Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο


Άπαξ και η λογοτεχνία δεν είναι απαραίτητο να συμβαίνει μόνο στη λογοτεχνία, τα δάχτυλά σου μερικές φορές βρωμίζουν αν προσπαθήσεις να πετύχεις τις αναπροσαρμογές.
Κάποιες στιγμές, οι απλές λέξεις είναι τόσο ποιητικές μαζί, που το πιο εξουθενωτικό κομμάτι είναι να κατανοήσεις για ποιο λόγο μπορούν και βγαίνουν στον αφρό μυστικιστικές και ρέουσες, σχεδόν αναδυόμενες. Μερικές φορές, απλώς, χτυπιούνται απαλά τα κλειδοκύμβαλα στην παραλία και πριν ακουστεί η τρίτη νότα ξεμυτίζουν.

Είναι η αίσθηση, ό,τι αναδεικνύει την έλλειψη εξήγησης έστω και κατά προσέγγιση για αυτό που κατοχυρώθηκε, σου αρέσει και δεν μπορείς να το καταλάβεις. Μία Κυριακή του Νοέμβρη συζητούσαμε για βιβλία και η συζήτηση ανακατευόταν, δεν είχε τάξη, κάτι που μπορείς να αντέξεις αν είσαι πολύ νέος ή έχεις συνειδητοποιήσει ότι δεν είσαι πολιτικός. Έτσι έφθασε η κουβέντα στον «Ξένο» και είπε, χαμογελώντας αμυδρά, «Σήμερα πέθανε η μαμά». Ήταν ένα ξάφνιασμα. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο πελώριες είναι αυτές οι τρεις πρώτες λέξεις ενός αναμφισβήτητου αριστουργήματος, ενός βιβλίου που μόνο μία ιδιοφυΐα με αξεπέραστο ταμπεραμέντο θα μπορούσε να έχει γράψει. «Σήμερα πέθανε η μαμά». Πρόκειται για τέσσερις λέξεις, οι οποίες πιθανότατα μπαίνουν στο τοπ 20 των πιο πολυχρησιμοποιημένων λέξεων ποτέ, και μάλλον αυτό είναι υποτιμητικό. Και όμως, μαζί, στη σωστή θέση, όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και μέσα στο βιβλίο, αποτελούν ένα δρώμενο εκστατικό, μία λογοτεχνική πηγή. Ο Καμί δεν χρειαζόταν να πει κάτι άλλο από το να ανοίξει αυτό το ιδιότυπο ρεσιτάλ που θα οδηγούσε σε ένα τέλος απύθμενου βάθους και διεκδικεί, θαρρώ, από άλλους καλλιεπείς προλόγους, την τιμή να είναι μία από τις πιο κρυστάλλινες πρώτες φράσεις που έχουν γραφτεί ποτέ. Αν και η αισθητική χροιά και ο τρόπος διαφέρουν αισθητά, ήταν ο ίδιος λόγος που με έπιασε εξ απήνης στον πρόλογο της ταινίας «Νευρικός Εραστής», με τον Γούντι Άλεν να μιλάει στην κάμερα.

Ως εκ τούτου, η ομολογία για τον τίτλο του κειμένου πρέπει να προκύπτει μέσα από σαφή επιχειρηματολογία. Ο Νίκος Μπελογιάννης δεν θα μπορούσε να είναι κάτι άλλο, αν και σαφώς ήταν πολλά άλλα, πέρα από ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο. Ο μόνος Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο στην ιστορία. Δεν έχουν περάσει, εξάλλου παρά ορισμένες ώρες από την ίδια ημερομηνία το 1952, δηλαδή το πρωί της 15ης Φλεβάρη, πριν από 65 χρόνια, που ξεκινούσε η δίκη που θα τον καταδίκαζε οριστικά σε θάνατο, για δεύτερη φορά. Και που θα έδινε στην τέχνη και κυρίως στην ανθρωπότητα τη χαμογελαστή εικόνα του ανθρώπου με το γαρύφαλλο, ένα περίγραμμα που συνεχίζει να είναι συγκλονιστικό για περισσότερους ανεξήγητους λόγους από εκείνους που μπορεί κάποιος να εξηγήσει. Ήταν περισσότερα από μία σκηνή θάρρους, από ένα ταξίδι στον ονειροκόσμο, από μία εικόνα ατέρμονης ανθρωπιάς.  


