Το βαλς των κερδισμένων ονείρων


Ο Αύγουστος του 1996 καλύφθηκε από ένα πέπλο που ακόμα και τώρα παραμένει ανεξήγητο. Πολλοί από εκείνους τους ανθρώπους που ήμαστε τότε μαζί έχουν γίνει γονείς, κάποιοι πρόκειται να γίνουν, άλλοι να ξαναγίνουν.
Το χωριό ξεχείλιζε από κίνηση και αυτό δεν συνέβαινε για δέκα μέρες, αλλά για σχεδόν δύο μήνες. Ψάχνω να βρω την υπερβολή σε αυτό, αλλά δεν καθίσταται εφικτό. Το χωριό δεν ήταν γεμάτο μόνο από τις 5 έως τις 18 Αυγούστου, αλλά παρέμενε μέχρι το τέλος του Αυγούστου. Και ξεκινούσε σχεδόν από τις 15 Ιούλη. Μεγαλώνοντας σε ένα τέτοιο θερινό καθεστώς, η αφομοίωση άλλης θέσης είναι αιφνιδιαστική και, αν και ενδεχομένως δεν καθίσταται δύσκολη, σε βάζει στη διαδικασία να σκέφτεσαι το παρελθόν. Η νοσταλγία δεν είναι απαραίτητο να σου βγάζει θετικά συναισθήματα. Πιθανώς αποτελεί μόνη της συναίσθημα, δεν είναι πάντα μία συλλογή ή ένα άθροισμα.

Από το 1996 έχουν περάσει 3 χρόνια. Τον Αύγουστο του 1996 ήμουν ο Χορός της Λυσιστράτης, αν και με έκοψαν στο συρτό, και μπασκετμπολίστας. Τραγουδούσα τον «Νταβατζή» του Νότη και το μπάνιο τελείωνε νωρίς το απόγευμα. Το 1996 σηματοδότησε, επίσης, τα πρώτα παράνομα ξενύχτια, παρά την πατρική θέληση. Κάθε τέλος καλοκαιριού, για όλα τα χρόνια της εφηβείας και μερικά της μετεφηβείας, η περισσότερη συγκίνηση αφορούσε στο «αντίο» που έλεγα στο γήπεδο σε μία περιοχή που λέγεται Μαυρομοίρες.

Όταν ο Ρότζερ Φέντερερ έκανε ένα απλησίαστης ομορφιάς και δυσκολίας forehand στην ευθεία, στον κορυφαίο πόντο του φετινού Αυστραλιανού Όπεν, για να πάρει το advantage στο σερβίς του Ράφα Ναδάλ με το σκορ στο 4-3 υπέρ του Ελβετού στο πέμπτο σετ, ο Ρομπ Κοένιγκ- ο οποίος είναι ο σχολιαστής που θέλω να ακούω στα παιχνίδια- είπε: «Για αυτό τα σπορ είναι η καλύτερη φόρμα της reality TV». Μία κουβέντα που σηκώνει συζήτηση. Η reality TV είναι εκείνη που τα πράγματα που συμβαίνουν γίνονται στην πραγματικότητα, ο θυμωμένος έχει ήδη θυμώσει, ο κλαψιάρης κλαίει και αυτό είναι αναμφισβήτητο, το φιλί είναι αληθινό, όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι με τα αληθινά συναισθήματα παίζουν, ακόμα και ασυναίσθητα, κάποιο ρόλο για το θεατή. Ο θεατής καταλαβαίνει ότι αυτή η κατάσταση την οποία παρακολουθεί, παρ’ ότι συμβαίνει στην πραγματικότητα, δεν γίνεται στ’ αλήθεια. Είναι κάτι που θα τελειώσει, άρα διαφοροποιείται από την κανονική ζωή η οποία, με την παρουσία μας ή χωρίς, συνεχίζεται στο διηνεκές. Και, για αυτόν το λόγο, τα σπορ είναι όντως η καλύτερη φόρμα της reality TV. Δεν αφορούν μόνο στη σπουδαιότητα των αθλητών, αλλά στο αμφίδρομο δράμα, τη συμμετρία. Όταν δύο σπουδαίοι αθλητές βρίσκονται στο πικ τους τότε τέτοιες φάσεις, που είναι πολύ δύσκολο να τις πιστέψεις ότι συμβαίνουν, παράγονται. Είναι ένα μικρό θαύμα, λίγο μικρότερο από την τηλεόραση, διότι χωρίς αυτήν δε θα υπήρχε.

Όμως, με τα καλοκαιρινά 3on3 στο γήπεδο των Μαυρομοιρών, υπήρχε το reality χωρίς το TV. Υπήρχε ανυπομονησία και υπήρχε δράμα και βαλκανικές φωνές και κακοί τρόποι συμπεριφοράς και αργές κινήσεις, υπήρχαν κόκορες και όσο πιο πολλά κορίτσια καθόντουσαν στο δικό μας Γούντστοκ τόσο πιο καλά θέλαμε να παίζουμε. Και υπήρχαν κραυγές, καβγάδες, ό,τι κάνει κάτι αξιομνημόνευτο και ματαιότητα. Αυτά συνέβησαν. Συνέβαιναν από τις 18 Αυγούστου 1996 και κάθε χρόνο από τότε, τουλάχιστον έως το 2000. Και συνεχίστηκαν έπειτα, αν και δεν ήταν ποτέ το ίδιο.

