Το «Ντο» του Γιώργου


Δεν είναι πολλά χρόνια που ένας δημοσιογράφος έγραψε για τη σπανιότητα των παιδιών του πόλο. Για να είμαι ειλικρινής, αμφέβαλλα αρκετά. Αλλά καταλαβαίνω γιατί συνέβαινε αυτό: Όταν είσαι μέσα σε κάτι και αρχίσει να επικρατεί οικειότητα, τα ελαττώματα είναι που «χτυπάνε» τον εγκέφαλό σου. Και χρειάζεται χρόνος για να ξεπεραστούν.


Αν, παρ’ όλα αυτά, μου ζητούσαν να στηρίξω το κείμενο του δημοσιογράφου σε πολύ γνωστή αθλητική ιστοσελίδα, διαλέγοντας πέντε πρόσωπα που θα έδειχναν τη σπανιότητα και τη διαφορά, θα χρησιμοποιούσα σίγουρα εκείνο του Γιώργου Ντόσκα.

Το πόλο, για τους επαγγελματίες, αν δεν είναι δουλειά γίνεται. Βεβαίως, εδώ χρειάζεται η απαραίτητη επισήμανση: Δεν πρόκειται κυριολεκτικά για επαγγελματίες. Είναι ερασιτεχνικό σπορ. Ωστόσο, όπως όλα τα σπορ, οι παίκτες διαπραγματεύονται για συμβόλαια, ψάχνουν την εύφημο μνεία, οι γονείς θέλουν να προστατέψουν το μέλλον των παιδιών τους. Αν υπάρχει νόμος που αναφέρει ότι μία αθλητική επιτυχία δίνει μόρια για Πανελλαδικές εξετάσεις, γίνεται ο κακός χαμός. Ακαδημίες ομάδων έχουν φθαρεί περισσότερο από ανεπαίσθητα από επεισόδια γονιών που έκαναν «μανούρες» για τα παιδιά τους. Για αυτό, συμφωνείς ή διαφωνείς αναλόγως με την οπτική γωνία που το βλέπεις. Όταν ασχολείσαι με οποιοδήποτε σπορ, από το πόλο μέχρι την πυγμαχία, έχεις συγκεκριμένες δυνατότητες, οι οποίες είτε προκύπτουν από την κληρονομικότητα είτε από την κίνηση του κορμιού σου συνολικά και φυσικά από το πώς αντιλαμβάνεσαι την εκπαίδευση. Οι ικανότητες των αθλητών γίνονται εμφανείς ως άθροισμα, δηλαδή ως πολλαπλές διαστάσεις που αφορούν στις αισθήσεις και τις κινήσεις οι οποίες έχουν ήδη δομηθεί. Για αυτό, κιόλας, δημιουργεί γοητεία το αμερικάνικο σύστημα, το οποίο σου παρουσιάζει το ακατέργαστο και στην πορεία του βλέπεις το κατεργασμένο. Και αυτό πρέπει να καθίσταται επιστήμη, διότι ο τρόπος που χρησιμοποιείται για την ανάδειξη των ικανοτήτων ανάγεται σε συντριπτικό ποσοστό επιτυχίας. Όχι όσον αφορά στον αριθμό, απαραιτήτως, αλλά κυρίως στα πρόσωπα. Στο τέλος, η προσωπικότητα είναι που μπορεί να αποδέχεται τη μηχανική: Να φτιάξει το ακριβέστερο τζαμπ σουτ, να βρει το σωστό χρόνο για να πηδήξει στο ριμπάουντ, τη δομή στην κίνηση ώστε να μην «τσιμπάει» την προσποίηση, τον τύπο της χωροαντίληψης που επιτρέπει την ισορροπία στο γήπεδο. Και αυτό γίνεται με την πειθαρχία στην προπόνηση. Με την πειθαρχία σε όλα φτάνεις σε ό,τι είναι κοντινότερο προς το δικό σου μεγαλειώδες, ακόμα και αν δεν είναι αυτό που έχεις φανταστεί.

Το κοντινότερο του μεγαλειώδους του Γιώργου Ντόσκα είναι να εμβαθύνει τόσο πολύ στο πόλο, το οποίο έπαιξε με ουσιαστικότητα τέτοια, που όταν δεν είχε κάτι άλλο να του δώσει αποσύρθηκε.

