Οι μάστορες της μεταπολεμικής κατάθλιψης



Η υποψία ότι η «Δουνκέρκη» είναι κάπως υποτιμημένη έχει έντονο το υποκειμενικό στοιχείο. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, η αλλαγή εργασίας, ο χώρος εργασίας, η διαφορετική θεματολογία και μια κάποια αλλαγή στις δραστηριότητες (για την ακρίβεια, πρόσθεση) να είναι στοιχεία που δεν επέτρεψαν να διακριθεί ο χαμός που, φερ’ ειπείν, είχε γίνει με το «Interstellar».
Ίσως να είναι αυτό, αλλά ίσως, όντως, να μην υπήρξε η φρενίτιδα που είχε δημιουργήσει ο Κρίστοφερ Νόλαν στην προηγούμενη ταινία του. Είναι και η χρονική περίοδος που βγήκε, σε αντίθεση με το «Intestellar», αλλά και το γεγονός ότι το εγχείρημα, αυτήν τη φορά, δεν είναι δικό του. Ενώ ασχολήθηκε με ένα θέμα το οποίο ανέλυσε διεξοδικά, παρέχοντάς μας, όπως κάνει πάντα, γνώσεις και πληροφορίες, έκανε ένα έργο στο οποίο δεν είναι απαραίτητο ότι θα βρεις νολανισμούς. Ίσως ο Τομ Χάρντι να είναι μία ένδειξη, αλλά ασφαλώς ο Χάρντι έχει ήδη σχηματίσει μία καριέρα που, μεταξύ άλλων, έχει και ολίγον από Ινιαρίτου, Άλφρεντσον και Νάιτ. Η μουσική, μόνο, θα ήταν μια κάποια ένδειξη, αφού το αυτί των μυημένων πιθανώς μπορεί να καταλάβει ότι πίσω από τις μελωδίες βρίσκεται ο Χανς Ζίμερ. 

Η ταινία ήταν ολόκληρη καλό αγνό σινεμά, από τη φωτογραφία ως και τα μοντάζ της, από τη μουσική της μέχρι και την απελπισία στα πρόσωπα, από τη λεπτότητα της κίνησης μέχρι την ανάδειξη μίας από τις ιστορίες σε μία γέφυρα. Στο μυαλό μου έχω τον Νόλαν λίγο σαν τον Γαλιλαίο, στην πιο γνωστή μαρτυρία για τη ζωή του. Εκείνο το «κι όμως γυρίζει», το οποίο ψιθύρισε ενώ αναγκάστηκε να «παραδεχθεί» στην Ιερά Εξέταση, υπό το φόβο να πεθάνει εν είδει ιερομάρτυρος, πως η Γη είναι επίπεδη. Ο Νόλαν, Βρετανός, πραγματεύεται με ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη γνώση και τα νοήματά της, καταφεύγει στη φυσική, τους νόμους και τα παραθυράκια της, στο ανθρώπινο υποσυνείδητο, κάνει ανθρώπινα ψυχογραφήματα και, ταυτοχρόνως, πρέπει να μιλάει με τους ανθρώπους του Χόλιγουντ, ως ένας από αυτούς, με κάποιους που ως νόμο έχουν ότι για να θεωρείται επιτυχημένη μία ταινία χρειάζεται να κάνει κέρδη υπερπολλαπλάσια από τα χρήματα που ξοδεύτηκαν για αυτήν. Δεν ξέρω καν αν η RKO, την οποία υπερχρέωσε ο Όρσον Γουέλς για να κάνει τον «Πολίτη Κέιν» το 1941, θα έκανε την ταινία αν είχε δεύτερη ευκαιρία και ήξεραν τα στελέχη της ότι 30 χρόνια μετά, κάτι ψιλά πριν κάτι ψιλά μετά έστω, ο Γουέλς θα υμνούνταν στις Κάννες και το συγκεκριμένο έργο θα θεωρούνταν το κορυφαίο όλων των εποχών, έχοντας πασαπόρτι στον πιο σκληρό κύκλο που θα γινόταν να βρεθεί, αυτόν των Γάλλων κινηματογραφιστών. Ο Νόλαν κάνει υπερπαραγωγές ενώ κρατάει τις ιδέες του, αν και φαντάζομαι ότι του έχει στοιχίσει λίγο στην ηθική υπόσταση, όμως όλοι επαγγελματικά προδίδουμε την ηθική μας για πολύ, πολύ, μα πολύ λιγότερα από αυτό. 

Έφυγα από εκείνο το θερινό σινεμά στο Ζάππειο με το χώρο απλωμένο μπροστά μου, ίσα ίσα κατασκευασμένο για να μου δώσει τον αέρα που χρειαζόμουν ώστε να εκτιμώ αυτό που είδα, χωρίς να χρειάζεται να καταλάβω οποιοδήποτε νόημα και να ανιχνεύσω ψιλά γράμματα. Ας πούμε ότι θέλω να σκέφτομαι την ταινία, αλλά όχι να μιλάω για αυτήν και οριακά αντέχω τις παρέες που το κάνουν. Ό,τι μου έκανε άμεσα εντύπωση είναι πώς ο Νόλαν έπιασε τον παλμό της μεταπολεμικής κατάθλιψης στη Βρετανία, μέσα στο τρένο. Ψωμοτύρι, μπορεί να σχολιάσετε. Δεκτόν. Πάλι, το ψωμοτύρι του άλλου μπορεί να είναι η ίδια η τούρτα του δικού σου εντυπωσιασμού. 

