Η διαθήκη του Ζάναξ


«Διαβάστε αυτό το βιβλίο. Το επόμενο ή το μεθεπόμενο θα είναι πολύ καλύτερο και τότε θα θέλατε να έχετε διαβάσει αυτό πρώτα. Όχι για άλλο λόγο, αλλά διότι αυτό θα ευθύνεται».


Αυτή είναι η βασική σκέψη όταν γυρνάω τις σελίδες στη «Διαθήκη του Ζάνα», ένα βιβλίο της Θεοφανίας Ανδρονίκου-Βασιλάκη, από τις εκδόσεις «χάρτινη πόλη». Προέρχομαι από το θυελλώδες «Middlesex» του Τζέφρι Ευγενίδη, που αν μπορείς να το διαβάσεις και δεν το έχεις κάνει έχεις διαπράξει κακούργημα και ο Οδυσσέας του Μανφρέντι με περιμένει. Σαν πιστός σε εκκλησία, αναπαράγοντας ιστορίες για το θαύμα της εικόνας που κλαίει, τα εξώφυλλα των βιβλίων του Όρκου και του Γυρισμού τα έχω ήδη δει να δακρύζουν, αν και δεν έχω κάνει ακόμα οπτική επαφή μαζί τους. Ενδιαμέσως, «η διαθήκη του Ζάνα». Ένα βιβλίο που πρέπει ασάπ να γίνει ταινία ή, ακόμα καλύτερα, τηλεοπτική σειρά. Το κόστος μπορεί να είναι μεγαλύτερο από ό,τι συνήθως, αλλά θεωρείται αδύνατον να μην τσιμπήσει σε θεαματικότητα.

Άπαξ και δεν είσαι κριτικός, αλλά γράφεις κριτική, η ροπή προς την υπερβολή είναι αξιοσημείωτη. Η αλήθεια δεν υπάρχει, ειδικά στην άψη της στιγμής. Ωστόσο, ο γνώμονας τις περισσότερες φορές δεν είναι η κουλτούρα, αλλά να κάνεις ό,τι σε ευχαριστεί. Με τη συγγραφέα συμφωνούμε σε αυτό: Αν τύχει και γεννηθείς με συμμετρία που θα ανατινάξει το ποσοστό της κλίμακας face-mapping τότε τα οφέλη είναι πολλαπλά. Μόνο, όμως, σε περίπτωση που οι έλικες στα εγκεφαλικά ημισφαίρια δουλεύουν ώστε να μπορείς να είσαι ρεαλιστής και να μην υιοθετείς την παιδική ασθένεια της σνομπ συμπεριφοράς. Ο όμορφος είναι η πολύ κοντινή κατάσταση προς τον αναντικατάστατο, αρκεί να μην το θεωρεί ο ίδιος. Και ο Ζάνας είναι όμορφος, όπως όμορφοι είναι και οι απόγονοί του.

Οι συγγραφείς στη σύγχρονη εποχή, είτε πρόκειται για επαγγελματίες είτε για ερασιτέχνες, δεν φροντίζουν να ασχολούνται με όμορφους ανθρώπους. Για την ακρίβεια, φροντίζουν να μην ασχολούνται μαζί τους. Είναι μία τρόπον τινά ματαιόδοξη προσέγγιση, για να αποτυπώσουν ένα ρεαλισμό που τελικά είναι το αντίθετό του στην λιγότερο λαμπερή μορφή; Πρόκειται για ένα εποχικό κλίμα, που έχει απορρίψει τη χαρά της συμμετρίας θεωρώντας την αναχρονιστική; Ό,τι και αν συμβαίνει, αρκετοί ήρωες στη «Διαθήκη» είναι ανάσα για την αρτιότητα με την οποία δημιουργήθηκαν. Η συγγραφέας «παίζει» με τα μάτια ως γονιδιακό υλικό και μπορεί κάποιες στιγμές να αναρωτηθείς για αυτό, αλλά οι συσχετισμοί και οι περιγραφές τη δικαιώνουν τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ομοιότητα συγγενών, ακόμα και σε διαφορετικές εποχές. Μεταβαίνει από το ένα χρονικό διάστημα στο άλλο χωρίς να είναι κουραστικό ή να χάνεσαι και οι εναλλαγές είναι γρήγορες, αφού εξυπηρετούν αυτή η σκοπιμότητα. Η ίδια η υπόθεση είναι το υπερατού του βιβλίου και αν δεν είναι αυτός ο σκοπός ενός βιβλίου που πράγματι έχει υπόθεση, δεν ξέρω ποιος μπορεί να είναι.

