Φανταστικά πλάσματα και πώς να τα βρεις


Το πρόβλημα πάντα ήταν αυτό το είδος της αγοραφοβίας, το οποίο ασφαλώς δεν συνάδει με τη ροπή προς τα θεάματα, ακόμα και με την ένδειξη του γραφιά. Αυτό, βεβαίως, δεν αποτελεί κάτι άλλο από ακόμα μία επιβεβαίωση πως η αντίφαση σχετίζεται με τη συνείδηση και την ευθύτητα μόνο και μόνο για να τους δημιουργεί υπαρξιακά.
Και άπαξ και πρόκειται για διαφορετικούς κόσμους, όσο πιο γυαλιστερό είναι το σπαθί τους και όσο συχνότερα χρησιμοποιούνται κάνουν αδύνατη την επιστροφή στην ανεμελιά.

Τον τελευταίο μήνα δεν έχω συναντήσει περισσότερα σημάδια για κάτι άλλο (ερωτικό κομμάτι, επαγγελματική αποκατάσταση, ευεξία κοντινών προσώπων) από τον Τρωικό Πόλεμο. Από τον «Οδυσσέα» του Έλιοτ, που κάθε μέρα με κοιτάζει από το ράφι, έως το βιβλίο που διαβάζω και η Εύα θα πεθάνει από τη βαρεμάρα αν το αναφέρω ξανά, από τα δύο μέρη της τηλεταινίας που είδα στο Super Ferry, στην επιστροφή από το νησί –στο ταξίδι που ήταν εκείνη η κοκκινομάλλα που διάβαζε για την εξεταστική, αν τύχει να το διαβάσεις αυτό το κείμενο, το φρικιό που σε κοίταζε σαν σίριαλ κίλερ ήμουν εγώ- ως και το σκύλο της Τάνιας, που τον ονόμασε Άργο, διότι πρέπει να βρίσκουμε τρόπους για να μην ξεκινήσουμε τα ναρκωτικά, το Ίλιον και οι Σκαιές Πύλες είναι συνεχώς δίπλα μου. Αν δεν είναι η ωραιότερη ιστορία του κόσμου, είναι η δεύτερη ωραιότερη. Θα μπορούσες να ασχολείσαι όλη τη ζωή σου με την ανάλυση του Τρωικού Πολέμου και την επιστροφή των ηρώων στις πατρίδες τους, τις ιστορίες και τις παραλλαγές τους, οι οποίες σε κάνουν να χάνεις την επαφή με την πραγματικότητα και κάνει ιδέες να «ξεφυτρώνουν», νέες εικόνες και ήρωες οι οποίοι πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για να μας μεταδώσουν, τουλάχιστον, ότι ο φόβος και η προσωρινή αποτυχία δεν είναι μία κατάσταση που αγνοούν ακόμα και οι πιο ατρόμητοι από εμάς, αλλά ολισθαίνουν. Νωπό είναι το σημείο του «Όρκου», στο οποίο ο Μανφρέντι περιγράφει πώς ο Οδυσσέας, χάνοντας τη συναίσθηση της ίδιας της ταυτότητάς του, άφησε το σοφό Νέστορα έρμαιο στις προθέσεις των Τρώων και πώς ο Διομήδης, που τον επέκρινε στην άψη της στιγμής, έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα λίγες στιγμές αργότερα, όταν ο Αίας ο Τελαμώνιος είχε μπλεχθεί σε μία θανάσιμη παγίδα.

