Πώς να είσαι κανονικός


Υπάρχει μαγαζί στην Αθήνα που το wifi του είναι nikosgalis. Είναι ντροπή των πανταχού μπασκετικών να μην το έχουν κάνει στέκι τους.
Το wifi του είναι nikosgalis, που αφορά στην κορυφαία αθλητική φυσιογνωμία όλων των εποχών στην Ελλάδα, τη μόνη που μπορεί να ισχυρίζεται ότι η αύρα της γέννησε μία ολόκληρη (παρανοϊκή, εν πάση περιπτώσει, επειδή μιλάμε για μία χώρα που τα βρίσκεις κάπως με έναν στους είκοσι ανθρώπους, αρκεί να μην είναι απειλητικός) αθλητική εποχή.

Όπως τα χρόνια περνούσαν και η δεκαετία του ’90 συμβόλιζε την είσοδο στην και την έξοδο από την εφηβεία μου, ήταν αυτονόητο ότι ο Νίκος Γκάλης θα ήταν αναγνωρίσιμος από όλα τα παιδιά που επρόκειτο να γεννηθούν μετά τα ανδραγαθήματά του. Μάλιστα, η φαντασία δεν σταματούσε εκεί: θα ήταν γνωστός στα παιδιά χωρίς να χρειαζόταν να τους τον μάθει κάποιος. Θα τον ήξεραν με τρόπο μεταφυσικό, ακόμα πριν αναπτυχθούν σε έμβρυα, πριν καν υπάρξουν ως σκέψη. Θα τον γνώριζαν απλώς, θα ήταν καταχωρημένος ως γνώση εφάμιλλη με το να προστατεύεσαι από τους κινδύνους. Βεβαίως, τα μωρά δεν έχουν τέτοια γνώση, ούτως ή άλλως, αλλά νομίζεις ότι έχουν, όπως ακριβώς νόμιζα ότι όλα θα αναγνωρίζουν τον Γκάλη με την ίδια ταχύτητα που αναγνωρίζουν ότι αυτούς τους δύο τύπους που βρίσκονται από πάνω τους και κάνουν αστείες γκριμάτσες δεν πρόκειται να τους ξεφορτωθεί εύκολα.

Μέχρι το λυκαυγές του 21ου αιώνα είχε έρθει η πρώτη απογοήτευση. Υπήρχαν πιτσιρικάδες, όχι περισσότερο από μένα, που δεν ήξεραν τον Γκάλη. Δεν τους τον είχε μάθει κανείς. Οι τωρινές γενιές τον γνωρίζουν και τον αναγνωρίζουν περισσότερο από κάθε άλλη. Δεν είναι τυχαία η ροπή προς την τιμή του τα τελευταία χρόνια, που γιγαντώθηκε με το φιλικό στο Αλεξάνδρειο και την ονομασία του κεντρικού γυμναστηρίου σε «σάλα Νίκος Γκάλης» , ένα πραγματικά απίθανο δρώμενο και με την ονομασία του ΟΑΚΑ σε «Nick Galis Hall», αφού περισσότερο αποδίδεται στο zeitgeist, το πνεύμα με τις συνθήκες της εποχής και λιγότερο σε μία καθυστερημένη επιθυμία. Ο Γκάλης δεν τιμήθηκε όσον θα έπρεπε τα χρόνια μετά τη φυγή του από το μπάσκετ και την απομόνωσή του επειδή η ίδια η Ελλάδα ήταν πολύ απασχολημένη να ζει στη φούσκα της. Η εποχή δεν ήταν ακριβώς εύφορη, περισσότερο ήταν μανιασμένη. Όταν η Ελλάδα βρέθηκε στη θέση που έπρεπε να βρίσκεται σε ό,τι αφορά τη λειτουργικότητά της ως κοινωνίας, ο Γκάλης υπενθυμίστηκε ως ένας άνθρωπος που δεν συμβόλιζε απλώς το παρελθόν αλλά ήταν αυτό, περισσότερο από οποιοσδήποτε άλλος στην ελληνική κοινωνία. Και αυτό έγινε επειδή το παρελθόν έπρεπε να είναι καθαγιασμένο, χωρίς σκιές. Ή επειδή έπρεπε να μετατραπεί σε τέτοιο, με τρόπο που δεν γίνεται να συνδέεται με το παρόν.

