Μια βραδιά στου Λούκη


Μπορούσε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης να γράψει τραγούδια έντεχνα-μελό, βαθιά ψαγμένα, να βάλει δύο τρεις λέξεις της ελληνικής που δεν χρησιμοποιούνται συχνά στη σειρά και να κάνει ποίηση;

Μπορούσε. Σίγουρα μπορούσε.


Εξάλλου, είχε κάνει το 1975, σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη, τα «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας», ένα φανταστικό δίσκο, που η κλισαρισμένη περιγραφή θα τον αποτύπωνε ως «προφητικό» ή κάτι παρόμοιο.

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης δεν γουστάριζε να γίνει έντεχνος ή, όπως μου αρέσει να τους λέω, «τραγουδιστής του ΠΑΣΟΚ». Δεν ήθελε να χαλάσει το γούστο του για να βγάλει μερικές δραχμές παραπάνω. Δεν ήθελε να στιχουργήσει για πράγματα που θα «μιλούσαν στην ψυχή» του ακροατή. Είχε σύμφυτη απέχθεια προς την κοινοτοπία της Δημοκρατίας. Η Δημοκρατία του άρεσε επειδή μπορούσε να κάνει ό,τι σύννομο επιθυμούσε. Να παίξει με τις λέξεις, να νιαουρίσει τις εποχές που όλοι γάβγιζαν. Να γράψει για γυναίκες σατιρίζοντάς τις, δείχνοντας ότι περίμενε περισσότερα από το φεμινισμό και όχι απλώς λόγια της νεαρής ηλικίας, που θα εξελίσσονταν στο τρίπτυχο Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια.

Ο Λούκης ήταν έντεχνος χωρίς να το προσπαθεί. Είχε το ρυθμό στο μυαλό του, εκ κλίσεως ή εξ ιδιοσυγκρασίας, ποιος ξέρει… Και όταν παρακολουθούσε κάτι να αναπτύσσεται εν είδει μπουρζουαζίας ή με τρόπο συντηρητικό, έβγαζε κατευθείαν τη γλώσσα του και το κορόιδευε με τον πιο απαράδεκτο και γλυκό τρόπο. Το έκανε σε όλη τη ζωή του και όχι μόνο στη μουσική, αλλά και στις αρτηρίες του σώματός του, απέναντι στον καρκίνο, με το τσιγάρο και το ποτό. Το έπραττε παντού και πάντα, ούτε καν για να μην αφήσει να εννοείται ότι δεν ήταν απέναντι σε όλα τα κατάλοιπα των ανθρώπων που ξεχνούν πώς είναι να ερωτεύονται από τη ζωή, απλώς επειδή έτσι είναι. Ήταν αυτό που είναι, που έγραφε και ο Τομ Ρόμπινς.

Η τελευταία φορά που άκουσα Κηλαηδόνη σε μαγαζί, ήταν το «Ένας φτωχός και μόνος καουμπόι». Ήταν πριν από περίπου ένα χρόνο, μάλλον Απόκριες, είχαμε πάει με φίλους και το μέλλοντα κουμπάρο μου. Και, όταν έπαιξε, εξερράγην από ενθουσιασμό, χοροπηδούσα παρά φύση, τον κοίταζα, τον κορόιδευα, του τραγούδησα «απόκτησαν κοιλίτσα», για να συναντήσω, εκείνη τη στιγμή, τη σθεναρή άρνησή του. Πριν από δύο χρόνια είχα κάνει σχέση με τη «Ρίτα», με ημερήσιες συναντήσεις και κάθε φορά που το άκουγα απογοητευόμουν από τις υποσχέσεις που έδιναν οι δυναμικές θηλυκές προσωπικότητες σε συνδυασμό με την πτώση, την υφαρπαγή μίας βολικής κατάστασης, αντί για το αέναο ταξίδι προς τα άστρα. Ξεκίνησε Σάββατο, σχεδόν την ίδια ώρα που ο φίλος μου ο Αντώνης μού είχε στείλει μία φωτογραφία ενός φίλου της Λίβερπουλ και ενός της Έβερτον που χαμογελούσαν ο ένας στον άλλο, την ώρα που οι δύο ομάδες έπαιζαν και κατά τη διάρκεια του ημιχρόνου. Το τελευταίο τραγούδι που αγάπησε η μητέρα μου επίσης ήταν του Λουκιανού. Το υπέροχο «κολλήγα γιος», ένα τραγούδι βαθύ, με απεριόριστο νόημα, που σίγουρα δεν αποτελεί κάτι ρηξικέλευθο, ένα δημιούργημα που «γεννήθηκε» για να τραντάξει τα θεμέλια του ακροατή, έχει όμως τη δύναμη της συνήθειας και στην επανάληψη αντιλαμβάνεσαι ότι η εξέλιξη, που οδήγησε σε αυτό που είμαστε, δεν είναι ακριβώς αυτό που νομίζουμε.