Σε κάποια σημεία, μάλιστα, δεν κρύβεται ο ενθουσιασμός της ίδιας, των δαχτύλων που πληκτρολογούν τα πλήκτρα, για να μεταβεί στην επόμενη ιστορία. Παρουσιάζει υπαρκτά μέρη και γεγονότα από εποχές που πέρα από το μυθιστορηματικό της ίδιας της κατάστασης έχουν ήδη γίνει. Φρονώ ότι ακόμα και αν δεν έρθει μεγάλη επιτυχία με αυτό το βιβλίο, κάτι που πιθανολογώ ότι δεν θα συμβεί, το είδος με το οποίο καταπιάστηκε της ταιριάζει και από τη στιγμή που έχει ικανότητα να «παίζει» με τα χρονικά φάσματα χωρίς παθογένειες και να κρατά τον αναγνώστη σε εγρήγορση, μπορεί να διαπρέψει στο συγκεκριμένο, αφήνοντας ένα παχυλό κληροδότημα ακόμα και στους αναγνώστες του μέλλοντος.


Στις ΗΠΑ υπάρχει μία κατηγορία ταινιών που χαρακτηρίζονται «good bad». Στην πραγματικότητα, αφορούν στις υπερπαραγωγές με τους σούπερ ήρωες, πρόκειται για έργα που έπαιζε το Mega τα βράδια της Κυριακής, στις 21:00, διαφημίζοντάς τα μέρες πριν, όπως ήταν το «Face off» ή το «Mission impossible». Είναι εκείνα τα έργα που σε ευχαριστούν, που θα καθίσεις να τα δεις για δύο ώρες και θα πας να κοιμηθείς- ή ό,τι άλλο- ευχαριστημένος. Του χρόνου συμπληρώνονται 50 χρόνια από τη σύμβαση του ανθρώπου με την ύπαρξή του, από τότε που μέσα από διαμαρτυρίες προσπάθησε να ανακαλύψει τον εαυτό του. Η χαρά στη διαδρομή έγινε δευτερεύουσα. Μόνο στα τέλη του ’80, σιγά σιγά, υπήρξε μία ανεπαίσθητη στροφή προς τα πράγματα που τον κάνουν χαρούμενο, ακόμα και αν αυτά δεν τον κάνουν πολύ χαρούμενο. Προς κάτι ανάλαφρο, πέρα από τους κουλτουριάρηδες και αυτό που στα αγγλικά λέγεται inner self. Ανάμεσα στον Ευγενίδη και τον Μανφρέντι, ένα βιβλίο όπως η «Διαθήκη του Ζάνα» σε επιστρέφει στο μέρος που η τέχνη, η οποία περιέχει τη λογοτεχνία, δεν είναι στενωπός και είναι ανοικτή σε όποιον θέλει να την κάνει και σε όποιον μπορεί να τη στηρίξει, χωρίς να σημαδεύει το Νόμπελ ή να βαυκαλίζεται με ανώτερες σκέψεις και νοήματα. Από την ίδια την υπόθεση ως τις περιγραφές κάνει κάτι πολύ σημαντικό: δικαιώνει το χρόνο που σε απορροφά. Σε κάνει να αναρωτιέσαι. Σε βάζει στο κλίμα. Μέχρι το δυνατό τέλος του, που για τη Θεοφανία Ανδρονίκου-Βασιλάκη υποθέτω ότι είναι μία αρχή. 
Η διαθήκη του Ζάναξ Η διαθήκη του Ζάναξ Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 4:00 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.