Το σοφό παιδί


Αν δεν ήταν αναμενόμενο ότι ο Χρήστος Αφρουδάκης θα αποχωρούσε από την εθνική ομάδα μετά από σχεδόν 15 χρόνια αναμφισβήτητης προσφοράς, ήταν σαν αναμενόμενο. Με μεγάλη διαφορά, η σπουδαιότερη διοργάνωση για τον ερασιτεχνικό αθλητισμό είναι οι Ολυμπιακοί Αγώνες.
Το δίσεκτο 2016 ήταν η χρονολογία που φιλοξένησε άλλη μία τέτοια διοργάνωση, στο Ρίο της Βραζιλίας. Ο Χρήστος, γεννημένος το 1984, θα έπρεπε να περιμένει άλλα τέσσερα χρόνια, μέχρι το 2020 και να ρισκάρει περιμένοντας να πάρει μέρος τόσο μεγάλος. Ο Χρήστος δεν θα το έκανε ποτέ αυτό. Όπως μετά το τέλος των ταινιών Oceans φοράνε τα κοστούμια τους και χάνονται στο ηλιοβασίλεμα, έτσι και στην περίπτωση του πιο αξιομνημόνευτου νούμερου 7 στην ελληνική υδατοσφαίριση, δεν υπήρχε περίπτωση να πιέσει καταστάσεις.

Ο Χρήστος Αφρουδάκης έχει κάτι που ελάχιστοι αθλητές σε όλα τα σπορ διαθέτουν: Τον τρόπο να κάνει προσιτό ένα πολύ δύσκολο άθλημα σε όλους μας. Αν κάτι μέσα σου έλεγε ότι με το παιχνίδι της υδατοσφαίρισης άξιζε να ασχοληθείς, ο Χρήστος Αφρουδάκης ήταν το πρόσωπο που σιγά σιγά θα σε μυούσε σε αυτό. Παρά τη βαθιά γνώση και το πλούσιο ταλέντο, την αντίληψη που αφορά στους σχηματισμούς και συνολικά στη γεωμετρία της πισίνας, μπορεί να σου εκμαιεύσει ένα επιφώνημα ενθουσιασμού για κάτι που μέχρι και εσύ θα μπορούσες να καταλάβεις. Μπορεί να σε κάνει να νιώσεις οικειότητα και, έτσι, να πας παρακάτω. Και ενώ το ταλέντο του ξεχειλίζει κάθε φορά που με το σκουφάκι του και τους συμπαίκτες του παίζουν για τη νίκη, είναι οι διάσπαρτες στιγμές που σε κάνουν να τον μνημονεύεις: Ένα γύρισμα της μπάλας σαν σε λάσο, μία ανάποδη πάσα σαν ραβέρσα στο μπάσκετ, ένα πεντάμετρο με βύθισμα, μία ντρίμπλα με στροφή πάνω στο κορμί του αντιπάλου του. Δεν είναι ο μόνος που μπορεί να τα κάνει, αλλά είναι ο μόνος (ή, έστω, από τους ελάχιστους) που τα κάνει και εσύ αντιλαμβάνεσαι εξ ολοκλήρου την κίνηση. Παίζοντας με τις διαστάσεις, παράγει ολοκληρωμένες κινήσεις που δεν είναι εις βάρος τους (των διαστάσεων), αλλά τις σέβονται και τις τιμούν. Υποθέτω ότι αυτό είναι που ξεχωρίζει την καλλιτεχνία σε όλο το φάσμα της τέχνης, όπως αυτή αποδίδεται με την ανθρώπινη κίνηση εν ολοκληρία.

