Το εισιτήριο για την ιερή Λέσχη



Τη δήλωση του Ρότζερ Φέντερερ, «για να είμαι ειλικρινής, θα ήμουν χαρούμενος ακόμα και αν έχανα από τον Ράφα», την έχω ακούσει άλλη μία φορά.
Μάλιστα, την έχω ακούσει κυριολεκτικά. Μιλούσαμε στο τηλέφωνο με τον υπέροχο Έλληνα αθλητή Σπύρο Γιαννιώτη, ο οποίος προετοιμαζόταν για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Βαρκελώνης και ακόμα μία μονομαχία στη θάλασσα με το Γερμανό Τόμας Λουρτζ. Ένα θέμα θα μπορούσε να είναι η βεντέτα αυτών των δύο, αλλά ο Γιαννιώτης δεν το έβλεπε έτσι: «Ο Λουρτζ είναι ο μόνος αθλητής από τον οποίο επιτρέπω στον εαυτό μου να χάνει».

Ο Φέντερερ δεν ήθελε να το πει αυτό. Μετά το «to be honest», χαμήλωσε τον τόνο της φωνής του, σαν να συνειδητοποίησε ότι η χρήση του προσδιορισμού «happy» ήταν υπερβολική. Πράγματι, ήταν. Πριν από 8 χρόνια, το 2009, έχανε 3-2 σετ από τον Ναδάλ και δεν το είχε πάρει ανάλαφρα. Στη θέα του Ροντ Λέιβερ, ο Ρότζερ Φέντερερ έκλαψε σπαρακτικά. Ο Ράφα κρατούσε το τρόπαιο και τον αγκάλιασε. Ήταν, άλλωστε, το χαϊδεμένο παιδί του παγκόσμιου τένις και εκείνη η ήττα δε σήμαινε κάτι υπό την έννοια της εξουσίας: όταν ο Ελβετός νικούσε δεν είχε το καθήκον να παρηγορεί τον ηττημένο με τον τρυφερό τρόπο που το έκανε ο Ναδάλ στο κεντρικό κορτ. Είναι από τα πράγματα που συμβαίνουν, όπως ότι σε ένα φλερτ με μία κοπέλα… μεγάλου κυβισμού, το οποίο οδεύει σε παταγώδη αποτυχία («χυλόπιτα», μεταφράζεται στα σανσκριτικά»), υπάρχει μόνο δράση στην επικοινωνία, με τον πομπό και το δέκτη να είναι ίδιοι κάθε φορά. Από τότε που άρχισε να νικάει, ο Ρότζερ Φέντερερ για το σπορ του είναι ο Μότσαρτ ή ο Αλκιβιάδης: Πρέπει να κάνεις τα στραβά μάτια στις τρέλες τους, αν και, προς τιμή του για την τόση εξουσία και επιρροή που διαθέτει στον κόσμο του τένις, ο Φέντερερ δεν είναι ακόλαστος. Αντιθέτως, διαθέτει την αντίληψη που υπάρχει ως ουσία στο ρήμα «φαίνεται», στο ρητό που αναφέρει τη γυναίκα του Καίσαρα. Ό,τι έχει καταφέρει είναι να φαίνεται τίμιος και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό. Δεν θέλει πολύ. Στα κυριαρχικά χρόνια του συμβάδιζε με τον Τάιγκερ Γουντς, αλλά ένα κέρατο στην ξανθιά καλλονή σύζυγό του και νέες αποκαλύψεις για ερωμένες, μαζί με τον παραλογισμό της παρουσίας σε κλινική σεξουαλικής αποτοξίνωσης, τον έβγαλε από την εξίσωση. Ο Γουντς δεν μπόρεσε να ξανανικήσει.

Όλα αυτά τα χρόνια, ο μόνος αντίπαλος που αποδέχεται ο Φέντερερ για ισάξιο είναι ο Ράφα Ναδάλ.

Είναι η ίδια ιστορία από την αρχή. Όταν ξέμπλεξε από τους συνομήλικούς του, ο Φέντερερ έψαχνε να βρει το αντίπαλο δέος. Η «χρυσή» εποχή του ξεκίνησε με τον Ναδάλ το 2004, σε εκείνο το τουρνουά ΑΤΡ1000 στο Μαϊάμι. Η αίσθηση που μας έχει μείνει είναι ότι ο μόνος που σεβόταν ως ανταγωνιστή ο Φέντερερ ήταν ο Μάρατ Σάφιν. Ήξερε ότι οποιαδήποτε μέρα θα έπαιζε καλά ο υπέροχος Ρώσος, ο ίδιος θα είχε πρόβλημα, θα μπορούσε να πάει το παιχνίδι τους ως το τέλος. Επίσης, αναγνώριζε ως αντίπαλο τον Αργεντινό Νταβίντ Ναλμπαντιάν, αλλά μόνο σε ό,τι αφορά τους τεχνικούς όρους: Ο «Νάλμπο» αποδείχθηκε ότι δεν μπορούσε να αντέξει την πίεση και έχει παραμείνει στην ιστορία ως ένας από τους κορυφαίους τενίστες χωρίς Major, κάτι που είναι διαφορετικό από το να είχε κατακτήσει κάτι, εκτός από το Masters Cup του 2005 στη Σανγκάη, αφού αν είχε πάρει κάτι θα ήταν ένας ακόμα με ένα Major στην κατοχή του. Ο Φέντερερ γούσταρε τον Άντι Ρόντικ ως τύπο, αλλά ήξερε ότι θα τον νικούσε, ενώ με τον Λέιτον Χιούιτ δεν είχε πολλά πολλά: Από τη στιγμή που βρήκε τον τρόπο να τον ξεκλειδώσει το 2002, πριν τα 21 του, δεν είχε άλλα προβλήματα μαζί του. Στο US Open του 2004 τον νίκησε 3-0 σετ στον τελικό, με δύο
bagel, δηλαδή δύο σετ με 6-0 γκέιμς.