Ο Κηλαηδόνης, όχι ένα οργανικό φαινόμενο για να αντέχει την κατάχρηση, δεν τα πήγε άσχημα. Η αγαπημένη μου στιγμή ήταν όταν τραγούδησε τον «Μικρό Ήρωα» με τον Διονύση Σαββόπουλο και η χαμένη ευκαιρία μου ήταν όταν έπαιζε σε ένα ταβερνάκι στο Γαλάτσι, σχεδόν δίπλα στο σπίτι μου, και δεν πήγα να τον δω.

Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα να γράψεις, ουσιαστικά, αν δεν εστιάσεις στη μουσική του. Η περιγραφή της προσωπικότητας, το στράβωμα του στόματος και ό,τι αυτό δήλωνε είναι απάτητα εδάφη, για εμάς που έχουμε συνηθίσει στην κανονικότητα. Ακόμα και ο Φοίβος Δεληβοριάς, που σίγουρα άντλησε τρομερή έμπνευση για τα πνευματώδη τραγούδια του από τον «Λούκη», δεν έχει αποφύγει πλήρως το μελόδραμα. Ο Κηλαηδόνης ήταν τόσο κουλ ώστε να τραγουδήσει το ρεφραίν του «Κάπου την έχουμε πατήσει» στο «Νωρίς» των «Ημισκουμπρίων» και να φτιάξει μία κομματάρα που σκιαγραφούσε τις σχέσεις των νέων με τον πιο λεπτά σαρκαστικό τρόπο, το «Πού βαδίζουμε κύριοι», που ενείχε έναν από τους πιο μελωδικούς αυτοσαρκασμούς όλων των εποχών για το ελληνικό τραγούδι. Σημασία έχει ότι έμεινε πιστός στο σχέδιο, αν ήταν αριστερός ή δεξιός δεν είχε σημασία, ούτε δήλωνε κάτι ιδιαίτερο πέρα από τους στίχους του. Ήταν η ευτυχέστερη έκδοση του μπον βιβέρ και ό,τι του άρεσε είναι βέβαιο ότι το ψηλάφιζε μέχρι να το βαρεθεί, μέχρι να γίνει πλαστελίνη.

Όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, άνθρωποι που ουσιαστικά δεν έχουν εχθρούς, οι αγιογραφίες συνηθίζονται. Ο Λούκης του «Πάρτι», που πήγε από καρδιακή ανεπάρκεια, δεν χρειάζεται να διαφοροποιηθεί σε ό,τι ένιωθες πριν με ό,τι νιώθεις μετά. Ο θάνατος των άλλων δεν ακολουθεί συγκεκριμένη αλληλουχία γεγονότων, δηλαδή δεν πρέπει αναγκαστικά να περνάς στη λύπη, ούτε να υποκρίνεσαι ότι η ζωή σου αλλάζει: Σπουδαίοι άνθρωποι θα υπάρχουν πάντα, όσο η θρησκεία δεν παίζει το ρόλο του ελεγκτή σε αυταρχικό βαθμό.

Ο Λούκης σίγουρα είναι ένας από αυτούς. 
Μια βραδιά στου Λούκη Μια βραδιά στου Λούκη Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 10:36 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.