Ως επί το πλείστον, στα κολυμβητήρια οι στιγμές ήταν παραπάνω από ωραίες. Ακόμα και στα… μπουθ στο «Πέτρος Καπαγέρωφ», στο τέρμα Θεού, πρέπει να πω ότι ένιωθα ένα προνόμιο από όλη την κατάσταση, αν και ενδεχομένως αυτό να συνάδει με μια κάποια -όχι στο όριο της ασθένειας, αλλά ποιος είμαι εγώ που θα κρίνω- φαντασιοπληξία. Ήταν προνόμιο, πολλές φορές, να κάθομαι μόνος σε ένα άδειο κολυμβητήριο, να βλέπω ματς πολλά με λίγα και να παρατηρώ τους πολίστες να κολυμπάνε, υποκρινόμενος ότι καταλαβαίνω. Με τον Χρήστο ήταν απόλαυση. Να κολυμπάει ύπτιο πάνω στον αντίπαλό του, να κάνει πάσες υψηλής νοημοσύνης σχεδόν σαν να βαριέται, να ακούς τους προπονητές του είτε να τον αποθεώνουν είτε να νιώθουν ενόχληση, εξαρτάται αν ήταν νυν ή πρώην, για το υπέρογκο ταλέντο του που κάνει τους συμπαίκτες του καλύτερους ή για το ταλέντο του που δεν κατάφερε να δικαιώσει, παίζοντας στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο και έχοντας ενδεχομένως τρία τέσσερα Κύπελλα Πρωταθλητριών περισσότερα, εκτός από αυτό με την Ποζίλιπο το 2005, να διαμαρτύρεται αλλά και να στέκεται δίπλα στους συμπαίκτες του, σε κάθε περίσταση. Να γίνεται ο νέος αρχηγός της Εθνικής, αλλά και ο αποδιοπομπαίος τράγος της, μέχρι να ξαναγίνει εκείνος που θα επέστρεφε για τις τελευταίες νότες, οι οποίες ήταν και οι πιο γλυκές. Να τσακώνεται με Γερμανούς, Ούγγρους και ανθρώπους από κάθε φυλή, να αποβάλλεται για διαμαρτυρία, επειδή δεν μπορεί να ελέγξει το ταμπεραμέντο του.


(Μία σέλφι προ τριετίας, για το καλό)

Είναι κάπως ανακουφιστικό ή, τουλάχιστον, είναι ανακουφιστικό όσο και λυπηρό, το γεγονός ότι αποφάσισε να σταματήσει. Σε ό,τι αφορά το εθνόσημο, γλιτώνει τη φθορά και, κουτσά στραβά (αλλά ίσως και όχι), η Εθνική έχει τους παίκτες ώστε η δική του αποχώρηση να μην αποτελεί αιμορραγία που να απαιτεί νοσοκομειακή εξέταση. Το άλλο πιο ταλαντούχο παιδί της γενιάς του, ο ήρεμος Γιώργος Ντόσκας, είχε χειρότερη τύχη. Ο Χρήστος, εν μέσω συγκρούσεων, κατάφερε να βγει άβροχοις ποσί από όλη τη διαδικασία με το εθνόσημο και να εξασφαλίσει τις διακοπές του με το σκάφος και ό,τι άλλο θέλει να κάνει, μόνος του, με τους φίλους του (είναι mans man εξάλλου) και την κοπέλα του.

Τον γνώρισα στη Βουλιαγμένη, σε μία ξεδιάντροπα μεγάλη καφετέρια, τον Ιούνιο του 2010. Δεσμεύτηκε ότι θα μου δώσει συνέντευξη, κάτι που για μένα ήταν σπουδαία υπόθεση, μετά το πρωτάθλημα που είχε κατακτήσει ο Ολυμπιακός. Για πάνω από 5 χρόνια αποδεικνυόταν ότι του είχα μία εξτρά αδυναμία απέναντι στους υπόλοιπους. Με το φίλο μου και συνάδελφο, τον Δημήτρη Ντζάνη, αράζαμε και κοιτάζαμε τις κινήσεις του. Ένα βράδυ στην Πελοπόννησο μεθύσαμε με κρασί, παίζοντας τάβλι και μιλώντας για τον Σάντρο, την Ιταλία και τον Χρήστο Αφρουδάκη.


Λοιπόν, ήταν δουλειά, αλλά όχι 100%. Είχε έκδηλο το στοιχείο της διασκέδασης. Τον θυμάμαι από το 2003 και το Παγκόσμιο της Βαρκελώνης, ακόμα στην εφηβεία, ένα σοφό παιδί. Μετά, στην Αθήνα και το Μόντρεαλ, όταν ήταν καίριος για το χάλκινο μετάλλιο, με το σουτ υψηλού ρίσκου που ισοφάρισε τον μικρό τελικό με την Κροατία ακόμα να με συγκινεί με τρόπο ανεξακρίβωτο. Με τον Χρήστο, όπως και με τον Φέντερερ, νιώθω ότι μεγαλώσαμε μαζί, ακόμα και αν έχασα μερικά επεισόδια. Και ότι ήταν ωραία, ότι είχε πλάκα. Τώρα, στο ηλιοβασίλεμα, έχοντας στρέψει την πλάτη μου στους άλλους, είπε «αντίο» και, αναγκαστικά, γύρισα να κοιτάξω.
Το σοφό παιδί Το σοφό παιδί Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 11:14 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.