Τόσο ο Νίκος Μπελογιάννης όσο και ο «καπετάνιος του ΕΛΑΣ» Άρης Βελουχιώτης ήταν γόνοι πλούσιων οικογενειών. Τα μούσια του δεύτερου, μάλιστα, θύμιζαν πολύ εκείνα του Φιντέλ Κάστρο και μάλιστα χωρίς να μπορεί, την εποχή εκείνη, να γνωρίζει και την ύπαρξή του. Τα παιχνίδια με τις λέξεις είναι πραγματικά διεγερτικά και παρ’ όλο που στέκει παιδιάστικα, είναι απαιτητό να αποτολμηθεί: το αληθινό όνομα του Βελουχιώτη ήταν Αθανάσιος Κλάρας και το επώνυμό του με τη Σάντα Κλάρα, που το 1959 κατέκτησαν οι αντάρτηδες του Αγίου των Λατινικής Αμερικής, Καραϊβικής και πασών των μελαψών ψυχών Ερνέστο Γκεβάρα είναι ταιριαστό. Μια και καταπιάστηκα με τα παιχνίδια με τις λέξεις, η ρίζα της λέξης «άνθρωπος»* είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Η κοινή τοποθέτηση αναφέρει ότι βγήκε από τη φράση «άνω θρώσκω», που σημαίνει «κοιτάζω ψηλά», ενώ ο φίλος μου ο Αντώνης μού διευκρίνισε ότι σε μία διάλεξή του ο Δημήτρης Λιαντίνης ισχυριζόταν ότι βγαίνει από την «όψη ανδρός». Για να μην επικρατήσει η ζαλάδα που επιφέρουν οι γλωσσικές αναλύσεις, το δεύτερο όντως, παρά την αντιδραστική διάθεση του φίλου, μοιάζει πιο λογικό, όχι μόνο επειδή ταιριάζει η γενική στην ετυμολογία, αλλά επειδή όταν προέκυψε η λέξη ο άνθρωπος αποκαλούνταν «άνδρας», με τη διαφορά στη σημασία να είναι μηδαμινή. Αν έπρεπε να μπει και η γυναίκα στην εξίσωση, όχι τουλάχιστον ως διαφορετικό είδος, έπρεπε να προκύψει μία λέξη που θα την περιλαμβάνει, μία λέξη, ωστόσο, που δεν ήταν χαριτωμένη και απλώς υπενθύμιζε ότι ο άνθρωπος πρέπει να έχει τη μορφή του άνδρα.

*Θα μπορούσε, βεβαίως, αν το φανταζόσουν λίγο, να βγαίνει από τη λέξη «ανθύροπος», δηλαδή «κάτω από τη ροπή», με το ύψιλον να γίνεται ωμέγα με το όμικρον, ή ακόμα και αντίροπος, δηλαδή «αντί της ροπής», δηλαδή αντιφατικός, με το γιώτα να πηγαίνει στο όμικρον. 

Η περίπτωση του Μπελογιάννη είναι γνωστή για εκείνους που έχουν διαβάσει Ιστορία και άρα το τι αφορά η 25η Μαρτίου και τι η 28η Οκτωβρίου ανάγεται σε κάτι που τους είναι γνωστό από την κούνια. Το κείμενο δεν αφορά στο μαγείρεμα του κράτους, το πιλάτεμα του, ωστόσο πολύ άρρωστου την εποχή, Νικόλαου Πλαστήρα, να σώσει τον πρώτο από το θάνατο και να του δοθεί χάρη χάρη σε έναν μεταξικό νόμο, ο οποίος θα έπρεπε να έχει απαγορευθεί, όπως όλοι του δικτάτορα, αμέσως μετά το πέρας του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, αλλά και στη συμμετοχή του Νίκου Ζαχαριάδη, ηγέτη του ΚΚΕ, στην εκτέλεση. Η Έλλη Παππά, στην «Πολιτική Διαθήκη» της, ισχυριζόταν ότι περνούσε από το χέρι του Ζαχαριάδη να σταματήσει την εκτέλεση, μα δεν το έκανε. Ο γιος του Ζαχαριάδη διέψευσε μετά βδελυγμίας εκείνη την ιστορία. Λέγεται, για τους ασυρμάτους και τα ακουστικά που βρήκαν σε διαμέρισμα οι ασφαλίτες, ότι γνώριζαν την ύπαρξή τους, αλλά μόνο στη δεύτερη δίκη μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν για να αλλάξουν την κατηγορία από παράνομη κομουνιστική δραστηριότητα σε κατασκοπεία. Ο Πλαστήρας, που είχε καταφέρει να του δοθεί χάρη στην πρώτη δίκη, που είχε ξεκινήσει το 1950 με έκτακτο στρατοδίκη τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, δεν είχε δυνάμεις μήτε συμμάχους. Δεν χρειάστηκαν πάνω από δύο εβδομάδες, τον Φεβρουάριο του 1952, ώστε ο Νίκος Μπελογιάννης, ένας αντιστασιακός της κατοχής, να καταδικαστεί σε θάνατο.

