Να ζει κανείς ή να μη ζει;


Η συνειδητοποίηση ήρθε ξαφνικά, αν και το βίτσιο χτίστηκε λιθαράκι λιθαράκι: μου αρέσει πολύ να μιλάω για θανάτους. Και αυτό θεσμοθετήθηκε μετά από αλληλουχία συζητήσεων, αλλά ασφαλώς και το ξεκάθαρο βλέμμα που μένει μετά από τη θολούρα που φέρνει η απώλεια.


Όλα άρχισαν σε μία χαρούμενη στιγμή. Στον πηγεμό για μπάνιο. Ο πατέρας μου και η θεία μου αστειεύονταν για ασθένειες και θανατικά. Αστειεύονταν για γυναίκες που είχαν όλα τα εχέγγυα να νικήσουν το χρόνο και το Χάρο, μόνο και μόνο επειδή δεν θέλει να τις πάρει. Τα αστεία τους ήταν συνωμοτικά. Χρόνια πολλά, δεκαετίες ολόκληρες, μιλούσαν την ίδια γλώσσα και ήμουν μόνο ένα σημείο αυτής της επαφής, που, δυστυχώς για την ίδια την κωμωδία, πέραν όλων των άλλων αναπόφευκτων ζημιών, δεν υπάρχει πια. Και εκείνη τη στιγμή, πριν από περίπου πέντε χρόνια, για πρώτη φορά ένιωσα τη συγκεκριμένη ευθυμία. Η παιδική οργή μου όταν βρισκόμουν σε τέτοια κατάσταση είχε αντικατασταθεί από το ανάλαφρο του μαύρου χιούμορ, ενός φλέγματος που διαπιστωμένα μπορεί κάποιος να το βρει στην επαρχία.

Ο θάνατος είναι μία τυχαία πράξη, που συμβαίνει πάντα. Είτε υπάρχει κάτι πέρα από αυτόν, όπως πολύ ανακουφιστικά ισχυρίζονται οι περισσότερες θρησκείες (αλλά ζητούν να καλοπληρωθούν ώστε οι πιστοί τους να διαβούν την όχθη που χωρίζει το ζωτικό από το ψυχικό), είτε όχι, είναι μία τυχαία κίνηση που συμβαίνει κάθε στιγμή στο είδος. Ο θρήνος είναι το αποτέλεσμα της δευτερεύουσας ποιότητας του είδους, που έχει δομήσει τις προϋποθέσεις ώστε ο θάνατος να μη λογίζεται ως τυχαίο γεγονός. Αν πρόκειται για τη σήψη του χρόνου, για κάποια παρερμήνευση δυνατοτήτων -ή ακόμα και την παραίσθηση που ώρες ώρες δημιουργεί η ισχύς, ότι είμαστε αθάνατοι, δεν γίνεται να χαρακτηριστεί αβίαστα. Όχι ότι θα τη σκαπουλάρουμε, γεμίζοντας το ρεζερβουάρ μας όποτε χρειάζεται με ό,τι χρειάζεται (ένας αληθινά κακός άνθρωπος, επί παραδείγματι, που τρέφεται από την κακία του, είναι αποτυχία να ζήσει λιγότερα από 95 χρόνια), αλλά, πάλι, ο χρόνος μπορεί να μας κάνει τη χάρη να μη μας θυμηθεί ή, έστω, να σπάσει πλάκα βλέποντάς μας να σταφιδιάζουμε σύγκορμοι.

Το θέμα είναι: να ζει κανείς ή να μη ζει; Το σαιξπηρικό δίλημμα δεν αφορά στη σημασία που του έδωσε ο γενναίος δραματουργός (ή η ομάδα δραματουργών), αλλά σε κάτι πιο ιδιότυπο: την επιθυμία μας να πεθάνουμε. Αυτό, βεβαίως, διαβάζεται πολλαπλώς, όχι απλώς διττά. Οι αναγνώσεις του έχουν πάντα ένα αντεπιχείρημα που γίνεται να τους προσαφθεί, για να τις καταστήσει αδυνατισμένες δομικά. Η επιθυμία του θανάτου είναι ένα κεφάλαιο, το οποίο δεν πρόκειται να σταματήσει. Αλλά η προσέγγισή του έχει πλάκα.

