Κώχτα;



Την πρώτη φορά κουβαλούσα ένα ανεξήγητο βάρος. Ήταν τότε, στο «Βρυσάκι». Τότε που συνάντησα μία περίληψη της ζωής του Κώστα Ταχτσή και έφυγα από τη γειτονιά με το καμπανελλικό σύνδρομο για να μεταφερθώ σε ένα ζοφό και να αποχαιρετήσω, με κάποιον τρόπο, ένα συγγραφέα που με ένοιαζε μόνο επειδή ήταν συγγραφέας.



Ήταν η παράσταση «Ο Μικρός Εγώ» που έγινε η μετατόπιση. Ήταν μία πένθιμη μετατόπιση. Είχα βγει από το θέατρο και ένιωθα το αίσθημα της ανακούφισης που τελείωσε. Μία παράσταση που σημαίνει κάτι, όμως, όπως συμβαίνει με όλες τις απόπειρες να στερεώσεις την τέχνη, δεν αρκείται στο να σε απασχολήσει στιγμιαία. Μπαίνει στο κεφάλι σου και με πείσμα επιθυμεί να σε κάνει να αποκτήσεις. Το τι, είναι διαρκής αβεβαιότητα. Η ανακούφιση δεν έγκειτο στην έλλειψη ποιότητας, αντιθέτως ήταν σχεδόν το αντίθετο. Εκείνη η παράσταση ήταν έμπλεη θεατρικότητας, δημιουργώντας δισταγμό. Αν υπαγόταν στους θεατρικούς κανόνες, αν άξιζε να μπει στην ανθολογία του θεάτρου, ουδείς μπορεί να είναι σίγουρος. Παραδείγματος χάρη, στα «παιδιά ενός Κατώτερου Θεού» η Έλλη Λαμπέτη, στην τελευταία θεατρική παράσταση της καριέρας της, έπαιζε τη Σάρα, η οποία ήταν μουγκή, αλλά μπορεί να ήταν και μουγγή. Στο τέλος, η Λαμπέτη έβγαζε μία σπαρακτική κραυγή, η οποία πέρασε στη μυθολογία, αν και δεν μιλούσε καθόλου στην παράσταση.

Μισό λεπτό.

Κάθε Τρίτη και Τετάρτη στις 21:15.
Συντελεστές:
Σκηνοθεσία: Βασίλης Ανδρέου
Διασκευή: Βασίλης Ανδρέου, Ομάδα Αίολος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Σοφία Καστρησίου
Μουσική Σύνθεση: Σπύρος Παρασκευάκος
Τραγούδι: Νεφέλη Κουρή
Φωτογραφία: Γιάννης Μπορομπόκας
Ενδυματολόγοι: Αφροδίτη Μηλιώνη- Δήμος Κλιμενώφ
Ερμηνεύουν: Βλασία Κουτσού, Γιώργος Μακρής, Φαίδρα Παπανικολάου, Νατάσα Σφενδυλάκη, Θεόδωρος Χιντζίδης.
ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Τιμή προπώλησης από Viva.gr & Ticket 365.gr: 8 ευρώ
Τιμές εισιτηρίων ημέρα παράστασης
Γενική είσοδος: 12 ευρώ
Μειωμένο: 8 ευρώ (ισχύει για φοιτητές και ανέργους).