Σχεδόν δέκα μέρες μετά την ανακοίνωση της απόφασης του Χρήστου Αφρουδάκη και του Μανώλη Μυλωνάκη για αποχώρηση από την εθνική ομάδα, ο Γιώργος Ντόσκας ανακοίνωσε με τη σειρά του ότι σταματάει το πόλο. Και οι τρεις ήταν μέλη της εθνικής Εφήβων η οποία κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 2001, αν και αυτό δεν είναι ακριβές, διότι ο Μυλωνάκης δεν ταξίδεψε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη. Και ενώ η προηγούμενη σπουδαία φουρνιά, εκείνη του 1995, εξάντλησε κάθε περιθώριο στο πότε θα σταματούσε να παίζει, από τον Θοδωρή Χατζηθεοδώρου στον Αντώνη Βλοντάκη, από τον Δημήτρη Μάζη στον Γιώργο Αφρουδάκη και από τον Νικόλα Δεληγιάννη στον Τάσο Σχίζα, τα 35 δεν ήταν ικανά να τους αποθαρρύνουν, παρ’ όλο το δραματικό τέμπο που ανέβλυζε όσο πλησίαζε η ώρα του τέλους. Ουδείς εξ αυτών αποχώρησε πριν τα 37 και αν δεν με απατά ένα νέο που πέρασε και δεν το συνάντησα, ο Γιάννης Θωμάκος συνεχίζει ακόμα απτόητος. Ο Γιώργος Ντόσκας, από την άλλη μεριά, έφυγε από το πόλο πριν καν κλείσει τα 33 χρόνια του και παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να γίνει ρέκορντμαν πρωταθλημάτων και κυπέλλων. Αποχώρησε με 11 και 10 αντιστοίχως και με στυφή γεύση στο φινάλε, τρεις διαδοχικές ήττες από Βουλιαγμένη στον τελικό του Κυπέλλου στο Καρπενήσι και Γιουγκ Ντουμπρόβνικ και Μπρέσια στο Final 6 που διεξήχθη στη Βουδαπέστη. Όχι πως αυτό, βεβαίως, έχει σημασία για την υστεροφημία του. Όχι πως, στην περίπτωση του Ντόσκα, έχει σημασία η ίδια η υστεροφημία.

Ο αθλητής δεν είναι άγιο πλάσμα. Στην ιεραρχία πρέπει να υπάρχει κατανόηση. Όσο εσύ γράφεις για έναν αθλητή, προσπαθείς να φιλοτεχνήσεις αγιογραφίες, άλλο τόσο και αυτός, που είναι το μέσο σου, αντιλαμβάνεται ότι αν δεν υπήρχε δεν θα υπήρχες. Τα σπορ, ωστόσο, είναι όχημα για να συναγελάζεσαι με ανθρώπους και να κάνεις δημόσιες σχέσεις. Ο Ντόσκας δεν ήταν ποτέ ιδιαιτέρως καλός στο επικοινωνιακό κομμάτι. Ούτε στο να είναι φιλικός με τους ανθρώπους που έπρεπε, ούτε αντιδραστικός. Η καρατόμησή του από την Εθνική του 2012 ήταν κειμήλιο του «ό,τι είναι να γίνει θα γίνει». Η αλήθεια είναι σπαρμένη, αλλά η αντίδραση του παίκτη, για τις επίσημες φήμες ότι το πρόβλημα υγείας που λεγόταν ότι έχει δεν ήταν τόσο σοβαρό, δεν είχε το συναισθηματικό υπόβαθρο που απαιτείτο. Ο Ντόσκας πληγώθηκε και άφησε τον ΝΟ Χίου να χειριστεί το ζήτημα, με αποτέλεσμα να σταματήσει από την εθνική ομάδα πριν παίξει στους δεύτερους Ολυμπιακούς Αγώνες της καριέρας του. Βεβαίως, με τον Ντράγκαν Άντριτς να έχει «στιγματίσει» ακόμα και τον Χρήστο Αφρουδάκη, με αποτέλεσμα να πέσει στο δρόμο ένα σημαντικό εξάρτημα που έθετε τη μηχανή σε λειτουργία, δεν είναι απίθανο να μην ήθελε τον Ντόσκα στην ομάδα. Αυτή η ιστορία έχει πλευρές και παρεξηγήσεις, φυσικά και εγωισμό και η αλήθεια είναι δύσκολο να φανερωθεί.

