Της αδιαφορίας


Παλιά, πολύ συναισθηματική, ιστορία: πρόσωπα δολοφόνων, από τη μία, πρόσωπα μωρών, από την άλλη. Λεζάντα, «κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται δολοφόνος». Δεν μπορούμε, όμως, να πούμε με ασφάλεια ότι αυτό ισχύει.
Τα μικρά αρκουδάκια είναι επίσης πολύ γλυκά, τα μικρά λιονταράκια και τα τιγράκια. Αλλά για αυτά μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι είναι δολοφόνοι. Πώς ο άνθρωπος, λοιπόν, δεν γεννιέται δολοφόνος; Αφού το μόνο που διαχωρίζει τις δολοφονικές τάσεις του από τα άλλα ζώα είναι η λογική, η οποία όμως αποκτάται, η βεβαιότητα ότι ανήκει σε ένα είδος που θα σκότωνε για να φάει είναι σαφής. Από τη στιγμή που αυτό αναμφισβήτητα ισχύει, τότε είναι μόνο θέμα λογικής να μη βρεθεί η πράξη στο επίκεντρο, αντί της ανάγκης. Δηλαδή, η ίδια η δολοφονία να δύναται να επισκιάσει το λόγο για τον οποίο γίνεται και να αποτελέσει από μόνη της μία πράξη η οποία αποτελεί το αποτέλεσμα επιχειρημάτων.

Αν ο άνθρωπος είναι πολύ φυσιολογικό ότι πρέπει να παλέψει (ή και να παλεύει σταδιακά, καθώς σε οποιαδήποτε ηλικία δε θεωρείται θέσφατο η φιλειρηνική διάθεση) για να αποφύγει τις δολοφονικές τάσεις, που ως οργανισμός διαθέτει, τότε είναι αναγκαίο να επανατοποθετηθεί σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά του σε δύο διαστάσεις: εκείνη του όντος και εκείνη που αφορά στη γονιδιακή παράδοση, η οποία καταλήγει στην προϊστορία. Και τα δύο παίζουν το ρόλο τους για κάθε οντότητα ξεχωριστά, παρ’ όλα αυτά ως είδος, με κοινά σωματικά και ψυχικά χαρακτηριστικά, ο άνθρωπος πρέπει να έχει κάποιους συγκεκριμένους κωδικούς ακόμα παρά τη διαφοροποίηση. Τούτο, δεν μοιάζει μόνο, είναι εξαρχής σαφές. Ό,τι δεν είναι ίσως και να παραμένει η αντιμετώπιση μπροστά στο δεινό του θανάτου ή η αδιαφορία απέναντι στη δυστυχία των άλλων.

Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον πείραμα, έστω κι αν ουδείς θα ενδιαφερόταν να το κάνει, να μεγάλωνε ένα παιδί χωρίς οποιαδήποτε επιρροή για την καλοσύνη και την κακία, χωρίς να μάθει ότι ο θάνατος αποτελεί απώλεια. Αυτό το πείραμα ίσως επρόκειτο να εξασφαλίσει την επιβεβαίωση ότι το ενδιαφέρον για τις απώλειες που δεν αφορούν στο οικείο περιβάλλον μας δεν είναι παρά ένας ψευδεπίγραφος κανόνας συμπεριφοράς, ο οποίος δεν απορρέει από την αληθινή στενοχώρια, παρά περισσότερο από το φόβο. Ό,τι κουβαλάς, δηλαδή, στη δική σου ζωή να είναι εκείνο που σε αναγκάζει να δείχνεις στενοχωρημένος για ένα τρομακτικό αεροπορικό δυστύχημα, για μία ασθένεια που εξαφανίζει ολόκληρες φυλές είναι ένας συναισθηματικός ψευδεπίγραφος, ο οποίος δεν αφορά, κιόλας, την κοινωνική δεξιότητα και την προσαρμογή σε ό,τι είναι εκείνο που μπορεί να θεωρείται κοινή λύπη αλλά, στο άγνωστο.