Ο Ναδάλ ήταν κάτι άλλο. Αφορούσε ξεκάθαρα στην έννοια του ανταγωνισμού. Από τότε που με το φρέσκο πρόσωπό του τον συνάντησε, υπό μία έννοια τον πήρε υπό την αιγίδα του. Ήταν ο Ρέι Λιότα με τον Ρόμπερτ ντε Νίρο στα «Καλά Παιδιά». Ήταν ο Τζόνι Ντεπ με τον Αλ Πατσίνο στο «Donnie Brasco». Η διαφορά είναι- και αυτό αποδείχθηκε στον τελικό της Κυριακής- ότι ο Ράφα δεν έχει προδώσει τον Ρότζερ ακόμα. Και αφού δεν το έκανε, μάλλον δεν πρόκειται.

Ο Ναδάλ έχει αποκτήσει τα περισσότερα τικ που έχει. Ξεκίνησε φτιάχνοντας τη βερμούδα του και κάνοντας βουντού στο σερβίς, αλλά τώρα αγγίζει φρύδια, μύτη, αυτιά, φτιάχνει τα μαλλιά του και όλα αυτά τόσο αστραπιαία που, αν δεις το πλάνο από μακριά, νομίζεις ότι κάνει ένα σταυρό, αν είναι αυτό δόκιμο, μίας άγνωστης θρησκείας. Πλέον, σηκώνει με κάποιον τρόπο και το μέτωπό του πια, ένα νέο σύμπλεγμα που αφορά στην ένταση που παίζει. Όσο μεγαλώνεις, τόσο περισσότερα πράγματα νιώθεις ότι πέφτουν στο τραπέζι. Η μονομανία και ο πρωταθλητισμός για πολλά χρόνια, τον Ιούνιο συμπληρώνονται 12 από τότε που ο Ράφα κατέκτησε το Ρολάν Γκαρός και κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης του τελικού μάς έφυγε ένα πνιχτό γέλιο όταν ακούσαμε από το δημοσιογράφο που περιέγραφε πως τα πορτοκαλί παπούτσια του είναι ειδική έκδοση, που γράφουν τον αριθμό 9 ο οποίος δείχνει τα Ρολάν Γκαρός που έχει πάρει, αφήνουν κουσούρια, μερικές φορές τόσο ζημιογόνα που μπορεί να πεθάνεις από αυτά. Έξω από το γήπεδο, ο Ράφα αποδεικνύεται γενναιόδωρος όσο ο Τζίμι Στιούαρτ στο «Wonderful Life». Κάθε φορά.

Ο Φέντερερ έχει αυτό που λέμε free pass παντού. Σε οποιαδήποτε λέσχη του κόσμου που ασχολείται με το τένις, ακόμα και σε εκείνες που αποδοκιμάζουν το γεγονός ότι πλέον το σπορ υπάγεται σε έναν κώδικα ποπ κουλτούρας. Στη Μελβούρνη πίνει τον καφέ του με τον Ροντ Λέιβερ, ο Κεν Ρόζγουολ του στέλνει επιστολές, ο Τόνι Ρότσε ήταν ο προπονητής του, με τον Ρόι Έμερσον έχουν κάνει διακοπές μαζί. Ο Φέντερερ τα έχει καλά με τις επόμενες γενιές: ο Τζον ΜάκΕνρο τον λατρεύει, ο Τζιμ Κούριερ γουστάρει να κάνει συνεντεύξεις μαζί του, ο Μπόρις Μπέκερ και ο Ιβάν Λεντλ είχαν σύννομο συμφέρον να είναι απέναντί του, ως προπονητές των Νόβακ Τζόκοβιτς και Άντι Μάρεϊ αντιστοίχως, ο Άντρε Άγκασι δεν τον αντιπαθεί, κάτι που είναι αρκετά σημαντικό και μόνο ο Μπγιορν Μποργκ, ο οποίος είχε σταματήσει το τένις στην ηλικία των 26 εντελώς ξαφνικά, φαινόταν ότι προτιμούσε τον Ναδάλ. Ακόμα και ο Πιτ Σάμπρας, που την απάθειά του δυσκολεύονταν να αποδεχθούν στο All England Lawn Tennis and Croquet Club, μία λέσχη που θυμίζει πολύ εκείνη που είχε σκαρφιστεί ο Ιούλιος Βερν να τοποθετήσει το Φιλέα Φογκ, πριν ο τελευταίος κάνει το γύρο του κόσμου σε 80 μέρες, είχε συνοδέψει τον Φέντερερ σε τρία παιχνίδια επίδειξης στα τέλη του 2007, ενώ τον Ιούλιο του 2009 ήταν εκεί για να χαιρετίσει τον τενίστα που θα τον περνούσε σε αριθμό Major, με 15, λιγότερα από 7 χρόνια από τη δική του συμπλήρωση, στο US Open του 2002, αν και ο ίδιος ο «Pistol Pete» πέρασε τον Ρόι Έμερσον το 2000, δηλαδή 29 ολόκληρα χρόνια μετά το ρεκόρ του Αυστραλού.