Το πρώτο πράγμα που είδα στα αριστερά μου, μπαίνοντας στο Λαογραφικό Μουσείο Γλινάδου για μία έκθεση στην οποία πήγα συστημένος, ήταν ένας τεράστιος Δούρειος Ίππος. Εκείνη τη στιγμή το θεώρησα στιγμιαία σημάδι, πριν, ασφαλώς, αναλογιστώ ότι επρόκειτο για μεγάλη ανοησία από την πλευρά μου και ροπή προς τη μοιρολατρία, αλλά ακόμα και μία υπενθύμιση ότι μου λείπει αυτό που ο Οδυσσέας είχε σε αφθονία και για αυτό και μπόρεσε να επιβιώσει: ήταν ο πιο προσαρμοστικός τύπος στην ιστορία. Ο Δούρειος Ίππος, ωστόσο, δεν είναι κάτι άλλο από το έμβλημα της πονηριάς και ένα διαχρονικό σύμβολο που, δεν οδηγεί σε κάποιον συνωμοτικό διάδρομο αλλά, μπορεί να συμβεί τυχαία. Από τα χρόνια της δημιουργίας, όταν βάζαμε τουβλάκια το ένα πάνω στο άλλο, δυο τρία πράγματα θέλαμε πάντα να φτιάξουμε και ο Δούρειος Ίππος ήταν ένα από αυτά.

Υπάρχει ένα μείζον ζήτημα που είναι σχεδόν αποτρεπτικό για να πηγαίνω σε εκθέσεις. Δεν θα έπρεπε να με ενδιαφέρει, ούτε αφορά και σε κάποιον άλλο, ωστόσο είναι αυτό το κοινό που έχεις μέσα σου που σε καθοδηγεί, για αυτό και πρόκειται για μία γνώμη. Ακόμα και αν δεν είναι του υπόλοιπου κόσμου είναι του δικού σου, που επίσης είναι κριτής, συνήθως, μάλιστα, με τη φωνή του έτοιμη να βγει προκειμένου να σε κατακεραυνώσει. Οι εκθέσεις είναι η νούμερο ένα κατάσταση για ανθρώπους που καμώνονται ότι γνωρίζουν τα λεπτά ζητήματα της γεωμετρίας ενώ δεν έχουν σχέση με αυτά. Θεωρώ, όχι λόγω κάποιας στατιστικής ή έρευνας, ότι μόνο 1 στους 20 ανθρώπους που πάνε σε μία έκθεση μπορούν να αναγνωρίσουν την τεχνική τάση του δημιουργού, αν αυτή υπάρχει. Αντιθέτως, από τους υπόλοιπους 19 οι τουλάχιστον 12 όχι μόνο πάνε στην έκθεση αλλά εκφέρουν και άποψη, μία άποψη η οποία είτε προκύπτει από ερώτηση είτε αποτυπώνεται χωρίς να ζητήσει κάποια άδεια. Έχω πάει σε έκθεση επειδή δεν θέλω να χάνω τα χειρωνακτικά σκιρτήματα ανθρώπων που θεωρώ δικούς μου και στην ερώτηση «πώς σου φάνηκε» έχω απαντήσει «πολύ ωραία», διότι όντως μου φάνηκε πολύ ωραία. Αλλά δεν είχα να πω κάτι άλλο για αυτό και, ακόμα και όταν έγραψα για μία, έπρεπε να το σκεφτώ, διότι υποθέτω πως όταν γράφεις για θέματα τα οποία δεν σου επιβάλλουν τη γραμμή πρέπει να κρατάς την ακεραιότητά σου. Αυτή η ακεραιότητά ζει εν κινδύνω, διότι παρά το γεγονός ότι αν δεν έγραφες δεν θα «έτρεχε» τίποτα, το να γράψεις- και μάλιστα αυτοβούλως- τοποθετεί την ίδια τη φύση της τέχνης στο κάδρο. Οι άνωθεν αριθμοί είναι φανταστικό αποκύημα και δεν είναι ανάγκη να τους ασπαστεί ο αναγνώστης, παρ’ όλα αυτά αν υπήρχε η βαθιά, για τον Πλάτωνα αναγκαία για να μπεις στην Ακαδημία του, γεωμετρική γνώση τότε υποθέτω ότι δεν θα μας απασχολούσαν ευτελή ζητήματα. Όμως θυμάμαι πάντα εκείνη την πρώιμη φάση στους «Δύο Ξένους», όταν ο Κωνσταντίνος Τζούμας με μαεστρία σάρκασε και γελοιοποίησε το ρόλο του κουλτουριάρη, ένα είδος που δυστυχώς, και σε αντίθεση με το φασίστα, δε φύεται μόνο σε μία υπανάπτυκτη κοινωνία.

