Η γλώσσα μέσα του (ή, αλλιώς, ένα τέταρτο με τον αόριστο β)


Αντιφάσεις, να τι τρομάζει περισσότερο τον άνθρωπο. Δεν τον τρομάζει η πιθανότητα ύπαρξής τους κάποια στιγμή, αλλά το γεγονός ότι στέκουν αγέρωχες από πολύ μικρή ηλικία, τότε που οι πράξεις δεν πολυδίνουν λογαριασμό στην ιερατική επιτροπή της λογικής, η οποία, ενώ μοιάζει να επιτρέπει πράξεις μέσα από την επιχειρηματολογία, είναι πολύ αυστηρή.
Όταν απαγορεύει μία πράξη που δεν στέκει ως αποτέλεσμα παραγωγικής σκέψης ουσιαστικά απαγορεύει όλο το πλαίσιο πράξεων που μοιάζουν ή ακόμα και θα ήταν πιθανό να μοιάζουν με τη συγκεκριμένη πράξη, αλλά προσεγγιστικά.

Αυτή η λογική, ωστόσο, η απαγορευτική, εκείνη που εξάγει αντιδράσεις και αντιρρήσεις, δεν επιτρέπει την αποδοχή της αντίφασης ως λογικής και αέναης κίνησης. Δεν μπορεί να επιτρέψει, δηλαδή, να υπάρχει η στερεωμένη γνώση της αντίθεσης, ώστε ο άνθρωπος να μην απορεί και να μπορεί να πορεύεται με την επίγνωση ότι σε κάποιες στιγμές θα μπορεί να ταλαντεύεται σε ό,τι ο ίδιος έχει φτάσει ως άκρα. Βεβαίως, τούτο θα ήταν δραματικό υπό την έννοια της ευχέρειας, αν αναλογιστεί κάποιος ότι εκείνος που αναγνωρίζει την ιδιότητα του χαρακτήρος να υποστηρίζει δύο αντίθετες καταστάσεις μπορεί να προσφέρει στον εαυτό του ένα γνήσιο άλλοθι σηπτικής κατάστασης, το οποίο, ωστόσο, το βάθος ασφαλώς και το αποβάλλει, χαρακτηρίζοντάς το επιδερμικό. Και, ακόμα και αν δεν υπάρχει κάτι κακό σε αυτό, είτε υπό την έννοια της αισθητικής ή υπό εκείνη του ίδιου του χαρακτηρισμού ως έννοιας, δεν μπορεί να αγγίξει τον τρόμο που νιώθει κάποιος ο οποίος αντιλαμβάνεται την αντίφαση, όχι μόνο ως δεδομένο αλλά, σαν πλημμυρίδα, ακριβώς τη στιγμή που συμβαίνει. Ο πολυσχιδής άνθρωπος φτάνει στο σημείο να νιώθει ικανοποίηση με τη θλίψη, διότι, ακόμα και αν δεν την ευχαριστιέται, υποθέτει ότι η πεπιεσμένη εσωτερίκευση υπάρχει πιθανότητα να μετατραπεί σε δημιουργικότητα με σάουντρακ για γαρνιτούρα.

Φαντάζομαι ότι, όταν αναφέρομαι στον Φραντζέσκο, όλα τα παραπάνω είναι σωστά και όλα είναι λάθος. Όπως η αντίφαση, η ύπαρξή τους είναι και μη ύπαρξη.

Αν όχι από μικρό παιδί, στο μπάσιμο από την εφηβεία στη μετεφηβεία η επιρροή του ένρινου ψευδίσματος είχε την ίδια σημασία που είχε για την Κυβέλη η αδυναμία της Έλλης Λαμπέτη να προφέρει το «σ» όπως η ίδια θα ήθελε. Στο άνθος της νεότητας, με το ηβαίο να επισυνάπτει συνεχώς νέα αρχεία προς ανάγνωση -αν και όχι απαραιτήτως κατανόηση- η Λαμπέτη θέλησε να κάνει μαθήματα ορθοφωνίας. Η Κυβέλη θύμωσε πραγματικά: «Θέλεις να σκοτώσεις αυτό το χάρισμα; Θέλεις να γίνεις σαν κι αυτές του Εθνικού; Θέλεις να γίνεις σαν εμένα;». Αυτό το στοιχείο, στην περίπτωση του ήρωα της ιστορίας, μπορεί και να συμβολίζει το περίγραμμα της συναισθηματικής ύπαρξής του και έτερον ουδέν, που τραγούδησε ο Δήμος Μούτσης. Σίγουρα ο στόχος της κοινωνικής αρέσκειας δεν αποτελεί προτεραιότητα, για αυτό, κιόλας, ο λόγος πρέπει να γίνεται για ένα διαμέτρημα προσωπικότητας που υπήρχε, αν όχι έμφυτο, από τα μικράτα σύμφυτο και ενδεχομένως κιόλας να μην επιζήτησε τη ζύμωση η οποία αναμφίβολα του έγινε. Μπορεί επίσης οι απόψεις, πάνω στην άψη της συζήτησης, να είναι ακραίες, όμως παρά τη λογική συνάρτηση της σπουδής με την ανοιχτομυαλιά και το συζητήσιμο, την οποία πρέπει να δεχτούμε ως αυταπόδεικτη, το να είσαι απόλυτος με συγκεκριμένο τρόπο είναι πολύ πιο αποδοτικό. Το γεγονός ότι η ισχύς του απόλυτου στην τέχνη θέλει να θυσιάσεις, διότι πρόκειται για οδυνηρή διαδικασία, ένα κομμάτι του εαυτού σου για να βρεις την ισορροπία, μία διαδικασία ελευθεριότητας που ορισμένες φορές μέσα από αβάσταχτη αυστηρότητα και κανόνες πειθαρχίας που παραπέμπουν σε μεσαιωνικούς τρόπους, είναι απλώς μία υπενθύμιση ότι η σοφία πάσχει από έλλειψη χώρου ενώ μπαίνει στην κατεργασία, ξυπνάει σαν φούρναρης και είναι αναγκασμένη να δουλεύεται σε σκοτεινό υπόγειο, ώστε να κερδίσει κάθε εκατοστό του φωτεινού χώρου στον οποίο θα διοχετευτεί μέχρι να εξωτερικευθεί. Δέκα τόνοι βοτάνων για μία ντουζίνα σταγόνες μαγικού ζωμού, μία κίνηση επαναλαμβανόμενη και τόσο μάταιη μια και το πέρας είναι θωρηκτό, το πιο τρομακτικό πειρατικό πλοίο που δημιουργήθηκε ποτέ.