Κατά παραγγελία σπανίως γράφω, ειδικά όταν συμβαίνει και η παραγγελία είναι κάπως άγαρμπη. Ωστόσο η φωτογραφία που μου ήρθε «γρατζούνισε» τις ευαίσθητες χορδές, αφού η συγκεκριμένη διοργάνωση είχε τη δυνατότητα της επιρροής πάνω μου, λες και ήταν μία τυφλή μάντισσα, σαν την Πυθία. Λες και χτυπούσες το ρόπτρο μίας πόρτας η οποία θα άνοιγε από μόνη της με αυτό και ξαφνικά αχτίδες φωτός θα σε διαπερνούσαν, αλλά η κάμερα θα ήταν στραμμένη πάνω σου, μια και το τοπίο δεν θα ήταν ακριβώς τοπίο ή δε θα δικαιολογούσε την παρουσία του ως τοπίου.

Και πάλι, η αποθράσυνση για να περιγράψεις κάτι σημαντικό για σένα δεν είναι μία σώφρων πράξη. Οι χειμώνες του δεύτερου μισού της εφηβείας πέρασαν συζητώντας για αυτό το πράγμα, με την ανάγκη να γινόμαστε όλο και καλύτεροι για να φτάσουμε στην ιδανική κατάσταση για δύο μέρες του χρόνου. Όποιος δεν καταλάβαινε δε μας αφορούσε. Ήμαστε από μόνοι μας fidget spinner και ως εκ τούτου ζούσαμε σε μία κατάσταση μόνιμου άγχους, που οι απορρίψεις από τα κορίτσια δεν βοηθούσαν. Προστίθεντο στην πηγή και απλώς το 3on3 υπήρχε ως κάτι σαν διαφυγή. Εκτός από την ίδια τη νίκη και το τρόπαιο, που υπήρχε στη γωνία, ήταν εκείνη η αίσθηση ότι μία τελειωτική νίκη θα άλλαζε τη μοίρα μας. Δεν μπορώ να ορκιστώ, ασφαλώς, ούτε για όσους χάναμε συναπτά, ούτε για εκείνους που νίκησαν. Ασφαλώς, όμως, η μοιρολατρία δεν γίνεται να υφίσταται ως επικρατούσα (μη) κατάσταση.

Έχουν περάσει 21 χρόνια από τότε και κάνοντας απέλπιδες προσπάθειες να μην είμαι σαν εκείνους τους γραφικούς μεσήλικες που ορκίστηκα στα μικράτα μου ότι δεν θα γίνω, 21 χρόνια είναι το 1/5 του αιώνα, ένα κλάσμα που στην καπιταλιστική κοινωνία θα έπαιρνε μισθό 2,5 χιλιάδες ευρώ ως προσωπικός σοφέρ του Χένρι Πάουλσον στο πάλαι ποτέ, την Goldman Sachs. Ένα σεβαστό χρονικό διάστημα. Υπήρξαν κάποιοι που ουσιαστικά δεν ξεπέρασαν ποτέ ότι θα έπρεπε να σταματήσουν να λαμβάνουν μέρος, που τους λείπει αυτή η εχθρότητα, το γεγονός ότι σχέσεις με την, έστω κατ’ επίφαση, ποιότητα της φιλίας έμπαινε στην κακοπροαίρετη ρουλέτα του καζίνου, με το μαύρο και το κόκκινο να είναι απλώς η παγίδα. Ήταν ο καλύτερος και ο χειρότερος εαυτός μας. Μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι οι στιγμές εκείνες που γίνεται να βρεθούμε σε αυτήν την κατάσταση, σαν να περπατούσαμε στο βάλτο, με το φωτοστέφανο, παρ’ όλα αυτά, να μας προσδίδει μία λάμψη σχεδόν κωμικά αντιθετική με ό,τι γνωρίζαμε ότι είναι το ταβάνι των δυνατοτήτων μας.

Αυτό που τελικά απομένει, στον επίλογο κάποιο που συγγενεύει με το παραλήρημα, είναι η ευχή στους διοργανωτές για επιτυχία και στα μικρά παιδιά, εκείνα που δεν πρόλαβαν τα πρόσωπα στη μνήμη των οποίων γίνεται το τουρνουά, να γνωρίζουν ότι η επιλογή της ονοματοδοσίας είναι δίκαιη έως μυελού οστέων. Είναι τόσο δίκαιη που κανονικά θα έπρεπε να γίνονται δύο τουρνουά, ένα για τον καθένα.


Σε αυτό το γήπεδο υπάρχει ακόμα το ψυχικό μου χνάρι, περιφέρεται ανικανοποίητο, ανορεξικό φάντασμα. Κι αν έχω χρόνια να το πλησιάσω, είναι επειδή οι μέρες έχουν μικρύνει και λιγοστέψει. Ο αθλητισμός είναι η καλύτερη φόρμα της reality TV και η κάλλιστη φόρμα της θεατρικής πραγματικότητας κάποιου χωρίς σοβαρή ειδίκευση ή ειδικότητα. Στο γήπεδο στις Μαυρομοίρες μόνο οι θεοί με τα sneakers ξέρουν σε ποιο βαθμό υμνήσαμε το μπάσκετ.  
Το βαλς των κερδισμένων ονείρων Το βαλς των κερδισμένων ονείρων Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 11:03 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.