Η τέχνη στο κέντρο του απιταλισμού



Η κατανόηση του πώς θα δούλευαν όλα τα συστήματα στην πράξη αυτήν τη στιγμή δεν είναι πρωτεύουσα για τους εν τω συνόλω διαμαρτυρόμενους για τη λειτουργία του κόσμου, ενώ ξεκάθαρα θα έπρεπε.
Το κυρίαρχο σύστημα, ο καπιταλισμός, είναι δομημένο με τρόπο που η θεωρία του μοιάζει με άλλο σύστημα, τελείως διαφορετικό, στο οποίο ενδεχομένως να έπρεπε να δοθεί άλλο όνομα. Οι τιμές στα προϊόντα, τα μαγαζιά, οι διαφημίσεις, που θεωρούνται τα γρανάζια του, κουβαλούν μαζί τους πανικό και απόγνωση. Η προσπάθειά τους να εισβάλλουν στο πίσω μέρος του μυαλού μας είναι ναζομάζικη, που λένε και στο χωριό. Μίζερα πράματα, δηλαδή.

Επειδή είμαι σαΐνι, δις, πήγα στο Mall δύο μέρες αφού η Μαρία φιλοτέχνησε κάτι, ένα κάτι που υπάρχει στο μυαλό της και πια δεν πασχίζω να καταλάβω, μια και αυτό συμβαίνει με όλα τα κορίτσια που εκτιμώ περισσότερο από τα άλλα, που επίσης εκτιμώ. Η συνολική σκέψη τους, η θεωρία πάνω στην οποία στήνουν το περίγραμμα της ύπαρξής τους, δεν με αφορά. Όχι πως μου είναι αδιάφορη, αλλά δεν μπορώ να τη συλλάβω. Κάτι χάνω εξαιτίας πνευματικής αρτηριοσκλήρωσης και αυτό με κάνει σχεδόν δυστυχισμένο, σαν να υφίσταμαι το βάρος μικρών απωλειών. Πριν από περίπου μισό χρόνο, στη βόρεια Αθήνα, βρέθηκαν μπροστά σε επίσης κάτι, ένα ολότελα ψυχεδελικό δημιούργημα, αν και εξαιρετικά απλό. Απλοϊκό, θα μπορούσε να το αποκαλέσει κάποιος, μόνο που θα έχανε όλη την ουσία. Τη σύλληψή του, δηλαδή, την ευφυΐα στην ιδέα, την ίδια τη σκηνοθεσία του, το τράνταγμα της επανάληψης. Δεν ήταν η πρώτη φορά, προφανώς δεν θα είναι η τελευταία. Ο δοσμένος άνθρωπος δυστυχώς είναι θύμα της ποσότητας. Έχοντας πολλά να δώσει στους υπόλοιπους μοιάζει να μην τα δίνει, απορροφημένος από τον… εδεμιαίο αχέρωντά του, παρ’ όλα αυτά ο δέκτης κρίνει με βάση την ποσότητα. Φεύγοντας από το ψυχεδελικό πάρτι, που κράτησε πολύ λίγο αλλά η επίδρασή του δεν έχει ακόμα εξατμιστεί, παίρνω τη διαρκή διαστολή του βλέμματος. 
Ως εκ τούτου, με το κόλλημα (ή κώλυμα) του εγκεφαλικού χάους, δεν μπόρεσα να βρεθώ ακόμα σε μία κατάσταση που ίσως να αγωνιούσα λίγο περισσότερο για να προφτάσω από ό,τι έπρεπε. Δεν μπόρεσα επειδή θεώρησα ότι έπαψε να υπάρχει, ότι την «έφαγε» η καθημερινή ταχύτητα με την οποία εκτυλίσσεται η δράση στο συγκεκριμένο χώρο. Καταλαβαίνοντας ότι την πάτησα, βρέθηκα μπροστά σε κάτι οριστικό, που δε συνοδεύτηκε από το ψυχανέμισμα της διπλής μπλόφας. Όπως και να έχει, όμως, κατέβηκα τις κυλιόμενες, μία φράση που πρακτικά είναι λάθος, διότι στάθηκα ακίνητος. Μία τεράστια αφίσα στην είσοδο πρωτύτερα, με τη φράση «Art take over», ήταν κρεμασμένη και, πολύχρωμη καθώς ήταν, δεν γινόταν να μην πέσει το μάτι σου. Αυτή η χαρωπή θέα σε προϊδέαζε για μία πανδαισία καλλιτεχνίας όταν θα βρισκόσουν στον επίμαχο χώρο. Ακόμα και αν το αποτέλεσμα, δηλαδή τα έργα των οιωνεί καλλιτεχνών (ένας χαρακτηρισμός που δεν είναι ισχύων, παρ’ όλα αυτά έτσι πρέπει να αποδίδεται, διότι αν αποκαλείς καλλιτέχνη ακόμα και εκείνον που θέλει να γίνει τέτοιος, κοιτάζοντάς τον υπό το πρίσμα του ερασιτέχνη, τότε οποιοσδήποτε μπορεί να συστήνεται ως καλλιτέχνης), δεν ήταν εκείνα που θα σου προκαλούσαν δέος*, μόνο και μόνο ο χώρος που θα έπιαναν σε ένα εμπορικό κέντρο θα αρκούσε ώστε να κάνει το αποτέλεσμα υπερ-θετικό.
*Δε θεωρώ ότι ο πρώτος θεατής που στάθηκε απέναντι στην «Γκέρνικα», την «Τζοκόντα» ή την «Εμμονή της Μνήμης» κατέρρευσε από τη συγκίνηση, ότι ένιωσε την αύρα ενός αριστουργήματος. Από όλα τα εικονογραφημένα αριστουργήματα, μόνο για την Καπέλα Σιξτίνα θεωρώ ότι από την πρώτη στιγμή θα γινόταν κατανοητό ότι το χάρισμα του δημιουργού, αν δεν πλησίαζε το θείο, ήταν σίγουρα υπερανθρώπινο.