Φυσικά, πρόκειται και για τη λαϊκή επιταγή. Ο Ναδάλ είναι κάτι άλλο, χωρίς το διαμέτρημα του Φέντερερ, αλλά έχει τη συμπάθεια του Ελβετού, την οποία δεν μπόρεσε- και δεν μπορεί, ακόμα και στις μέρες μας, ακόμα και παρά το γεγονός ότι τον έχει νικήσει σε ξεχωριστές περιπτώσεις, σε δύο ημιτελικούς US Open σώζοντας 4 match points, σε δύο διαδοχικούς τελικούς Γουίμπλεντον, σε ακόμα έναν τελικό US Open, σε έναν ημιτελικό Ρολάν Γκαρός και σε τρεις ημιτελικούς Αυστραλιανού Όπεν- ο Νόβακ Τζόκοβιτς. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, με τον Τζόκοβιτς να τον έχει νικήσει 9 φορές σε Major, ακριβώς όσες και ο Ναδάλ, τότε το θέμα βρίσκεται στο ανθρώπινο πλαίσιο και ίσως και στο τάιμινγκ: Ένας ανταγωνιστής και φίλος είθισται να είναι αρκετός, δεύτερος δεν μπορεί να σταθεί. Ο Φέντερερ πιθανώς δεν εκτιμά τη… βαλκανικότητα του Τζόκοβιτς, το γεγονός ότι, εκτός από το ότι έκανε τη μηχανική κίνηση να ομοιάζει με επιπλέον σκέψη, είναι ισόποσα γελωτοποιός. Μιλάει μέσα του η καλή σχέση με τους legends, τους υπόλοιπους θρύλους και πιθανώς θεωρεί ότι ο Σέρβος παραείναι λαϊκό στοιχείο, ακόμα και αν το τένις, το οποίο είναι ακριβό σπορ για ερασιτέχνες και στις μέρες μας, παρά το γεγονός ότι δεν είναι ελιτιστής, παρά μάλλον η ελίτ, ένα γλυκό που παραγγέλνεται για να φτιαχτεί, ένα κοστούμι που ράβεται πάνω στον πελάτη στη Savile Row ,έχει το δικό του κομμάτι στην ποπ κουλτούρα πια.

Όσα επακολούθησαν στην απονομή με τον Ροντ Λέιβερ να του δίνει το τρόπαιο, τον Ναδάλ να στέκεται και με ένα ύφος χωρίς πάθος, χωρίς εκδήλωση συγκίνησης, να μιλάει για τη μονομαχία τους και τον αντίπαλό του, τον Φέντερερ να λέει ότι ευχαρίστως θα του έδινε την ισοπαλία, ήταν, εκτός από classy, ειλικρινή. Μπορεί στο τένις να συνηθίζονται οι καλοί λόγοι και οι έπαινοι για την προσπάθεια, όμως είναι πολλές οι φορές που αντιλαμβάνεσαι προς τη λήξη ότι οι αθλητές δεν εννοούν επακριβώς αυτά που λένε. Όχι σε αυτήν την περίπτωση. Ο Ροντ Λέιβερ πλησίασε τον Ναδάλ, ο οποίος τον χτύπησε χαδιάρικα τρεις φορές στο αριστερό μπράτσο του και στο τέλος, όταν έμειναν οι δύο τους, ο Ράφα αποφάσισε ότι είναι η ώρα να βγάλει ο νικητής μόνος του φωτογραφία, το έχει ζήσει από τη μία και από την άλλη πλευρά και τον χαιρέτησε με κάτι που δεν χρειαζόταν κόπο για να κατανοήσει κάποιος ότι ήταν αρκετά προσωπικό. Το βλέμμα του ήταν μελαγχολικό, χωρίς απογοήτευση και ο Φέντερερ έπιασε κατευθείαν τον παλμό, έμοιαζε με το βλέμμα που έχει η αναγνώριση του νομοτελειακού, ενός αποχαιρετισμού απαραίτητου, πλην όμως δημιουργού λεπτής θλίψης.

«Άντε, φίλε. Μιλάμε».  
Το εισιτήριο για την ιερή Λέσχη Το εισιτήριο για την ιερή Λέσχη Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 11:37 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.