Η πρότερη ανάλυση για τον Γκάλη*, ακόμα ένας μακρύς πρόλογος στο φεστιβάλ της Ατέρμονης Φλυαρίας, συνδέεται κάπως άκομψα με το «Λόγω Τιμής», υπό την έννοια ότι θα μπορούσα να αποφύγω την επεξήγηση, υπό την έννοια ότι, επειδή παγιώθηκε ως κατάσταση στην ηλικιακή κατηγορία που βρισκόμουν, ο αυθορμητισμός θα μπορούσε να με οδηγήσει σε μία διαφορετική έναρξη, σαν να γνωρίζουν άπαντες τη σειρά (αλλά εκείνες οι εποχές που πρόλαβα να γράψω για πράγματα που αφορούσαν συνομίληκους ή μεγαλύτερους, επειδή ήταν απαγορευμένο για τους εφήβους να μπουν στο ίντερνετ έχουν παρέλθει, όχι επειδή πλέον δεν απαγορεύεται αλλά διότι τα παιδιά που έχουμε τη διαφορά ηλικίας που τους επιτρέπεται να μη γνωρίζουν τη σειρά είναι πια μεγάλα). Εκείνη τη σειρά που παιζόταν στα μέσα της δεκαετίας του ’90, προς τα τέλη, στο Mega. Ήταν μία παρέα από μαθητές που ξεκίνησαν το ταξίδι τους από την τελευταία τάξη του σχολείου και έφτασαν στη μετεφηβεία. Στη δική μου εφηβεία, βέβαια, έμοιαζε προνόμιο να βρίσκομαι σε τέτοια παρέα και ουσιαστικά δεν τα κατάφερα ποτέ. Όποτε τυχαίνω, όμως, σε τέτοιες παρέες σταυρώνω τα δάχτυλά μου για να μείνουν όσο περισσότερο καιρό γίνεται μαζί. Το ίδιο κάνω προσφάτως με πέντε φίλες, οι οποίες είναι αρκετά μεγάλες, τουλάχιστον στα χρόνια που βρίσκονται μαζί, για να μη λογίζονται ως μία πιθανή στατιστική εξαίρεση.

*Δεν αναφέρεται το όνομα του μαγαζιού, όχι για να μη γίνει διαφήμιση αλλά, έτσι, για να μάθουν οι μπασκετικοί.  


Συνειδητοποιώντας ότι δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ ανδρικής και γυναικείας φιλίας, αφού όποια σχέση γίνεται ισχυρή την κάνει ο χωροχρόνος, δηλαδή το διάστημα που περνά από τη στιγμή που ρέει μέχρι να μπουν τα θεμέλια που θα αντέχουν τους κραδασμούς, είναι αρκετά εντυπωσιακό δρώμενο να παρακολουθείς, εντελώς αποστασιοποιημένος, πέντε κορίτσια να παίζουν πάνω στην ίδια τη δομή της σχέσης τους. Δεν ξέρεις πού ακριβώς βρίσκονται ή πόσα βολτ εκτοξεύονται στο συναισθηματικό κομμάτι που αφορά στα δίδυμα, όμως παραμένει εντυπωσιακό ότι στο διάστημα μίας δεκαετίας (χονδρικά) υπάρχει η τριβή που υποδηλώνει ότι η προηγούμενη φορά αντάμωσης δεν είναι απομακρυσμένη από την τωρινή και η τωρινή δεν πρόκειται να είναι από την επόμενη. Η διαφορετικότητα των χαρακτήρων, επίσης, την κάνει απρόβλεπτη, έστω κι αν οι πράξεις βρίσκονται σε σειρά προτεραιότητας. Το κρίσιμο στοιχείο, όμως, για μία παρέα που οδεύει μαζί σε ό,τι αποκαλείται κορυφαία δεκαετία στη ζωή των ανθρώπων, από τα 20 έως τα 30, δεν είναι η χημεία που προξενείται από τις αντιθέσεις. Είναι η αίσθηση του προνομίου, που μπορεί να σε κάνει σίγουρο ότι οψέποτε θα διατηρούνται οι δεσμοί. Δεν είναι σημαντικό, υπό την έννοια του να μη χρησιμοποιούνται πυρηνικά όπλα και να τρώνε τα παιδιά στη Μοζαμβίκη, αλλά είναι γλυκό γιατί κρύβει το «πάντα» και ίσως πρόκειται για κάτι που να μπορεί να ξεγελάσει το χρόνο, να πραγματοποιείται σε μία σκιά ή οι ανθρώπινοι νόμοι να μη δώσουν σημασία.