Από την πρώτη φορά που βρέθηκα στο Mall περιήλθα σε αμηχανία. Δεν είναι, ασφαλώς, κάτι δύσκολο, αλλά βλέποντας όλα αυτά τα κορίτσια να περπατούν με τις σακούλες ανά χείρας νομίζω ότι βρέθηκα σε ένα δαιδαλώδες μέρος του εγκεφάλου -και το κατάλαβα μόλις την τελευταία φορά. Είχα αυτή την αίσθηση της σπίθας από την τριβή των εγκεφαλικών κυττάρων, μίας παράλογης διαύγειας η οποία πιθανότατα επικρατεί σε όλα τα πολυσύχναστα εμπορικά κέντρα, που ενδεχομένως να είναι τα πανέξυπνα ανίψια των πρώτων franchise μηχανών που έδιναν μπέργκερ με τηγανητές πατάτες. Ήταν ατέλειωτη η τέρψη της παρακολούθησης και η περιδίνηση μέσα στη δική μου ιδιοσυγκρασία. Προέκυπτε ασυγκράτητη ικανοποίηση, ήταν σαν να παίζει ο Κασπάροφ παρτίδες ταυτοχρόνως με 15 δεινούς πλην νεαρούς και άγουρους σκακιστές, που είναι σχεδόν δεδομένο ότι θα την πατήσουν. Αν γινόταν να δικαιολογηθεί μία εικόνα του συστήματος σίγουρα θα ήταν εκείνη, η τόσο θεραπευτική, που κατέβαζε ένα κλικ την ψυχική διάθεσή μου ανέκαθεν, κάνοντάς με ξένο με το χώρο, αλλά αυτά δεν είναι καινούργια νέα, συμβαίνει τόσες φορές όσες δεν συμβαίνει. Τα κορίτσια, παράξενα όντα τόσο εκ φυλετικής πεποιθήσεως όσο και από τις εμφυτευμένες προκαταλήψεις (τούτη τη στιγμή κάνω κάτι που πολύ δε μου αρέσει· γράφω αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπάρχουν κι άλλα φύλα στα οποία ενδεχομένως να μπορείς να απευθυνθείς, ενώ στην πραγματικότητα είναι μόνο δύο, με τις βιολογικές παραλλαγές τους, δηλαδή ο μισός πληθυσμός του πλανήτη), στον εμπορικό πλανήτη μεταμορφώνονται. Ίσως να βρισκόμαστε σε ένα σημείο που αυτή η μεταμόρφωση να μην έχει την άγουρη υφή των παλιών χρόνων, αλλά να έχει ήδη φτάσει στο σημείο που να λογίζεται ως μητριαρχική τάση. Οι ζωγραφίες και τα επίπεδα τέχνης φάνταζαν αταίριαστα, αφού τα ίδια χρώματα που υπήρχαν μέσα στο αυστηρό αρχιτεκτονικά και σε φως κέντρο θα μπορούσε κάποιος να τα βρει στις ζωγραφιές των καλλιτεχνών και των επίδοξων καλλιτεχνών, που άδρατταν τη μέρα για να αποτυπώσουν, λίγο βεβιασμένα κατ’ ανάγκη, τη δική τους φιλοδοξίασοφία στον τεράστιο καμβά. Και τότε ήρθε η Άννα Γουίντουρ ή, καλύτερα, η Μέριλ Στριπ ως Άννα Γουίντουρ, που κατακεραύνωσε τις νεαρές υπαλλήλους της στην ταινία «Ο Διάβολος φοράει Prada», για να μου υπενθυμίσει εκείνη τη σιγουριά που ένιωθα ότι ήταν απολύτως ειλικρινής, όταν υπερασπιζόταν σχεδόν καταδυναστεύοντας τη δική τους επαναστατική προσέγγιση που έχει να κάνει με το βάθος του ανθρώπου, τη σημασία του ρούχου ως εφόδιο απόλαυσης. 

Στην πραγματικότητα, σε αυτό το σημείο φαγώθηκε το «κ» από το σύστημα του τίτλου μου. Διότι αυτή ακριβώς η απόλαυση δεν μπορεί να αποτελέσει τομή στην ελευθεριότητα, αν και θα δύνατο να το κάνει, σε περίπτωση διαφορετικών συνθηκών. Της είναι αδύνατον, ωστόσο, μια και έχει καθιερώσει τη θέση της μέσα από την οικονομική άποψη, το status quo της μέσα από την παράλογη ανακούφιση που προκαλεί η σπατάλη, η οποία θα μπορούσε να είναι ένα δυνητικό 45λεπτο στο ντιβάνι αν δεν ήταν τόσο οδυνηρή μετά και σε βάθος χρόνου, αν δε δημιουργούσε βάρος μεγαλύτερο από ό,τι νόμιζες επί του πρακτέου.
Η τέχνη στο κέντρο του απιταλισμού Η τέχνη στο κέντρο του απιταλισμού Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 3:38 AM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.