Αυτό εξηγείται- μάλλον ποικιλοτρόπως. Από τους αρχαίους χρόνους οι άνθρωποι είχαν αυτήν την αίσθηση ότι διαφεντεύονταν από κάποιον, ο οποίος αποφάσιζε για λογαριασμό τους. Ήταν το πρίσμα της λογικής, που βρισκόταν ακόμα και σε ακατέργαστο στάδιο- ίσως ακόμα να βρίσκεται. Αυτό σήμαινε ότι αυτός ο άγνωστος ή, εν πάση περιπτώσει, η παρέα αγνώστων, που ειδικά στην ελληνική μυθολογία είχε πολύ γούστο, αποφάσιζε για λογαριασμό τους, όχι μόνο τι θα κάνουν αλλά και, πότε θα πέθαιναν. Έτσι, κάθε απώλεια τους σημάδευε, μια και έπρεπε να εξευμενίσουν τον Θεό. Όλο αυτό δεν εξαλείφθηκε από το χρόνο και από την επιστήμη, η οποία επεσήμανε με αποδεικτικά στοιχεία ότι, ακόμα και αν υπάρχει κάποιο αρχιπνεύμα που να κάνει κουμάντο, δεν έχει ακριβώς την κάψα να ασχολείται μαζί μας. Ό,τι, όμως, δεν έφερε η ίδια η τάση της επιστήμης, έφερε η αποχαύνωση του μυαλού από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τη διαδικτυακή πραγματικότητα.

Δεν το αναφέρω για κακό. Ίσα ίσα: το μυαλό έχει την τρομακτική ικανότητα, όχι μόνο να επεξεργάζεται πληροφορίες αλλά, να φτάνει στο όριο μίας πρωτόγνωρης ποιότητας multitasking, η οποία αρχίζει να επιβεβαιώνει το επίπεδο οραματισμού του Ισαάκ Ασίμοφ, όταν πριν από σχεδόν 70 χρόνια έγραφε τα διηγήματα με τον κοινό τίτλο «Εγώ το Ρομπότ». Όμως δεν έχει το περιθώριο να στενοχωριέται για κάτι που σε κάθε περίπτωση είναι οικείο, ειδικά αν δεν αφορά σε κοντινούς ανθρώπους, αν και όχι τόσο για την έννοια, την οποία, αν σκεφτείς φιλολογικά, είναι πραγματικά τρομακτική, καθώς σε συνδέει απευθείας με τη μη ύπαρξη.

Και ακόμα και όχι σε τόσο σοβαρά πράγματα, όπως το να μη μιλάς με εκείνον που συναντάς στο δρόμο, όπως συμβαίνει στην πόλη, δεν είμαι τελικά πεπεισμένος ότι ο άνθρωπος τώρα έχει επιλέξει τη χειρότερη επιλογή από το να βρίσκεται στα υψίπεδα της ύπαρξής του και να αντιλαμβάνεται την ουσία του είδους του καλύτερα από κάθε άλλη φορά και κάθε άλλη εποχή. Δεν είμαι σίγουρος, δηλαδή, ότι ο αυθορμητισμός της απέχθειας και της επιλογής της μη επικοινωνίας ήταν το αποτέλεσμα του πολύ πληθυσμού, που μαζεύτηκε σε ένα μέρος και όχι η πρώτιστη επιθυμία. Δεν είμαι, δηλαδή, βέβαιος ότι στα χωριά, που οι άνθρωποι συνηθίζουν να χαιρετιούνται μεταξύ τους, οι χαιρετούρες είναι όντως το επιθυμητό αποτέλεσμα και όχι ένας τρόπος για να αναδειχθεί μία αγνότητα, να ενεργοποιηθεί ένας κωδικός μνήμης ο οποίος σε οδηγεί σε εποχή που δεν ζούσες, αλλά που εμφανιζόταν περισσότερο λαμπερή, αλλά και να κρύβονται τα ανομήματα που συνήθως λαμβάνουν χώρα στην επαρχία.


Η σύνθεση του ανθρώπου με τη λογική στην εξίσωση εμφανίζει ένα μπερδεμένο αποτέλεσμα στην πραγματικότητα. Η λογική δεν είναι μόνο η μάνα της επιλογής από τη σκέψη, αλλά εκείνη που παρεισφρέει, ως συνειδητοποίηση, στην επιθυμία, για να αποπροσανατολίσει το βλέμμα σε ό,τι αφορά το πιο είναι το ακατέργαστο υλικό και πώς, τελικά, αυτό κατεργάζεται, ώστε η απόφαση να προκύπτει από κομμάτια σκέψεων που είναι «πειραγμένα» από ό,τι είναι εκείνο το κομμάτι που φοβάται να μη στενοχωρηθεί δημοσίως για ένα θάνατο, επειδή φοβάται τη θεϊκή τιμωρία. 
Της αδιαφορίας Της αδιαφορίας Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 10:12 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.