Η υστερία της βλακωδίας


Το βαλκανικό χάος τραβά με μαγνήτη, πέρα από τις τραγικές ιστορίες, οποιοδήποτε κωμειδύλλιο και άλλες ιστορίες αθέλητου, όμως υστερικού, γέλιου μπορεί να αναλογιστεί κάποιος. Τα Βαλκάνια ανέκαθεν ήταν μία περιοχή που το χάος ευδοκιμούσε και, στην πραγματικότητα, σε αυτά τα εδάφη μπορεί να γίνει οτιδήποτε.
Από βουλκανιζατέρ μέχρι σκάνδαλα στα οποία εμφανίζονται κάτοχοι ύπατων αξιωμάτων. Ο κακός χαμός. Στα Βαλκάνια όλα είναι υπερπολλαπλάσια, σε σχέση με το δυτικό κόσμο. Ανέκαθεν τα Βαλκάνια μπορούσαν να στραφούν όπου γούσταραν: στην κεντρική Ευρώπη, στο δυτικό κόσμο, στην Αφρική. Η Λιβύη είναι δίπλα, δίπλα και η Ασία.

Ο Ρήγας Φεραίος ονειρεύτηκε το βαλκανικό έθνος. Μία απτή κατάσταση, που ενδεχομένως να άρχιζε ως συμμαχία για να καταλήξει σε κράτος. Ο Ρήγας πέθανε το 1798, στις 24 Ιουνίου, οπότε, αν πετύχετε καμιά σελίδα στο facebook μην του στείλετε «χρόνια πολλά». Η αμέσως προηγούμενη δευτερεύουσα πρόταση δεν βγήκε από την κοιλιά: δεν έχουν περάσει παρά μόλις μία εβδομάδα από τότε, που πιάνοντας το πικ της απόλυτης ηλιθιότητας, άνθρωποι μπήκαν στη σελίδα θαυμαστών του Νίκου Καζαντζάκη στο facebook και τους ευχήθηκαν να ζήσει και να τα χιλιάσει. Κάποιος τού έγραψε το εξής: «Να είστε γερός να γράφετε αριστουργήματα! Χρόνια πολλά λοιπόν, με υγεία και χαρές και επιτυχίες».

Αυτοί που μπήκαν στη σελίδα και όλοι οι υπόλοιποι, που κατέστησαν την ανακοίνωσή της viral, ήταν σαν εκείνους τους λίγους που οι αθλητικοί δημοσιογράφοι, οι οποίοι ακολουθούν τη γραμμή της εφημερίδας τους, συνηθίζουν να λένε ότι κάνουν επεισόδια και για αυτόν το λόγο πρέπει να απομονωθούν. Αυτοί οι λίγοι, που στην πραγματικότητα δεν είναι λίγοι, ήταν τριψήφια φιγούρα στην περίπτωση του σπουδαίου Κρητικού, ο οποίος πρώτα ένιωθε Κρητικός και έπειτα Έλληνας. Ό,τι αποδείχθηκε, με την ταινία «Καζαντζάκης» να παίζεται στους κινηματογράφους, είναι ότι ακόμα και η ματαιότητα έχει το κουμπί της. Ακόμα και να αναμένεις, καθημερινώς, ότι κάτι θα μπορούσε να γίνει που να αναδεικνύει την απίστευτη γενναιοδωρία που η μάζα συλλήβδην δέχεται από τη χαζομάρα, μερικές φορές απλώς ο νους δεν μπορεί να χωρέσει πώς η αλληλουχία των γεγονότων μπορεί να φέρει κάτι που να είναι ακόμα πιο ιλιγγιωδώς βλακώδες, κάτι που μπορεί όντως να σε κάνει να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο. Άσε το να μην έχεις διαβάσει Καζαντζάκη. Ανέκαθεν θεωρούσα ότι όταν κάτι είναι δικό σου, είτε πρόκειται για ένα βιβλίο, μία βιντεοκασέτα ή την… Ακρόπολη, μπορείς να το χρησιμοποιήσεις όπως θέλεις και για όποιον λόγο θέλεις. Κάποτε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ είχε πιάσει ένα διαμέρισμα στο Βερολίνο και ένας γείτονάς του, ο οποίος τον συνάντησε στο δρόμο, τον προσκάλεσε να κάνουν ένα περίπατο. Ο Μπρεχτ τότε απάντησε: «Τι λέτε, κύριέ μου; Εγώ μένω εδώ!». Δεν είναι λοιπόν απαραίτητο να έχεις διαβάσει Καζαντζάκη, αλλά πόσο φαιδρή είναι η διαπίστωση πως, επειδή ο κόσμος δεν κατάλαβε από την ταινία ότι ο συγγραφέας πέθανε το 1957 (!), θεώρησε πολύ λογικό ότι ο τύπος ζούσε; Πώς στο καλό είναι δυνατόν; Ή, ακόμα χειρότερα, ότι κάποιοι από εκείνους που ευχήθηκαν δεν είχαν παρακολουθήσει την ταινία, αλλά υποκρίθηκαν ότι την είχαν δει;

Το trend, δηλαδή, είναι η ταινία. Ο Καζαντζάκης έγινε φίρμα για ανθρώπους που αποδεδειγμένα δεν τον ήξεραν και, που, επίσης, δεν ήθελαν να δείξουν ότι δεν ξέρουν τι τρέχει γύρω τους. Θα το αποκαλούσα πνευματοαστική (σικ) μανία ή απωθημένο του τζακιού. Αλλά παραείναι σοβαροί χαρακτηρισμοί για τέτοιο φεστιβάλ αβελτηρίας.

