Οι γρίλιες της «Κουίντα» έκλεισαν για πάντα


Μόνο και μόνο για το θρυλικό κλαμπ στη Φωκίωνος Νέγρη, από το οποίο παρήλασαν όλοι οι Έλληνες σταρ αλλά και μυθικά πρόσωπα του διεθνούς κινηματογράφου, όπως ο Ζαν Πολ Μπελμοντό και η Τζούντι Γκάρλαντ, ο Μπάμπης Μουτσάτσος, που πέθανε τη Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου, στα 84 χρόνια του και κηδεύτηκε την επομένη στους Αγίους Αποστόλους στην Καλλιθέα, έχει περίοπτη θέση στην ψυχαγωγική… ιστορία του τόπου.

Η Αθήνα προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της τη δεκαετία του ’50. Δεν ήταν μόνο ο Β’ Παγκόσμιος, που οδήγησε σε κατάθλιψη όλο τον πλανήτη, αλλά και ο εμφύλιος. Τη δεκαετία του ΄50 στην Ελλάδα και όλο τον πολιτισμένο κόσμο αυτό που έλειπε και οι άνθρωποι έψαχναν ήταν η χαρά. Η οποία ερχόταν μέσω της ψυχαγωγίας.

Αυτήν τη χαρά δημιουργούσε στη νυχτερινή Αθήνα το… παρεάκι που βγήκε από τα ανοιχτά γήπεδα της εποχής. Ο Μπάμπης Μουτσάτσος, κολυμβητής και πολίστας των «ερυθρόλευκων», βρήκε τη… γενιά του στον Κώστα Μουρούζη, αθλητή του μπάσκετ του Τρίτωνα Αμαρουσίου, και τον Μίμη Στεφανάκο, αμυντικό του ποδοσφαιρικού Ολυμπιακού, όταν πήρε το προσωνύμιο Θρύλος, από τα μέσα ως τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Οι τρεις τους σύχναζαν στο μαγαζί «Top Hat», στο τέλος της Πατησίων. Μάζευαν τους υπόλοιπους σαν μέλι. Τόσο τους φίλους τους όσο και κορίτσια, μαγεμένα από την αρρενωπότητα και τη γοητεία τους. Άλλωστε, ο Μουτσάτσος και ο Στεφανάκος θεωρούνται ζεν πρεμιέ υψηλού επιπέδου, ο δεύτερος, άλλωστε, υπήρξε για τη νεαρή, τότε, στάρλετ, Μάρθα Καραγιάννη σφοδρός έρωτας. Η Καραγιάννη και ο Μουτσάτσος δεν σταμάτησαν ποτέ να είναι φίλοι. Τα τελευταία χρόνια η ηθοποιός έδινε πάντα το «παρών» στον «Μαγεμένο Αυλό» όταν ο γεννημένος στη Βασιλίσσης Σοφίας 96, λίγα μέτρα από τα γραφεία του Ολυμπιακού στον Πειραιά έκανε τα γενέθλιά του, συνήθως στις 31 Ιανουαρίου, δηλαδή την ημερομηνία της γέννησής του.

Η Καραγιάννη, άλλωστε, εξαιτίας Στεφανάκου αλλά και του zeitgeist, της ατμόσφαιρας της εποχής, ήταν τακτικός θαμώνας της «Κουίντας», είτε αυτή ήταν στην Κοδριγκτώνος, της οποίας οι εσωτερικές πόρτες θύμιζαν κουρτίνες , στην έξοδο του «Τριανόν», εκεί που πρωτάνοιξε το μαγαζί, είτε, ασφαλώς, στη Φωκίωνος, εκεί που εγκαθίδρυσε την ελληνική dolce vita.

Η «χρυσή» εποχή

Την «Κουίντα» άνοιξε ο Μουτσάτσος, ούτε λίγο ούτε πολύ, πέντε φορές: Το 1959, στο υπόγειο πίσω από το «Τριανόν», όπου έμεινε ένα χρόνο. Ο λόγος είναι ότι εκείνο το μαγαζί χωρούσε 200 ανθρώπους, με αποτέλεσμα να περιμένουν κατά δεκάδες επίδοξοι πελάτες έξω από το μαγαζί. Το 1960 πήγε στη Φωκίωνος, εκεί που έζησε τη «χρυσή» εποχή του. Δεν υπήρχε περίπτωση κοσμοπολίτης να μην περάσει από την «Κουίντα» και να μην την ερωτευτεί. Η Τζούντι Γκάρλαντ διέμενε στο «Χίλτον», το οποίο είχε μόλις ανοίξει, και για 15 νύχτες πήγαινε συνεχώς στο μαγαζί της Κυψέλης. Χανόταν η μπάλα: Από τη Ζωή Λάσκαρη έως τον Κώστα Βουτσά και τη Ζωζώ Σαπουντζάκη, από τον Αλέκο Σακελλάριο μέχρι τον Αριστοτέλη Ωνάση, όλη η enfant gate του τόπου μαζευόταν στο τέλος της Φωκίωνος... σύνορα με Δροσοπούλου. Η Αλίκη, η Τζένη, η Μελίνα. Το 1962 και το 1963 μεταφέρθηκε στην Ύδρα για τα καλοκαίρια.  Ήταν το πρώτο κέντρο στην ιστορία που ναύλωνε καράβια για να φέρνει διάσημους προσκεκλημένους. «Άνοιγαν οι πύλες του πλοίου και ο κόσμος έβλεπε να βγαίνουν η Μάρθα Καραγιάννη, η Ρίκα Διαλυνά και ο Φοίβος Ραζής», θυμήθηκε, σε συνέντευξη που παραχώρησε στις αρχές του 2014, ο ίδιος ο Μουτσάτσος. «Βεβαίως, ο καθένας έκανε ό,τι ήθελε τότε. Με το όνομα “Κουίντα”είχε ανοίξει και ένα μαγαζί στη Θεσσαλονίκη. Δεν έπιασε».


