει οτιδήποτε. Η θέση της είναι τέτοια που αυτομάτως της δίνει αυτό το δικαίωμα. Σε αντίθεση με τους Ιταλούς, που οι συμμαχίες τους, είτε επρόκειτο για την κεντρική Ευρώπη είτε για την ευρωπαϊκή Δύση ήταν προσωρινές, με την ικανότητα να αποστασιοποιούνται πολύ γρήγορα, ή με τους Γιουγκοσλάβους, που ήταν και δεν ήταν στο ανατολικό μπλοκ, παραμείναμε πιστοί στη Δύση. Αυτή η πίστη ήταν που γέννησε τον εξαμερικανισμό και την καπιταλιστική μονομανία μας, που ένα μεγάλο μέρος ακόμα στηρίζει με τρόπο που οτιδήποτε άλλο μοιάζει με συνταρακτικό αδιέξοδο, ενώ το άλλο δεν έχει καταφέρει ακόμα να απαλλαγεί. Όταν, όμως, σε μικρά ποσοστά εργασίας, το λαμπερό φυσικό φως μάς στέλνει τα ρεύματά του, είμαστε υπόλογοι στη δύναμή του και σε όλες τις ατασθαλίες του. Τις προάλλες παρακολούθησα αρκετά προσεκτικά ένα βίντεο για την Πορτογαλία και πώς οι Γερμανοί, μέσα από τις επιχειρήσεις που εξαγόρασαν, την καταβαράθρωσαν. Ο αφηγητής παρέθεσε τα στοιχεία των ωρών εργασίας και είπε ότι, ανά εβδομάδα, οι Πορτογάλοι εργάζονται περισσότερες ώρες από τους Γερμανούς. Ήταν κάτι σαν 38,9 με 37,6, που προφανώς είναι γελοίο, σε ό,τι αφορά τους Έλληνες στην εργασία. Οι πραγματικές ώρες, εκείνες που δεν καταγράφονται και δεν εμφανίζονται ως επίσημα στοιχεία, είναι περίπου 6 με 7 παραπάνω -και το αναφέρω με τη μέγιστη δυνατή επιείκεια.

Οπότε τα ρεύματα του φωτός όντως δεν είναι ξελογιαστικά με την έννοια της μη παραγωγής (μάλιστα για τη μη παραγωγή φταίει η λογική «στου Κασίδη το κεφάλι», που συνοδεύεται από ψήγματα αριστεροσύνης, ένα αφεντικό, δηλαδή, που δηλώνει δίκαιο και στο πλάι των εργαζομένων για να μπορεί τόσο να μην τους πληρώνει όσο και να εργάζονται απλήρωτοι, κάνοντας από μέτρια ως άσχημα πολλά διαφορετικά πράγματα), αλλά με εκείνη της άγαρμπης απορρόφησης στυλ από χώρες που δεν έχουμε τις ίδιες αναφορές ούτε, ασφαλώς, την ίδια θέση στο χάρτι. Θα μπορούσαμε να είμαστε πολύ πιο γοητευτικοί, να αποτελούσαμε μυστήριο για τους εξωτερικούς κριτές, αν αυτός ο γλαφυρός στρόβιλος, μέσα στον οποίο ζούμε, δεν επιζητούσε τη διεθνή ικανοποίηση ή, αντιθέτως, δεν ήταν κακοπροαίρετα επικριτικός με τη διεθνή κατακραυγή. Η ποιότητα ζωής, άλλωστε, δεν έχει καν να κάνει με αυτό, διότι τότε θα αποδεχόμαστε ότι η ύλη θα είχε τον πρώτο λόγο. Αντιθέτως, όλα τα εχέγγυα για υψηλό επίπεδο ποιότητας ζωής υπάρχουν. Αρκεί να μην υιοθετούσαμε αταίριαστες ιδέες και συστήματα από άλλα κράτη, πιο προηγμένα. Είναι αδύνατον να εφαρμοστούν –και δίνουν στη χαοτική παρωδία μας μία σοβαροφανή διάσταση, μόνο και μόνο για να μαστιγώνουμε εαυτούς και αλλήλους, με όχημα τον ορισμό της καπιταλιστικής επιτυχίας, που τρέφεται με ανθρώπινο αίμα.
Το άπλετο φως του κωμικού χάους Το άπλετο φως του κωμικού χάους Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 1:43 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.