Μπορεί ο αόριστος β να μας οδηγήσει εκεί; Καθόμαστε σε ένα μαγαζί στο Χαλκί και μιλούσαμε για τη γλώσσα και μπορεί να ήταν σαν το πρώτο μπλουζ στην Α’ γυμνασίου ή την ανάμνηση της γεύσης της κρέμας που τρώγαμε οριακά μωρά, σαν τότε που η αγωνία για το δέος διαδεχόταν το δυσάρεστο τετελεσμένο και το αντίθετο, μέχρι που τα στάχυα και οι καλαμιές να μας πουν ότι είναι συντριπτικό το δυσάρεστο τετελεσμένο ως πραγματικότητα. Ήταν ένα παράδειγμα ιδιώματος που οδήγησε στην αναφορά του αορίστου β, ο οποίος δεν είναι σαν άδειο φουστάνι αλλά μοιάζει με τον τίτλο ενός ποιήματος που θα μπορούσε να έχει γράψει η Μαρία Πολυδούρη, ου μην και με το ίδιο το ποίημα. Η αιτία ήταν πάλι η ροπή προς τον τοπικισμό, από κάποιον που θα αγαπούσε το χωριό του ακόμα και αν δεν καταγόταν από εκεί, όχι σαν έναν τόπο εξωτικό που θα μπορούσε να τον δει ένας μεσήλικος Βέλγος, όχι σαν δομικό μυστήριο, που θα γινόταν να αντικρίσει ένας Ιταλός αρχιτέκτονας, αλλά με τη ζωτική σημασία που γίνεται τώρα. Πάνω από τη ζωή του ή, για να είμαι ακριβέστερος και όχι τόσο μελό, πάνω από τις προοπτικές της ζωής του.

Εκείνος ο αόριστος β εμφανίστηκε σε ένα άλλο χωριό, λες και η ίδια η φυγή από τη ρίζα για μερικά μόλις χιλιόμετρα, σε έναν ωραίο τόπο, έπρεπε να ψάξει να βρει τον επικρατούντα χώρο ώστε να συνεχίσει να υφίσταται, έστω και σαν υπενθύμιση. Ή μπορεί να έγινε τυχαία, με τη σκούφια αυτής της τυχαιότητας πιθανόν να κρατάει από το ίδιο το τυχαίο της ύπαρξης. Είμαστε τυχαία γεγονότα και μερικές φορές απλώς συνεχίζουμε να ζούμε τυχαία, μερικά εκατοστά πιο δω ή πιο κει και θα ήμαστε ανεπιστρεπτί παρελθόν, και τα σημεία κατατεθέν είναι μάλλον ένα ουρλιαχτό για το ίδιο το περίγραμμα της παρουσίας μας, ακόμα και αν αυτά είναι δανεικά, αλλά ποτέ αγύριστα, μια και κάποια στιγμή θα είναι αναγκαίο να επιστραφούν.

Ακόμα, λοιπόν, κι αν δεν συμφωνούμε, ακόμα και αν οι απόψεις μπορεί να γίνονται προβοκατόρικες, εν μέρει λόγω της πραγματικής κατάστασης και εν μέρει λόγω της σκέψης, ακόμα και αν ο αρνητισμός μπορεί να πρωτεύει, κάτι που ίσως και να φέρνει η ειλικρίνεια της ηλικίας, ο αόριστος β είναι ένα σημαντικό μέρος της συνολικής παρουσίας. Και από μόνος του αποτελεί τη συνολική παρουσία ενός σημαντικού μέρους, που δεν χωράει στα κιτάπια και αν μπορείς να τον χαρακτηρίσεις είσαι αναγκασμένος να κρατάς το ρεαλισμό του λάθους.
Η γλώσσα μέσα του (ή, αλλιώς, ένα τέταρτο με τον αόριστο β) Η γλώσσα μέσα του (ή, αλλιώς, ένα τέταρτο με τον αόριστο β) Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 4:42 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.