Η πενιά του λάθους



Αν έπρεπε να εξηγηθεί αυτές τις μέρες, τις τελευταίες ακόμα ενός χρόνου, το ωμέγα, πιθανότατα θα ήταν αρκετό ότι πρόκειται για το τελευταίο γράμμα της ελληνικής αλφαβήτου.
Προτεινόμενα, ας καταστήσουμε την αλφάβητο γένους θηλυκού. Αν και τα γράμματα μοιάζουν ουδέτερα, θα ήταν θυμάρι στο λεκτικό μοσχαράκι μας λίγο κοριτσίστικο γουργουριστό γέλιο, μία πρέζα γυναικείας βραχνάδας, ένα δάχτυλο γεροντικής μαυροφορεμένης σοφίας.

Το ωμέγα θα μπορούσε να παίξει το ρόλο του γράμματος αποπροσανατολισμού. Το ωμέγα θα έμοιαζε ροδαλό και κουρασμένο, αλλά θα έθετε το τρικ της αποπλάνησης σε λειτουργία. Μαζί με αυτό, θα έδινε και τις βελόνες στις υφάντρες της καρδιάς, όχι ως ανθρώπινου οργάνου αλλά, ως λυρικής νύμφης. Θα τους έδινε να φτιάξουν ένα ένδυμα από βελούδο, που θα χρησίμευε τις ώρες της επάρκειας και της ανεπάρκειας. Θα χωρούσε ασορτί στη μανιώδη χαρα και τη βαθιά λύπη. Θα ήταν λαϊκό, με τρόπο που μόνο το ωμέγα μπορεί να γίνει. Κατά λάθος, όπως εκείνοι οι άνθρωποι που ακολούθησαν στο τρέξιμό του τον Φόρεστ Γκαμπ. Κατά λάθος και με τρόπο ανακριβή, σχεδόν μετά βεβαιότητας λανθασμένο, πεπερασμένο, όμως, στις συνειδήσεις μας και τον κατοπτρισμό του εαυτού μας στους καθρέφτες της συνολικής ύπαρξης. Κυρίως, στο σημείο που συναντιόμαστε με την πενιά. Που, στην περίπτωση του ωμέγα, έχει έντονο το στοιχείο της απάτης.

Αν στην αποδοχή μερικών καταστάσεων επιμένεις στην πρώτη αντίδρασή σου, επειδή έτσι έχεις μάθει ή διότι αυτό νομίζεις πως είναι το σωστό, στην περίπτωση των πω πω, ωχ και ώπα η κατεύθυνση που δίνεται είναι να μην έχεις αντίρρηση στο μυαλό για την ορθότητα της γραφής. Δεν φαίνεται, όμως, ότι αποδεικνύεται από κάπου πως η ισχύουσα γραφή είναι η ασφαλής. Αν προκύπτει από κάτι που υπάρχει ως κανονισμός, είναι αναγκαίο το συγχωροχάρτι για την άγνοια. Σε περίπτωση, όμως, που δεν κρύβεται κάποια έκπληξη στα παραδείγματα, τότε θα ήταν χρηστό να απορήσουμε, όχι εν είδει σοβαροφανών και ψαγμένων κουλτουριάρηδων αλλά, από την άποψη του παιχνιδιού για τη σωστή σειρά των γραμμάτων. Τόσο το πω πω θα μπορούσε να γράφεται πο πο, όσο το ωχ οχ και το ώπα όπα. Στην τρίτη περίπτωση -κι αν είναι προσωπικό βίωμα ή ένας κανόνας με ροπή προς την αντικειμενικότητα όσον αφορά στο πλείστο μέρος του πληθυσμού δεν γίνεται να αποσαφηνιστεί και, πάντως, δεν είναι εις θέση να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο- εμφανίζεται κάτι οικείο, που δε συμβαίνει, πάντως, στις δύο πρώτες περιπτώσεις. Πρόκειται άλλωστε για συλλαβές, που συμβολίζουν εσώτερες ποιητικές αντιδράσεις, που δημιουργούν προϋποθέσεις ή που τις αναδεικνύουν συλλήβδην και χωρίς να νοιάζονται για την επιρροή τους. Εξαρχής και θεωρώντας ως δεδομένο ότι πρόκειται περισσότερο για επιλογή και όχι για υπακοή σε έναν άγνωστο νόμο, το ωμέγα κερδίζει ήδη έδαφος. Αν όλες οι επιλογές είναι λανθασμένες -και πρέπει να είναι, διότι σωστό είναι αυτό που δεν συνέβη, εκείνο που παρέμεινε άφθαρτο και άσπιλο- τότε σε αυτήν την ανόργανη ανορθογραφία το ωμέγα προσθέτει τη φωνή του Κώστα Γαβαλά στο «Κάθε λιμάνι και καημός», σχεδιάζει τα καπνιστικά εφέ στην «Νταλίκα» για τη Σωτηρία Μπέλου, αλαλάζει αλλόφρον στη σύγχρονη και κυρίως διαδοχική υφή του ηχου που βγαίνει από το στόμα του Δημήτρη Μητροπάνου. Γίνεται η πενιά του λάθους, συγκεντρωτικά το φάλτσο στη φωνή της Ελευθερίας Αρβανιτάκη, που ακριβώς αυτό ήταν το χάρισμά της, ένα χάρισμα που αντί να γίνει μεταδοτικό μοιάζει να σβήστηκε -και ο γερανός που το κατέστρεψε να το έκανε ισοπεδωτικά, δίχως στωμυλία, χρησιμοποιώντας μόνο το μέσο της ζημιάς και τίποτα άλλο. Αυτό το ωμέγα είναι που δίνει στα ελληνικά μπλε κολάρα την έννοια της γεύσης σε μία ζωή που βιώνεται αλλά εξαρχής δεν ζητήθηκε, από κάποιους που έχουν θέσει ως κανόνα να κάνουν το καθετί όσο καλύτερα μπορούν, αλλά και από τους στωμύλους, που εντυπωσιασμένοι και εντυπωσιάζοντες πορεύονται χρησιμοποιώντας ως δικό τους όχημα την ιδέα και όχι την ουσία της ίδιας της αλυσίδας των γεγονότων. Αυτό εννοείται ότι δε σημαίνει ότι η ιδέα δεν έχει ουσία, αλλά κυρίως εξαρτάται από το αν βρίσκεσαι υπό την επήρεια αλκοόλ, περνάς ένα μαύρο χανγκόβερ (που η κοινή ιδέα του είναι η ολοκληρωτική ματαιότητα και η γενική ανοησία, ότι, δηλαδή, τίποτα δεν έχει νόημα, την ώρα του χανγκόβερ είσαι αναπόφευκτα μηδενιστής) ή αν βρίσκεσαι σε κάποια πνευματική έξαρση, την οιστρηλασία της δημιουργικότητας.