****
Το ωραίο πράγμα με τον κομουνισμό είναι ότι δεν υπάρχει. Είτε ήταν ένα σύστημα μη δόκιμο, που δούλεψε επειδή οι άνθρωποι φοβόντουσαν πολύ, είτε είναι μία φανταστική κατασκευή που μπορεί να ισχύει μόνο επί χάρτου, παραβλέποντας τον ανθρώπινο παράγοντα. Για παράδειγμα, όταν ο Γκάντι θέλησε να διώξει την East India και κατά συνέπεια τη Βρετανική Αυτοκρατορία από την Ινδία, είχε διαμηνύσει στους συμπατριώτες του ότι δεν πρέπει να σηκώσουν το χέρι τους, αλλά και πάλι, στην πρώτη συμπλοκή αυτό δεν αποφεύχθηκε. Δεν ήταν καθοριστικό, κυρίως διότι οι Άγγλοι είναι αφελείς, είναι όμως σαφές ότι μία εντολή, ακόμα και τόσο ξεκάθαρη, δεν μπορείς να είσαι βέβαιος ότι θα τηρηθεί. Ο κομουνισμός ίσως να μπορούσε να επικρατήσει αν ο Βλαντιμίρ Ίλιτς είχε κατανοήσει ότι το σύστημα που είχε σκαρφιστεί είχε ως αντίπαλο ένα σύστημα που προορίστο να αποθάνει, να πληρώσει τον οβολό του και να διαβεί τον Αχέροντα χωρίς να λείψει.
Αλλά ο κομουνιστής υπάρχει. Είναι ο ιδεολόγος, για τον οποίο το τσιτάτο αναφέρει ότι «είναι κάποιος που πατάει γερά με τα δύο πόδια του στον αέρα». Είναι δύσκολος ο κομουνιστής, διότι η ύπαρξή του μπαίνει στη ζυγαριά για το αν τηρεί το κομουνιστόμετρο. Και, παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχουν κομουνιστές. Δεν υπάρχουν κομουνιστές διότι ο κομουνιστής δεν μπορεί να είναι εκείνος που για μία λύση ανακαλύπτει ένα πρόβλημα. Πρέπει να είναι εκείνος που έχει άρνηση για το γεγονός ότι δεν συμβαίνει το απίθανο. Εκείνος που απαρνείται ολοκληρωτικά τον ρεαλισμό, που έχει επιχειρηματολογία ότι η ουσία των πραγμάτων για το πώς κινείται ο κόσμος είναι πολύ εύκολο να αλλάξει. Ο κομουνιστής έχει επιλέξει, συνειδητά, να ονειροπολεί. Τα υλικά αγαθά είναι απλώς η βενζίνη στο ψυχικό όχημά του. Ποτέ δεν φτάνει σε δεύτερο επίπεδο εξάρτησης από αυτά.

Ο κομουνιστής είναι πάντα εν δυνάμει. Είναι ένας πολιτικοποιημένος άνθρωπος που θεωρεί ότι ο ανθρωπισμός είναι το μοναδικό στοιχείο. Σε αντίθεση με το πώς λειτούργησε και όλες τις συντεταγμένες και τις στατιστικές, ο κομουνιστής είναι άνθρωπος ανθρώπων.