Φαντάσου κάτι εντελώς σουρεαλιστικό: μόλις έχεις κάνει το πιο έντονο σεξ στη ζωή σου. Έχει κρατήσει ώρα πολλή και μόνο η περιβολή σου δεν θα μπέρδευε αγνώστους από το να σε νομίζουν για ορειβάτη. Και μόλις γίνεται η δουλειά, στην οποία έχουν αναδειχθεί η δύναμή σου, η ταχύτητά σου, αλλά και η αντοχή σου, μονολογείς μεγαλόφωνα, «θέλω να πεθάνω νέος». «Δηλαδή πότε;», σε ρωτά ο παρτενέρ σου. «Δεν ξέρω, νέος». «Τώρα είσαι νέος», ανταπαντά ο παρτενέρ σου. Το νόημα είναι ότι θέλεις να ζήσεις γρήγορα και έξαλλα, ως εν δυνάμει ροκ σταρ. Αν, παραδείγματος χάρη, ήσουν 20 χρόνων και στα 35, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, δεν θα σε χαλούσε να γίνεις πνεύμα, θα ήταν άτοπο να περάσεις την άποψη στο συζητητή σου ότι θέλεις να πεθάνεις νέος. Το ερώτημα θα έπρεπε να επανατοποθετηθεί όταν θα έφθανες στα 35. Η σωστή απάντηση θα ήταν η ερώτηση σε εκείνο το χρονικό πλαίσιο.

Οι άνθρωποι θρηνούν τους ανθρώπους τους προσφέροντας άλλοθι τόσο σε εκείνους όσο και στους εαυτούς τους, αν δεν είναι κάτι τραγικό. Ο ένας «πέθανε όρθιος», ο άλλος «πάει να ξεκουραστεί». Ο ένας δεν ταλαιπωρήθηκε. Ο άλλος ήταν άρρωστος πολύ καιρό και βασανιζόταν. Είναι καλό να πεθαίνει κάποιος χωρίς να ταλαιπωρείται, φιλοσοφεί ο ένας. Θα μπορούσε να ζήσει δέκα χρόνια ακόμα, απαντά ο άλλος. Η αλήθεια, όμως, είναι η εξής: Όλες αυτές οι τοποθετήσεις αφορούν στο ζωντανό, που κάνει το νεκρό καθρέφτη και βλέπει τον εαυτό του. Ωστόσο, η σωστή προσέγγιση για το πότε «πρέπει» να πεθάνει κάποιος έχει την εξής απλή απάντηση: Όποτε θέλει. Αν κάποιος έχει, παραδείγματος χάρη, περάσει τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής του στο κρεβάτι και βασανίζει εαυτόν και αλλήλους, αν έχει κοστίσει στους κοντινούς ανθρώπους του στιγμές από τη δική τους ζωή, που ουσιαστικά είναι κληροδότημα του ανθρώπινου είδους και ίσως να δείχνει ότι για να ζήσεις πρέπει να μην είσαι έμπλεος συναισθημάτων και δεσμών, αν, εν πάση περιπτώσει, όλες οι ενδείξεις τείνουν στο να πρέπει να αποχαιρετήσεις το μάταιο κόσμο, ο οποίος προσφέρει τα πάντα και τίποτα, η μόνη αλήθεια βρίσκεται στην επιτυχία του μέλλοντος θανόντος. Αν θέλει να πεθάνει ο ίδιος, όχι 40 χρόνια πριν τη στιγμή που τον βρίσκει ετοιμοθάνατο στο νεκροκρέβατό του (περιγράφοντας ένα σχεδόν… ιδανικό παράδειγμα), αλλά μία ώρα πριν. Αν δεν θέλει να πεθάνει, τότε όσο και να έχει βασανιστεί, όσο και να έχει βασανίσει, δεν πρέπει να πεθάνει. Ο θάνατος είναι, καταρχάς, προσωπική υπόθεση.


Αυτό, βέβαια, μόνο σε περίπτωση που αποδεχόμαστε ότι δεν είμαστε απλώς τυχαία γεγονότα, δεκαδικοί ή μιγαδικοί αριθμοί, επιτυχημένα ή αποτυχημένα σπερματοζωάρια, που ο κόσμος, όχι θα ήταν καλύτερος ή χειρότερος χωρίς σε εμάς -σε κάθε περίπτωση αυτό ενέχει κόκκους αλαζονείας- αλλά θα υπήρχε. Απλώς θα υπήρχε. Να ένα αληθινό πλήγμα για την αυτοπεποίθησή μας. 
Να ζει κανείς ή να μη ζει; Να ζει κανείς ή να μη ζει; Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 11:36 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.