Χωρίς έμπνευση


Ο πρόλογος αυτού του κειμένου έχει σβηστεί τρεις φορές.
Σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο γραφιά, τούτο είναι εξαιρετικά σπάνιο: ανάμεσα στις τόσες αμφιλεγόμενες κλωστές του παλίμψηστου υπάρχει και μία που του απαγορεύει να σβήνει. Δεν πρόκειται για εγωισμό, παρά για κάτι που μοιάζει με εκείνη την ιστορία που είχε πει ο Αβραάμ Λίνκολν (ή, εν πάση περιπτώσει, ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις το είπε ως Λίνκολν στην ομώνυμη ταινία), με τον κήρυκα που είπε ότι «είμαι τόσο τεμπέλης που όταν ξεκινήσω να μιλάω δεν μπορώ να σταματήσω». Στην υγειά του κήρυκα. 

Αυτήν τη στιγμή η μέρα δεν είναι ούτε καλή ούτε χάλια, ευχαριστώ που ρωτήσατε. Δεν πήγε κάτι καλά ή άσχημα ή τουλάχιστον κάτι που να μην είχε πάει καλά ή άσχημα χθες. Είναι σαν η μέρα να μη συμβαίνει, σαν να μην υπάρχει, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Αντιθέτως, κάποιο βαρύ άθροισμα ίσως απομυζηθεί εν είδει ζωμού, το οποίο στην περίπτωση ενός ρίγους, που θα συμβεί σε άγνωστο χρόνο, θα έρθει ως ένας επισκέπτης που δεν θα περιμένω, με το δωμάτιό μου ακατάστατο.

Είναι η μέρα αυτή που το θύμα υφίσταται ένα είδος καταπίεσης, μία θέληση να κάνει διατάσεις στα δάχτυλά του και, από την άλλη, ένα άδειασμα που τον προειδοποιεί να καθίσει φρόνιμος. Χωρίς θέμα, δίχως έμπνευση και με μηδαμινή ανυπομονησία για να βρεθεί σε μία κατάσταση που ο Πλάτων θα σιχτίριζε για την έλλειψη ρεαλισμού της, κατηγορώντας, εν προκειμένω, για αδικία σε ό,τι αφορά την επικοινωνία με το θείο, δηλαδή τη μούσα. Αυτό το δίχως έμπνευση ήταν και το πιο ζωογόνο για να περεντιπελεκήσω το εξκάλιμπερ, διότι πάντα νιώθω ένα πόντο καλύτερα από όταν γνωρίζω τι περίπου θα γράψω. 

Ανάγκες, ωστόσο, είναι λίγες, οι επιθυμίες είναι πολλές. Δεν ξέρω αν πρόκειται για ιδιωματισμό, αλλά «ανάγκη να βγω», «ανάγκη να αγαπήσω», «ανάγκη να βρω κάποιον», «ανάγκη να γίνω πλούσιος» σαφώς και δεν υπάρχει. Οι ανάγκες είναι περιορισμένες αριθμητικά. Και όσο κι αν πηγαίνει η γλώσσα αυτομάτως, λόγω της φυτρωμένης μαζί με το είδος αχαριστίας, ακόμα ενός κόστους για την ατέλειά μας που πρέπει να πληρωθεί, όταν γίνεται καθεστώς κάτι που θα έπρεπε να χρησιμοποιείται ποιητικά, για να τονίσει τη λαχτάρα, δεν είναι εφικτό να ισχύει. Η ποίηση και τα μπέργκερ χρειάζονται σπανιότητα, να παίρνεις το χρόνο σου, να σου λείπουν. Ή, παραδείγματος χάρη, το «αν δεν προσπαθείς να αποσοβήσεις ένα έγκλημα είσαι συνένοχος». Όχι, δεν είσαι. Υπάρχει ένας ένοχος ή, έστω, ένας ένοχος κάθε φορά, που κάνει κάτι. Θα ίσχυε αν λεγόταν σπανιότερα, αλλά στη Φυσική είναι νόμος η εξωτερίκευση ενέργειας και, άρα, ένοχος είναι αυτός που την εξωτερικεύει και όχι ο αδρανής. Η συνενοχή είναι ωραία να μπει σε στίχο, αλλά φαίνεται ότι έχει γίνει το σύμβολο του ομαδικού εθελοντισμού, που είναι μία καρικατούρα προσκόπων.

Μία μέρα που δεν συμβαίνει, που δεν υπάρχει, αλλά που θα έχει συμβεί και θα έχει υπάρξει, περνάει. Γκαντ ντάμιτ, έχω παραγίνει λακωνικός. 


ΥΓ. Ένας Γάλλος συγγραφέας έγραψε ένα βιβλίο για τις ακολασίες του Ζακ Σιράκ. Σύμφωνα με αυτό, στις 31 Αυγούστου του 1997, όταν σκοτώθηκε η πριγκίπισσα Νταϊάνα, τον έψαχναν στο τηλέφωνο για να του πουν τα νέα, αλλά εκείνος, όπως γράφτηκε, έβγαζε τα μάτια του με την Κλαούντια Καρντινάλε. Οπότε, πάρε μία Κλαούντια. 
Χωρίς έμπνευση Χωρίς έμπνευση Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 10:48 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.