 Το ωμέγα συναντά το ωμέγα στην τέρψη και την οδύνη, στον ενθουσιασμό και την απορία, για να φτιάξουν ένα πλέγμα διφθόγγων και συλλαβών ακαταμάχητο για το ίδιο το λαϊκό αίσθημα, είτε πρόκειται για κάποιο εργατικό κίνημα, είτε για την απελπισία, του έρωτος και του ασαφούς μέλλοντος, που ορισμένες φορές σημαίνει πολλά περισσότερα από την ίδια την προδιαγραφή του και το τέλος της μεμονωμένης αναπνοής. Με όλες αυτές τις ασφαλείς αλλαγές στο μηχανισμό της γλώσσας ως οπτικού υλικού, που κάνει τους μεγαλύτερους να αισθάνονται ενδεχομένως πηγαιότητα στην ίδια την πολυπλοκότητα με την οποία αναγκάστηκαν να πορευτούν, το ωμέγα που σημαδεύει την καρδιά σου μοιάζει απαραίτητο να μείνει ακέραιο. Ένα όμικρον δεν θα ταίριαζε σε μία κατάσταση κατά την οποία ο πόνος σου ξεσκίζει τα σωθικά και η ζεμπεκιά σε κάνει να ανοίγεις τα χέρια και να κλείνεις τα μάτια, για να χορέψεις για μία Ρένα ή για την ίδια την αδρεναλίνη, που σε κάνει να καπηλεύεσαι τις εικόνες άλλων για να μπεις στα παπούτσια τους και να πιάσεις τον παλμό. Δε θα χωρούσε στο κέφι, ούτε στο βάσανο. Είναι, άλλωστε, ο μικρόν, σε αντίθεση με ένα ο μεγάλο, που επιτρέπει στον κόλο να γράφεται κώλος, πιάνοντας όχι μόνο τη σεξουαλική αίσθησή του αλλά και το σχήμα του. 

Και παρά το γεγονός ότι το λάθος αποτελεί αφ’ εαυτού μία παραδοξότητα, αλλά περισσότερο ειλικρινή και απτή από την ορθή πραγματικότητα, το πω πω, το ωχ και το ώπα πρέπει να κρατήσουν το ωμέγα τους. Πάνω από όλα και παρά τη σχετικότητα και το αναριθμήτως λεγόμενο ερώτημα της κότας και του αυγού, η έναρξη της εξήγησης των συναισθημάτων που παράγονται από τις λέξεις μοιάζει να ακολουθεί την απόφαση να στολιστούν με το ωοειδές ωμέγα. Θα ήταν ολέθριο για το ρομαντισμό να αλλάξει. Αν όπου χ πόνος, το ω γίνεται κατευθείαν η λύση της εξίσωσης, συμβολίζοντας το μέγεθός του. Την απώλεια της εμφάνισης λογικής εξαιτίας της ανυπόφορης οδύνης.   
Η πενιά του λάθους Η πενιά του λάθους Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 3:45 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.