Ο Ντόσκας είναι πιθανό να έχει επηρεαστεί από κάτι πολύ βαθύτερο στο ίδιο το παιχνίδι, με αποτέλεσμα να μη δίνει σημασία σε τέτοια θέματα. Μην το πάρετε ότι δεν έκανε χαβαλέ με τους συμπαίκτες του ή ότι δε συμμετείχε στα αστεία: Όχι τίποτα τέτοιο δεν συνέβαινε. Απλώς στα καίρια ζητήματα η στάση του δεν άφηνε να δούμε ένα γεγονός από όλες τις μεριές. Η δεύτερη θητεία του στον Ολυμπιακό, από το 2012 έως το 2017, ήταν εκείνη ενός λαμπρού πολίστα, που όχι μόνο έκανε όμορφα πράγματα, ενορχηστρώνοντας επιθέσεις και αμυντικές προσπάθειες, θέτοντας τον εαυτό του πλήρως στο καλό της ομάδας, σε κάθε δυνατή στιγμή, παίζοντας όλα τα παιχνίδια με τη θέαση ότι ήταν σημαντικά, όχι σε ό,τι αφορά το πάθος αλλά το τι έκανε μέσα στο παιχνίδι, αλλά καταλάβαινε τη γεωμετρία του παιχνιδιού και της πισίνας, όριζε τα χέρια του και βρισκόταν συνήθως στη σωστή θέση. Ο Ντόσκας του 2006 ήταν ένας σεσημασμένος σκόρερ, που «ξεχαρμάνιαζε» μετά από περίπου 1,5 χρόνο στον πάγκο του Ολυμπιακού, ένας φόρος πολυτελείας που πρέπει κάποιος να πληρώσει, αλλά ο Ντόσκας 10 χρόνια αργότερα ήταν το αποτέλεσμα μίας φιλοσοφικής αναζήτησης: αν γίνεται φανερό ότι ο χρόνος επηρεάζει, στην περίπτωση του Χιώτη αυτό γινόταν εξαιρετικά πρόδηλο με τον πλέον γλυκό τρόπο. Αν ο Ντόσκας έβρισκε το δικό του Ρίνους Μίχελς στα 28 χρόνια του, όπως έγινε με τον Γιόχαν Κρόιφ στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και… εγένετο total football και ολλανδικό ποδόσφαιρο, τότε, εκτός από τη δική του, όποια εναπομείνασα, ανέλιξη, το ελληνικό πόλο ίσως έβρισκε τον τρόπο να βγάζει παίκτες που επειδή δεν θα είχαν θέση ή κάποια, μία, σπουδαία ικανότητα, θα ήταν πολύ συγκεκριμένοι σε ό,τι αφορά τις γνώσεις τους για το παιχνίδι και όχι των διαδρόμων ή του τι θα έπρεπε να κάνουν. Αυτό ήταν από μικρή ως το πολύ μέτρια υπερβολή. Το ελληνικό πόλο, βεβαίως (όπως, υποθέτω, συμβαίνει σε αρκετές χώρες σε διαφορετικά σπορ, που αισθάνεσαι ότι κάτι τους λείπει), είναι γεμάτο με φρικτά «αν», τα οποία δεν έγιναν πραγματικότητα εξαιτίας αντιαλτρουιστικών συμπεριφορών.

Ο Γιώργος Ντόσκας θα επιστρέψει στη Χίο. Πήρε χάλκινο μετάλλιο σε Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, στο Μόντρεαλ το 2005, έπαιξε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008, χόρτασε εγχώριους τίτλους, έπαιξε και σε δύο Final 4 Κυπέλλου Πρωταθλητριών με τον Ολυμπιακό, το 2007 και το 2016, όπου γεύτηκε και τι είναι ένας τελικός. Θα πάρει την οικογένειά του και έτσι απλά θα επιστρέψει στη Χίο, να μεγαλώσουν οι απόγονοι στην άπλα, σε ένα νησί το οποίο είναι το μόνο που εξάγει κάτι σε αυτήν την έρμη χώρα, ούτως ειπείν τη μαστίχα. Θα γυρίσει και, αν και θα γινόταν εξαιρετικός προπονητής, για να συμβεί αυτό θα πρέπει να τον πείσουν οι άνθρωποι του ΝΟΧ. Θα χαμογελάει στους ανθρώπους του νησιού, θα σκύβει το κεφάλι όταν του λένε όμορφα λόγια, θα είναι εκεί, δίπλα στους δικούς του ανθρώπους. Και αν και δεν έδειξε ποτέ ότι αισθανόταν αμήχανα ή άσχημα, ίσως να μην αντέχει όλη αυτή τη βαβούρα της μεγαλούπολης.


Και όλο αυτό θα επηρεάσει τις μνήμες για το πόσο καλός παίκτης ήταν. Σε 25 χρόνια θα υπάρχει ένα όνομα σε αυτά τα στατιστικά με τους παίκτες που έχουν πάρει τους περισσότερους τίτλους και κάποιος νεότερος μπορεί να αναρωτηθεί ποιος στο καλό είναι αυτός. Είναι κάποιος που ρούφηξε το παιχνίδι μέχρι το μεδούλι, το έμαθε σαν τη γεύση του καφέ του και αποχώρησε με την υποψία ότι θα μπορούσε να παίξει ευκολάκι μία τριετία ακόμα ακριβώς στο ίδιο επίπεδο και όχι χαριστικά. Ας είναι: λίγοι μπορούν να λένε ότι ξέρουν τον Γιώργο Ντόσκα. 
Το «Ντο» του Γιώργου Το «Ντο» του Γιώργου Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 12:51 AM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.