Τη μεταπολεμική κατάθλιψη αποδίδει και στο βιβλίο του «Αστείο κορίτσι» ένας από τους πλέον ποπ συγγραφείς της Βρετανίας, ο Νικ Χόρνμπι. Ο Χόρνμπι δεν εστιάζει χρονικά σε αυτό αλλά, μιλάει πολύ λεπτά για το πώς η μάχη μεταξύ του λαϊκού θεάματος, το οποίο ξεκίνησε από τη σάτιρα κατά βάση, εισχώρησε στο BBC και μπήκε στα σπίτια των ανθρώπων και πώς ο σαρκασμός για τους θεσμούς έγινε, όχι μόνο μία εύθυμη πραγματικότητα αλλά, μία αναγκαιότητα για τους Βρετανούς, που κρατάει ως και τις μέρες μας. Πριν από λίγες μέρες, επειδή είμαι κάπως τυχερός, μου δώρισαν το αυθεντικό CD με το σάουντρακ του «Across the Universe». Αφήνω μισό λεπτό να περάσει για τη συνειδητοποίηση από οικείους μου, αν μου κάνουν την τιμή να συνεχίσουν να με διαβάζουν, ότι έχω αυτό το CD... 

... εντ γκόου. Θυμόμουν πόσο μου άρεσε στην ταινία, αλλά συνειδητοποίησα ότι είναι πραγματικά φανταστικό, έστω και αν δεν είναι σπουδαίο, το «Dear Prudence». Πόσο απαλό είναι, τρυφερό, αλλά και παρακινητικό, η ώθηση στο κορίτσι να βγει έξω και να παίξει. Να παίξει. 

Οι Beatles είναι οι μάστορες της μεταπολεμικής κατάθλιψης. Την έσβησαν οριστικά από το χάρτη. Και δε μιλάμε καν μουσικά ή οτιδήποτε άλλο, αλλά μόνο με την παρουσία τους, η οποία ήταν παιγνιώδεις. Έχουν ήδη περάσει στην ιστορία, δεν περίμεναν τη σφραγίδα μωρίας ενός ανθυποψωνισμένου από το Γαλάτσι, ως ιδιοφυείς μουσικοί, μόνο που το θέμα είναι ότι ακριβώς την εποχή που βγήκαν τάραξαν τα λιμνάζοντα ύδατα με την ευθυμία τους. Ναι, ήταν τεράστιοι σταρ, τέτοιοι που δεν έχει ματαδεί ο πλανήτης. Αλλά κυρίως ήταν γαμάτοι. Υπάρχει μία σκηνή στο «I m not there», που ο Μπομπ Ντίλαν τρέχει με τον Τζον, τον Πολ, τον Ρίνγκο και τον Τζορτζ και παίζουν, πριν από μία συνέντευξη Τύπου του. (πριν κάνετε οτιδήποτε άλλο πρέπει να δείτε αυτήν την ταινία ΜΟΝΟ για την Κέιτ Μπλάνσετ, η οποία κάνει τον Μπομπ Ντίλαν· δεν ξέρω πώς είναι να παίρνεις παραισθησιογόνα, αλλά υποθέτω ότι φτάνεις σε ένα κοντινό επίπεδο παρακολουθώντας την) Τούτα τα μαστόρια της μεταπολεμικής κατάθλιψης ζωγράφισαν ένα νέο κόσμο, επέτειναν την ευθυμία του και σκιαγράφησαν τη νέα εποχή του, που τους βρήκε να ανησυχούν, άλλους περισσότερο και άλλους λιγότερο. Το «Dear Prudence» είναι μόνο ένα παράδειγμα. Οι Beatles ήταν οι μουσικοί επιστήμονες της ποπ μουσικής, αυτής για το λαό, εκείνης για τη μέση αστική τάξη, η οποία πάντα πληρώνει οποιαδήποτε αντιδικία. Και ενώ στον Μεσοπόλεμο δεν είχε υπάρξει τέτοιο ένστικτο δημιουργίας, αφού ο κόσμος είτε γνώριζε είτε ψυχανεμιζόταν ότι και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν μάλλον απαραίτητος, μετά το μακελειό των έξι χρόνων, από το 1939 έως το 1945, κομμάτια διστακτικά άρχισαν να μαζεύονται. Και οι Beatles έφτασαν, τα πήραν και τα πέταξαν μακριά, κάνοντας διαγωνισμό γκελ, όπως συμβαίνει με τις πετρούλες στη θάλασσα. Το κορίτσι βγήκε έξω και έπαιξε. Έστω για λίγο. Μετά θυμηθήκαμε όλοι, ξανά, ό,τι δήθεν μας χωρίζει.
Οι μάστορες της μεταπολεμικής κατάθλιψης Οι μάστορες της μεταπολεμικής κατάθλιψης Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 10:15 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.