Σε μία παρέα συνήθως υπάρχουν διακριτοί ρόλοι: πιο αδιάκριτος είναι ότι βρίσκεται πάντα ένας που το βλέμμα του δεν κοιτάζει μπροστά, αλλά δεξιά και αριστερά, σε αυτούς που είναι δίπλα του. Την ώρα που οι άλλοι ψαχουλεύουν τις πιθανότητές τους για ένα ευοίωνο μέλλον, μην αναγνωρίζοντας την αλληλουχία των γεγονότων την οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχουν διδαχθεί στο σχολείο, υπάρχει κάποιος που δεν ασχολείται γιατί περνάει πολύ ωραία τώρα. Δυστυχώς για αυτόν, είναι θέμα συνθηκών, που δεν μπορεί να κρατήσουν για πάντα. Ένα παράδειγμα πολύ προφανές, αν και δεν συμφωνώ καθόλου ότι τα κορίτσια έρχονται στον κόσμο με σκοπό να αναπαράγουν το είδος τους, ασχέτως αν μπορούν να το κάνουν, είναι η αναπαραγωγική διαδικασία, η οποία συνεχώς απειλείται από χρονικά μέτρα και σταθμά.

Λοιπόν, ίσως χρειάζεται μερική αναδιατύπωση. Η έγνοια για το μέλλον είναι καθολική λειτουργία, αναπόφευκτη. Οπότε η διαφοροποίηση στις περιπτώσεις γίνεται με βάση την ποσότητα, αν και δεν υπάρχει μέτρο πόσο νοιάζεται κάποιος για τη συνέχεια της ζωής του. Το ζητούμενο είναι, στην προκειμένη, πόσο νοιάζεσαι για να διατηρηθεί το παρόν.

Είναι δύσκολο να το αντιληφθείς γενικά, με την έφεση στη συστολή που έχουν οι άνθρωποι όταν τους πρωτογνωρίζεις. Πρέπει να τους παρατηρείς τις στιγμές που είναι χαλαροί και, από την άλλη μεριά, είναι και η δική σου τάση για έκφραση που σε κάνει αξιοπαρατήρητο, ή όχι. Πάντως, με τη διάδραση που συμβαίνει στις παρέες- και την αναζήτηση του ατομικού χρόνου, η οποία μπορεί να γίνει ο προάγγελος κακών μαντάτων και να δημιουργήσει ένα ψυχωτικό μποτιλιάρισμα, ουδείς παρατηρεί κανέναν.