Έπειτα άνοιξε την «Κουίντα» στο Παρίσι, όταν μετανάστευσε το 1966, ενώ τελευταία φορά το δοκίμασε στη Γλυφάδα, το 1993, άμα τη επιστροφεί του στην Αθήνα. «Μου είχαν στείλει 300 γλάστρες, αλλά δεν ήξερα πού να τις βάλω», ομολόγησε και επιχειρηματολόγησε για την αποτυχία εκείνου του μαγαζιού: «Γύρισα και οι άντρες ήταν ψηλότεροι, οι γυναίκες ήταν πιο όμορφες. Αλλά δεν ήθελαν τα ίδια πράγματα που ήθελαν οι άνθρωποι στην εποχή μου».

Ο έρωτας και οι κόρες

Εκείνα τα καλοκαίρια στο μαγαζί χόρευε η Ρίτα Κάντιλακ. Ο Μουτσάτσος τη γνώρισε στο πλαίσιο της ταινίας «Αυτό το κάτι άλλο», η οποία ναι μεν βγήκε στους κινηματογράφους το 1963, ωστόσο τα γυρίσματά της είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, με αποτέλεσμα να βγει πρώτα στα σινεμά το «Μικροί και μεγάλοι εν δράσει», που τα γυρίσματά του είχαν ξεκινήσει αργότερα. Όπως και να έχει, η Κάντιλακ ξελόγιασε τον Μουτσάτσο, αλλά ο Πασαλιμανιώτης playboy ανταποκρίθηκε στην πρόκληση με τον καλύτερο τρόπο. Η διεθνούς φήμης στριπτιζέζ τα έχασε με τον άντρακλα, ο οποίος ήταν ήδη πατέρας ενός κοριτσιού, της Αντιγόνης, καρπού της ένωσής του με τη Βιβή Σιδέρη. «Εγώ κάνω μόνο κορίτσια», είπε λίγα χρόνια πριν πεθάνει, καθώς είχε άλλες τρεις κόρες: Την Ανούκ από τη Ρίτα, την Αλεξάνδρα από τη Μισέλ, ξανά στο Παρίσι, την Ιωάννα από την τελευταία σύζυγό του, τη Μισέλ. Μετά από 26 χρόνια στη Γαλλία, στα οποία είχε ανοίξει από το «Ζουά Λ’Επάλ» στις Άνδεις και το «Ζορμπά λε Γκρεκ» στις Κάννες μέχρι και... ενυδρείο, ο Μουτσάτσος επέστρεψε παίρνοντας μαζί του την τελευταία κόρη του, η οποία, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, «ήταν η μεγάλη αδυναμία μου», στο αεροπλάνο της επιστροφής. «Σε όλο το ταξίδι έκλαιγε, αλλά τώρα έρχεται και δεν θέλει να φύγει», είχε πει στις αρχές του 2014.


Ο «κύριος Κάντιλακ», όπως αποκαλούσαν τον Μουτσάτσο εξαιτίας της Ρίτας, παραήταν δραστήριος για να μην έχει το δικό του επίθετο. Και να μην έχει το δικό του καλό φίλο. Στο Παρίσι έμενε, στην αρχή, 500 μέτρα από το σπίτι του αυτοεξόριστου Κωνσταντίνου Καραμανλή. Και έκανε πολλή παρέα με τον αδελφό του, Γραμμένο Καραμανλή, επειδή «ήταν μάγκας. Ποτέ δεν είχε χρησιμοποιήσει το επώνυμό του». Τα γλέντια κατά τη διάρκεια της επανάστασης, αλλά και πριν και μετά, έμειναν γλυκιά ανάμνηση σε όσους τα έζησαν.

Στα 68 του και μάλιστα στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, ανήμερα της πτώσης των Δίδυμων Πύργων στη Νέα Υόρκη, ο Μπάμπης Μουτσάτσος έπαθε εγκεφαλικό. «Εκείνο τον καιρό είχε πάθει και ο Μίκης Θεοδωράκης και είχε βγει χωρίς κουσούρια από το νοσοκομείο, οπότε αυτό θεωρούσα ότι θα γίνει και με μένα», εξομολογήθηκε. Πράγματι, αυτό συνέβη. Μόνο το 2012, λίγο πριν κλείσει τα 80 του, τον χτύπησε στο αριστερό πόδι και άρχισε να κυκλοφορεί με μπαστούνι.

Ο Μπάμπης Μουτσάτσος, που αναρωτιόταν «γιατί έζησα τόσο πολύ;», αναφερόμενος στις καταχρήσεις του, δεν θα ξαναπιεί τον καφέ του στην πλατεία Ιωφόντος. Οι φίλοι του, ο Δημήτρης Θεοφίλου, ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος, περίφημος «ωνασιολόγος», θα τον μνημονεύουν πού και πού. Ο Μουτσάτσος είδε όλους τους φίλους του να φεύγουν από τη ζωή, αλλά μόνο όταν τον έκλεισαν στο Γηροκομείο Πειραιά κατάλαβε ότι βρισκόταν στην αντίστροφη μέτρηση. Δέκα μέρες κράτησε η διαμονή του εκεί. Δεν άντεξε την ντροπή, φαίνεται... 

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Star Press την Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου)
Οι γρίλιες της «Κουίντα» έκλεισαν για πάντα Οι γρίλιες της «Κουίντα» έκλεισαν για πάντα Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 11:30 AM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.