Για αυτό και το περίπου εικοσάλεπτο που έμεινα στην έκθεση στο Γλινάδο, στο Λαογραφικό Μουσείο του που είναι πάνω στην πλατεία, δεν έβγαλα άχνα. Είδα απλώς τα έργα γλυπτικής, τα οποία προέκυψαν από πράγματα που βρέθηκαν σε θάλασσες, διαφορετικά υλικά πεταμένα, που κάποιος κοιτάζοντάς τα είχε μία καλή ιδέα. Έβλεπε μάτια, όπως τα μάτια που εμφανίζονται στα πρόσωπα, τον Αχιλλέα, τον Πάνα και τον Μάικλ Τζάκσον, ένα ξεχωριστό γλυπτό του οποίου η στάση ήταν όλη η νοστιμιά. Μάτια που δεν υπήρχαν, αλλά δεν έπρεπε να διαβείς το δρόμο της ποίησης για να τα βρεις ή να κάνεις πως τα φαντάζεσαι. Ήταν κάπου εκεί. Στο μεταλλικό κύλινδρο. Καράβια, ψάρια, εκκλησιαστικές εικόνες, πρόσωπα που σημάδεψαν την ιστορία. Κάπου, η αχρείαστη Πορτάρα. Το εμπορικό μέσο του εμπορίου.

Σε κάθε χωριό, η αντίσταση στον άνθρωπο που θέλει να κάνει κάτι είναι αξιοσημείωτη. Όπως με το χασμουρητό, οι κάτοικοι θαρρούν ότι τους κλέβει τον αέρα. Η πλατεία του Γλινάδου είναι γνωστή, αν είναι, για την ταβέρνα της Μίνας. Όταν ρώτησα κάτοικο πού ήταν το Λαογραφικό, μου απάντησε, «στην ταβέρνα θέλεις να πας;». Του απάντησα επίσης ρωτώντας για την έκθεση, με μία γκριμάτσα μερικής απόρριψης να διαδέχεται την απορία μου. Είναι μάλλον κανόνας, παρά κάτι μεμονωμένο που μπορεί να εξοργίσει, μια και οι άνθρωποι προτιμούν να χάνουν από άλλο στο τάβλι παρά να εγκαταλείψουν τη συνήθειά τους.


Η έκθεση τελείωσε με το πέρας του καλοκαιριού και τα έργα του Γιώργου Παπακωνσταντίνου με τα πάσης φύσεως υλικά έχουν μεταφερθεί αλλού ή ίσως έχει βγει προς άγρα άλλων ανακαλύψεων. Όσο για μένα, για τα είκοσι λεπτά που παρέμεινα σιωπηλός μέσα στο Λαογραφικό Μουσείο, με σβησμένη οποιαδήποτε ερώτηση θα ήμουν διατεθειμένος να κάνω, περισσότερο ως καρικατούρα της κοινωνικότητας παρουσιάζομαι παρά ως ρέκτης των θεαμάτων. Ο θεατής, άλλωστε, είναι επίσης φτιαγμένος από συστατικά που τα βρίσκεις από εδώ και από εκεί και η ευχή του είναι κάποια στιγμή όλα αυτά να μετατραπούν σε ένα. Τι κρίμα που, για να γίνει αυτό, μοναδικό καθήκον του είναι να μην εκφέρει την παραμικρή άποψη...
Φανταστικά πλάσματα και πώς να τα βρεις Φανταστικά πλάσματα και πώς να τα βρεις Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 4:00 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.