****

Αν δεν εκτελούνταν με τυφεκισμό, η ιστορία ίσως ήταν διαφορετική. Ίσως να έπρεπε μία ζωή να είναι υπόλογος για εκείνο το τριαντάφυλλο που κυκλοφορούσε στο δικαστήριο και τη φωτογραφία που απαθανατίστηκε από τον Δήμο Σακελλαρίου και στην οποία έχει φέρει το τριαντάφυλλο στο πρόσωπό του. Μπορεί, τη στιγμή ακριβώς που θα ένιωθε ότι δε διέτρεχε κάποιον κίνδυνο -δηλαδή τις στιγμές που υπάρχει ο μεγαλύτερος κίνδυνος- να αλλοιωνόταν από την άνεση. Αλλά μπορεί και να παρέμενε γνήσιος, όπως ο γίγαντας Χρόνης Μίσσιος και ως το τέλος της ζωής του να έβαζε για κανόνα το κυνήγι του απροσδόκητου.

Ο Νίκος Μπελογιάννης, που ζωγράφισε ο Πάμπλο Πικάσο, αποτέλεσε μεταφυσική παρουσία όταν άκουσε την ποινή του θανάτου του με το γαρύφαλλο κοντά στο πρόσωπο. Εδώ, είναι πολλές οι καταστάσεις που μπερδεύονται, πότε ο δον Πάμπλο πήρε την απόφαση να φιλοτεχνήσει τη μορφή του. 


Είναι υποτιμητικός χαρακτηρισμός το «συγκλονιστικό», σε ό,τι αφορά το να ακούς την ποινή του θανάτου σου χαμογελαστός, κρατώντας ένα γαρύφαλλο. Λένε ότι έστελναν γράμματα από το Χόλιγουντ, ότι έγραψε ακόμα και ο Τσάρλι Τσάπλιν για να του δοθεί χάρη. Ο Ζαν Κοκτώ, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο Ναζίμ Χικμέτ.

Έπρεπε να ζήσει αυτός ο άνθρωπος. Αλλά η τέχνη θα έχανε. Και αυτό που έγραψε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σπυρίδων Βλάχος, «Έχω συγκλονιστεί από το ηθικό μεγαλείο του Μπελογιάννη. Το θεωρώ ανώτερο και από των πρώτων χριστιανών, γιατί ο Μπελογιάννης δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή», θα έπεφτε στην αξιακή κλίμακα. Ο Μπελογιάννης ήταν χαμογελαστός. Έβγαζε τη γλώσσα, μισάνοιγε την πόρτα και από τη χαραμάδα κορόιδευε τον κόσμο που αναλωνόταν σε ένα σωρό μικροπρέπειες. Χαμογελούσε ενώ άφηνε πίσω το γιο του και τη σύντροφό του και χαμογελούσε ενώ ήξερε ότι βρισκόταν σε ένα διεφθαρμένο στρατιωτικό δικαστήριο, που έπρεπε, σώνει και καλά, να τον καταδικάσει σε θάνατο.


Τον εκτέλεσαν Κυριακή, που δεν εκτελούσαν ούτε οι ναζί. Δεν τους έκανε τη χάρη, διότι δεν τη ζήτησε πρωτύτερα. Σε ένα στίχο του στην «Ιστορία της Μαρίας», ο μποέμ τραγουδοποιός Βασίλης Νικολαΐδης έγραψε, αφηγείται και θα αφηγείται για όσο υπάρχει μουσική, «κι όταν σκότωσαν τον Νίκο Μπελογιάννη, στη Μητρόπολη γινήκανε οι γάμοι». Όποιος γνωρίζει το τραγούδι μπορεί να αναγνωρίσει την αντίθεση και τον απλό τρόπο με τον οποίο ο τραγουδιστής περιγράφει πόσο θερμοκέφαλο, χοντρόπετσο και αισχρό, στις ακραίες περιπτώσεις που θα έπρεπε να επικρατεί όντως η ψυχραιμία αντί να είναι η ατάκα που από τη διάψευσή της μόνο ειρωνεία μπορεί πια να βγάζει, είναι αυτό το έθνος. Πόση απέχθεια έχει για οτιδήποτε θα μπορούσε να του συνταράξει το «είναι», να το οδηγήσει στην αυτάρκεια και σε σοφία φαντασιακού επιπέδου, η οποία θα το καθιστούσε πανίσχυρο. Ένα περιστέρι έφυγε, στο σκίτσο του Γιώργου Φαρσακίδη. Ο Μπελογιάννης είχε από πριν αναδείξει, με τον πλέον απλό τρόπο, ότι η συνείδηση ήταν μόνο μία παραίσθηση και είχε παρατήσει τους εκτελεστές του από καιρό. 
Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 11:37 AM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.