Υπάρχει, λοιπόν, εκείνος ο άνθρωπος που κοιτάζει δεξιά και αριστερά του. Είναι αυτός που, επειδή είναι ίδιον της ηλικιακής κατηγορίας, αναγκάζεται να κοιτάζει μπροστά και να διακρίνει θολούρα, συν τοις άλλοις να καμώνεται ότι βλέπει ξεκάθαρα τι συμβαίνει. Είναι εκείνος που ανησυχεί για τις διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά συναντά άρνηση, διότι αντί να λυθούν οι καταστάσεις με απλό τρόπο πρέπει να περάσουν από ένα περίπλοκο μοτίβο, το οποίο είναι αναγκαίο να υπερτονίζει τα κουλτουρέ στοιχεία της εκάστοτε προσωπικότητας η οποία αντιτίθεται στον ήρωά μας, κάτι που καθιστά την επικοινωνία ζοφερή. Όταν χάνεται το μήκος στο κύμα, ακόμα και οι σανίδες που κουβαλούν τους σέρφερ με την πιο τονωμένη (παράλογη) αυτοπεποίθηση πρέπει να μένουν στη στεριά. Τούτο είναι το πρόβλημα της συγκεκριμένης ηλικίας: Οι διαφορές που πρέπει να λύνονται με τη ματαιοδοξία να παραμένει αναλλοίωτη, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα της πολυασχολίας και του λίγου χρόνου, αντί για την εντρύφηση στην πραγματική πραγματικότητα, το ίδιο το μπέρδεμα. Είναι εκείνος που κοιτάζοντας τα πρόσωπα σκέφτεται ότι «δεν θα ήθελα να είμαι οπουδήποτε αλλού» και κατευθείαν τον πιάνει μία γλυκιά θλίψη, επειδή στο πίσω μέρος του μυαλού του η επιθυμία της παραμονής συνδέεται απευθείας με τον αποχαιρετισμό. Εκείνος που τα βρίσκει μπαστούνια στις ετερόφυλες σχέσεις, όχι επειδή ζητάει πολλά αλλά, διότι απαιτεί πολύ λίγα. Όχι μονιμότητα, όχι εγγυήσεις, όχι μία βάση για να χτίσει τη ζωή του. Αυτά έπονται αν το χάδι στο μάγουλο είναι το σωστό, δεν είναι δυναστικό και πιεστικό, δεν είναι τοξικό. Το ταλέντο στην αναγνώριση συνοδεύεται μερικές φορές από την αυταπάτη την οποία δημιουργεί η αμφιβολία, το «λες να κάνω λάθος;». Μέχρι που αποδεικνύεται ότι δεν κάνει λάθος, όχι γιατί ο μπήξας και ο δείξας είναι δυνάστες, αλλά διότι δεν έχουν καταλάβει ότι είναι αυτό που είναι και ότι η στατιστική στο συνταίριασμα αφήνει μικρά νούμερα σε ό,τι αφορά τη συγχρονικότητα, μαζί με την έλξη. Η επικοινωνία δεν είναι το απολύτως απαραίτητο συστατικό, αλλά η ασφάλεια, όχι όμως μία ασφάλεια ρέουσα, αλλά εκείνη του είμαστε μαζί επειδή στον κόσμο δεν γινόταν να μη συμβεί αυτό.

Είναι αυτός ο άνθρωπος που βλέπει ότι ο χρόνος είναι αυτός και οι άλλοι, που λέει και ο ποιητής. Εκείνος που πρόκειται να λείπει σε όλους, σιγά σιγά, σαν η απώλειά του να γίνεται δηλητήριο που βουλώνει τις συναισθηματικές αρτηρίες τους. Θα τους λείψουν οι αντιθέσεις του: πώς η παραμυθένια υφή γίνεται ενόχληση από τη μία στιγμή στην άλλη, πώς το αναποφάσιστο επίσης είναι οξύμωρο γλύκας και γκρίνιας, πώς η αφηρημάδα δεν σηματοδοτεί την έλλειψη του συναισθηματισμού αλλά είναι απλώς ίδιον, που τον κάνει ξεχωριστό. Δε θα είναι αργά: ποτέ δεν είναι αργά για έναν τέτοιο άνθρωπο, μια και χρόνος δεν υπάρχει. Μπορεί να είναι αργά, όμως, αν η μετάνοια είναι μισή, αν η επιστροφή γίνεται με όρους μωροφιλοδοξίας ή εξασφάλισης. Μπορεί να είναι αργά αν δεν πειστεί ότι αυτό που συμβαίνει είναι απλώς η συνέχεια εκείνης της εποχής της δοτικότητας, που τα σχέδια για το μέλλον είχαν πλάκα διότι μπορούσαν να γίνουν και δεν οδηγούσαν σε βάσανο, τη βάσανο που όλοι διαβαίνουμε όταν από άνθρωποι που θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο μετατρεπόμαστε σε πλάσματα που θέλουμε να σώσουμε τον εαυτό μας.
Πώς να είσαι κανονικός Πώς να είσαι κανονικός Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 2:30 AM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.