Το διάβασμα και η ανάταση του πνεύματος δεν αφορά σε κάποιον συγκεκριμένα, ούτε το πασαπόρτι δίνεται σε όσους έχουν τσιπάκι, αν και, αν πεινάς, δεν προλαβαίνεις να διαβάσεις, ενώ τα βιβλία κοστίζουν πολύ πιο ακριβά από αυτό που θα έπρεπε. Για να πάρεις έναν Καμύ, έναν Τολστόι και έναν Λόρκα χρειάζεσαι ένα πενηντάευρο ή να είσαι πατεντιάρης, δηλαδή να ξέρεις πού προσφέρεται τι, να βλέπεις τις εκθέσεις, οι οποίες, βεβαίως, δεν είναι αυτό που φαντάζεσαι, ή να έχεις την όρεξη να τρέχεις σε βιβλιοθήκες και να κάθεσαι να διαβάζεις, ανοίγοντας την πόρτα σε έναν εντελώς καινούργιο κόσμο. Αυτό, βεβαίως, είναι προαιρετικό. Δεν υπάρχουν εθελοντές διαβάσματος (ευτυχώς!), που να καταγγέλλουν τους αγράμματους ή και να τους δέρνουν. Γενικώς, δεν είναι πρόβλημα η έλλειψη παιδείας. Ανέκαθεν το ποσοστό των ανθρώπων που μορφώνονταν αληθινά, εκτείνοντας το πνεύμα τους πέρα από το ποια είναι η πρωτεύουσα της Κουάλα Λουμπούρ, ήταν ελάχιστο για κάθε γενιά. Ένας ή δύο θα είχαν πάντα ανησυχίες για τον κόσμο και τις διαστάσεις του που θα ξεπερνούσαν το ημίμετρο και θα ήταν διατεθειμένοι να μπουν με εισιτήριο χωρίς επιστροφή στον κυκεώνα του δυσνόητου. Αν πάρεις μία γεύση ξέρεις πώς είναι και, συνήθως, γυρίζεις πίσω πριν γίνεις θύμα της ρουφήχτρας που θα σε τραβήξει στο βυθό, για να επιπλεύσει κάποτε ο σκελετός σου, όπως έγινε με τον Μαλίτζιν στον «Λιάπκιν» του Μ. Καραγάτση. Κι αν ο μπονβιβερισμός στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν απαγορεύεται, αυτό που επιβάλλεται είναι ότι η μέτρηση του χρόνου είναι εντελώς διαφορετική σε σχέση με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Δεν μπορείς να κάνεις σκόντο σε αυτό. Να είσαι πρωταθλητής προϋποθέτει μονομανία, να είσαι πρωταθλητής χωρίς να σημειώνεις νίκες, αντιμέτωπος με τη φαιδρότητα, η οποία αυξάνεται όσο η τρύπα της ανοχής στην ελεύθερη έκφραση συστέλλεται, αυτό είναι ισοϋψές με την επίσκεψη που έκανε ο Οδυσσέας στον Άδη.


Φυσικά, υπάρχουν και χειρότερα. Στις ΗΠΑ βρίσκονται στην κορυφή σε ό,τι αφορά τους πολίτες που πιστεύουν στους αγγέλους, ενώ σε ένα βίντεο που είδα πριν από λίγο μία έγκυος ρωτούσε αν το έμβρυο που έχει στην κοιλιά της γίνεται να μείνει έγκυος σε περίπτωση που κάνει σεξ με τον άντρα της, ενώ μία άλλη ανησυχούσε επειδή «το μωρό μοιάζει πολύ στον πατέρα του και δεν είμαι σίγουρη αν είναι δικό μου». Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είναι εκεί κοντά, οπότε θα παρότρυνα, αν ήμουν τυχερός και κάποιος που έδωσε τις ειλικρινείς ευχές του στον ζωντανό συγγραφέα Νίκο Καζαντζάκη διαβάζει αυτό το κείμενο, να σκεφτεί λίγο περισσότερο τι του είπε, αντί να το ξεπετάξει. Με την επίγνωση ότι όλοι κάνουμε γκάφες, υπογράφοντος πρωτοστατούντος, αλλά και την απαίτηση να τεθεί ένα όριο στο μέγεθός τους και, τουλάχιστον, να μη χασκογελάμε σε κάθε μία που γίνεται και συνιστά πρόκληση, αν όχι για την εξέλιξη, για την πρόοδο του ανθρώπινου είδους, πάω να πιω ουίσκι μπύρα ζεστό τσάι.
Η υστερία της βλακωδίας Η υστερία της βλακωδίας Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 11:05 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.