Εκείνο το βράδυ στο «Βρυσάκι» εκτελέστηκε με επιτυχία ένα εγχείρημα κατά το οποίο ο θεατής αναγκάστηκε να συμμετάσχει και, μάλιστα, παθητικά. Δεν μπορεί να ξέρει κάποιος κατά πόσο αυτό ήταν δυσάρεστο, μου φαίνεται, μάλιστα, ότι θυμάμαι τον εαυτό μου στο αυτοκίνητο, κατά τη διάρκεια του γυρισμού, να κατακλύζεται από απορία, η οποία αποτελούσε σχεδόν αριθμητική οντότητα. Και όμως, παρά τα πρότερα πιο φευγαλέα συναισθήματα, που ίσως αντανακλούν στο χαρακτήρα του θεατή περισσότερο από τους ρόλους, ο Μικρός Εγώ ήταν σαν απογύμνωση του εαυτού. Αυτά πριν από περίπου 3,5 χρόνια, στο «Βρυσάκι». Σε μία σύμπνοια με τους ηθοποιούς, που προέβαιναν σε ένα εγχείρημα λεπτοραμμένο, να ανακατέψουν την προσωπικότητά τους μέσα στη δίνη του χρόνου που περνούσε πιο έντονα με την προσωπικότητα του Ταχτσή να ξεπροβάλλει, μπορούσες να διακρίνεις, αν όχι απελπισία αγωνία, η οποία μετατρεπόταν σε απορία, που κουβαλούσε ο θεατής μαζί του. Πιθανότατα. Σε αυτήν την παράσταση της Ομάδας Αίολος στο θέατρο Αλφα Ιδέα, κάθε Τρίτη και Τετάρτη στις 21:15, δεν υπάρχει νευρικότητα. Υπάρχουν μόνο ταχτσήδες. Από τη θαυμάσια μουσική του Σπύρου Παρασκευάκου, η οποία πρέπει οπωσδήποτε να διανεμηθεί με κάποιον τρόπο, ένα διαρκές λαϊκό ξύπνημα, όχι απλώς γλεντιού ή πόνου, αλλά (συν) ύπαρξης, μέχρι το οριστικό σημείο της μετατροπής της προσωπικότητας που ο σκηνοθέτης δείχνει δεμένος συναισθηματικά μαζί της, πέραν της σχέσης που μπορεί να έχει με ανθρώπους, όλο το καστ είναι ταχτσήδες. Ήμουν αρκετά τυχερός να βρεθώ στη γενική πρόβα, να καθίσω αναπαυτικά στην ωραία κόκκινη καρέκλα ενός θεάτρου ταχτσικού, μέσα σε στοά που το βράδυ κλείνει με ρολά, σε ένα σημείο στην καρδιά της πόλης, όχι μαλακίες, όχι Βοτανικός ή Πειραιώς ή Παγκράτι ή Άνω Πατήσια, στην Αθήνα, στο κέντρο της, όχι παραπλεύρως ή σε κάποια αισθητικά άρτια ή έτσι παρουσιασμένη γωνίτσα. Στην Αθήνα, με τον αέρα της Αθήνας, αυτόν που έχουμε είτε είναι καλός είτε κακός, αυτόν με τις ωραίες ταξιδιάρικες εικόνες ενός νουάρ τύπου να κυκλοφορεί με σκούφο και κασκόλ, που βγαίνεις έξω και είσαι σε ένα μέρος που ακόμα και αν δεν γνωρίζεις ψυχανεμίζεσαι ότι συμβαίνουν πράγματα, οι ηθοποιοί που απαρτίζουν αυτό που λέμε καστ έχασαν κάθε ίχνος σεμνοτυφικής ντροπής και μετατράπηκαν σε έναν άνθρωπο και τις εποχές που αυτός έζησε. Ο χορός που ο σκηνοθέτης Βασίλης Ανδρέου χρησιμοποιεί, το όχημα της αρχαίας τραγωδίας που είναι το μόνο αληθινό πειραματικό θέατρο, πέρα και πάνω από κάθε μοντερνισμό, γίνεται σε ένα τόσο ακατάλληλο σημείο και είναι τόσο ταιριαστός που μου θύμισε τη μελωδία της «Λάιλα», που ο Σκορτσέζε χρησιμοποίησε στο αιματοκύλισμα των «Καλών Παιδιών». Και το τέλος, το τέλος μετά το τέλος, είναι, αν όχι συνταρακτικό, ένα παιχνίδισμα αφοπλιστικό, πάνω που είσαι έτοιμος να απολαύσεις τη στιγμή που η εμπειρία κατοχυρώνεται. Δεν ξέρω αν μπαίνει στην ανθολογία του θεάτρου, μπαίνει σίγουρα στη δική μου ανθολογία αυτό το καθυστερημένο κερασάκι στην τούρτα της μέθεξης, την οποία οι ηθοποιοί, ο καθένας με το ταλέντο και τις δυνατότητές του, πιάνουν.

Δε θα ορκιζόμουν ότι ακόμα και οι θεατράνθρωποι μπορούν να βλέπουν παραστάσεις χωρίς να αναρωτιούνται κάποια στιγμή πόση ώρα έχει περάσει ή πόση ώρα απομένει. Το θέατρο είναι ένας χώρος πείνας, όσο κι αν τον καλλωπίσεις. Υπάρχει ψώνισμα και βάσανο, υπάρχει μύτη μέχρι το ταβάνι και τζαμπατζιλίκι. Υπάρχει μία ταχτσική διάσταση, δηλαδή, που όσοι μπλέκονται στο έργο ίσως να την αναγνώριζαν, απλώς δεν ήξερα μέχρι ποιο σημείο μπορούσαν να φτάσουν. Όλοι.

Έφτασαν στο σημείο, μανάδες, γιαγιάδες, ξαδέλφοι, νταντάδες, πουτάνες, φιλενάδες, εραστές, να γίνουν αυτός. 
Κώχτα; Κώχτα; Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 4:00 AM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.