Ένα μπουρδέλο είμαστε


Μία υπόθεση για την ανωμαλία είναι ότι πρέπει να την καταλαβαίνεις για να τη χαρείς. Ουσιαστικά, δεν πρόκειται για ανωμαλία, αλλά για ανωμαλία μέσα στην ανωμαλία.
Ουδείς πάει αρκετά καλά ώστε να μπορεί μέσα σε ένα σύνολο να διατηρεί την ψυχραιμία του όταν παρέλθει ο χρόνος συστολής. Ούτε κάποιος έχει τόση ακρίβεια στην οξύνοια ώστε να μπορεί να συνδυάσει τη διάρκεια με την ταχύτητα και να υποκρίνεται ένα λαϊφσταϊλάτο προφίλ για πολύ καιρό χωρίς να προδίδεται. Ο έρωτας είναι ακριβώς αυτό, εξάλλου: Μπαίνεις στη διαδικασία να νομίζεις ότι κάποιος ή κάποια είναι αυτό που φαντάζεσαι στο τέταρτο, τη μία ώρα ή το δίωρο, αγνοείς τις προειδοποιήσεις και όταν, τελικά, καταλαβαίνεις ότι τα σημάδια όντως κάτι ήθελαν να σου πουν, το χειρουργικό χέρι σε αρπάζει και σε μεταβιβάζει στη συνήθεια, από την οποία είναι σχεδόν απίθανο να βγεις χωρίς να κλείσεις με γδούπο την πόρτα.

Στην Αθήνα χιόνισε δύο φορές σε απόσταση σχεδόν 10 ημερών. Τα ξημερώματα της Πέμπτης 30 Ιανουαρίου και τη Δευτέρα 9 Ιανουαρίου. Εξ όσων θυμάμαι, είναι κάτι σαν ανεπανάληπτο. Εν τω μεταξύ, κάνει πραγματικό, καθαρό κρύο. Οι κάτοικοι της πόλης μπορεί να διεκδικούν δάφνες για το πόσο κρυώνουν, με αποτέλεσμα να υπάρχει αντίδραση από ανθρώπους που ζουν σε μέρη που η ψηλότερη θερμοκρασία τριμήνου είναι η χειρότερη χαμηλότερη θερμοκρασία της Αθήνας, παρ’ όλα αυτά κάποιος πρέπει να σκέφτεται την αναλογία. Ότι, δηλαδή, το Μόντρεαλ και το Όσλο είναι περιπτώσεις ούτως ή άλλως μη συγκρίσιμες, οπότε να πεταχτεί κάποιος και να με κρίνει επειδή θεωρώ ότι ο -1οC είναι του ματς, αν και στα βόρεια ο -1 επιδέχεται βραδινή ζακέτα. Είναι ούτως ή άλλως μάταιο να ασχολείσαι με τον καιρό, από εκείνες τις μάταιες καταστάσεις που δεν είναι μόνο, αλλά φαίνονται κιόλας.

Την Τρίτη, όπως και όλες τις προηγούμενες μέρες, ο κόσμος ξύπνησε το πρωί και ο ήλιος είχε απλωθεί στην πόλη. Δεν ήταν ήλιος με δόντια, ούτε μία κιτρινωπή φάρσα που θα δημιουργούσε τη μιζέρια της ελπίδας. Ήταν ένας καθαρός χοντρός θεός, που έδινε χρώμα στη ζωή των ανθρώπων που κινούνταν. Ήταν εκείνο το είδος του ήλιου που, αν έχεις ηλιακό θερμοσίφωνα στο σπίτι, ζέσταινε το νερό. Δεν πηγαινοερχόταν, αλλά στεκόταν ψηλά, παρατηρώντας τους περαστικούς που ίσως και να μη συνειδητοποιούσαν ότι ο πάγος με τον οποίο αντάμωναν κάθε 10 βήματα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον ουρανό. Δεν ήταν άσπρη η μέρα, ήταν φωτεινή. Όπως οι προηγούμενες. Τότε που ήρθε στη μνήμη ο Παναγιώτης Φασούλας, ο οποίος μπήκε μέσα στα αποδυτήρια του Ολυμπιακού, μετά το 3-1 στους τελικούς πρωταθλήματος με την ΑΕΚ το 1997, τραγουδώντας, «ένα μπουρδέ- ένα μπουρδέλο είμαστε».

Ο Φασούλας, μία από τις θαυμάσιες πολιτιστικές φυσιογνωμίες της Ελλάδας τα τελευταία 30 χρόνια, είναι αρκετά κυνικός για να ξέρει ότι η σοβαροφάνεια είναι ένα σπυρί στον κώλο της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Το πιθανότερο είναι ότι στον πολιτικό στίβο δεν τα κατάφερε επειδή του έλειπε η υπομονή, αλλά αυτό είναι μόνο μία υπόθεση εργασίας. Το θέμα βρίσκεται στον πρώτο πληθυντικό. Αυτό το «είμαστε», που λέει απαξάπασα την αλήθεια, είναι η πεμπτουσία στην υπεροχή της ανωμαλίας απέναντι στην οργάνωση.

Η έλλειψη αντίληψης δεν είναι πάντα ανεπιτήδευτη. Δεν είναι αμελητέα η ποσότητα της ίδιας με την αχαριστία, οπότε πρέπει να διαλέξεις το στρατόπεδό σου, αναγκαστικά. Ακόμα και αν θεωρείς ότι είναι προσωρινή η εκτίμηση στην γκρίνια, είναι πολύ δύσκολο να αποδεσμευτείς από τις μέγγενές της. Όταν φτάνεις να γκρινιάζεις, το κάνεις για οτιδήποτε, αλλά όπως συμβαίνει με την άδολη κακία, είναι λίγοι οι άνθρωποι που η γκρίνια τους δίνει ζωή, τους προσθέτει χρόνια. Οπότε οι περισσότεροι γκρινιάζουν… έτσι, χωρίς να είναι ανόργανα κερδοφόρο. Γκρινιάζουν για να αισθάνονται ότι έρχονται από πίσω, ότι δεν είναι βλάσφημοι, γκρινιάζουν επειδή μερικές φορές νιώθουν ότι υπάρχει μία αόρατη σύνδεση μεταξύ της παραδοχής ότι είναι χαρούμενοι και της επίγνωσης ότι αν το παραδεχθούν θα πάψουν να είναι. Δεν ανάγεται σε παραλυτική ανωμαλία η εν λόγω σκέψη, παρ’ όλα αυτά είναι εντελώς διαφορετικό να «στολίζεις» την κατάσταση με αμφιλεγόμενες αναλύσεις για το γεγονός ότι δεν ζεις την ποιότητα ζωής που θα ήθελες, αν και είναι πιθανό να μην το κάνεις για να μη γεννήσεις το φθόνο κάποιου που ενδεχομένως να θεωρεί το ίδιο με σένα για τον εαυτό του και στην ουσία του πράγματος να βρίσκεται πολύ κοντά στην αλήθεια.

Και φτάνεις σε ένα σημείο να αναρωτιέσαι πράγματα όπως, «αν ήμαστε ένα κράτος κοινωνικής πρόνοιας θα ήταν έτσι ο καιρός» ή, λιγότερο μεταφυσικά, «με αυτόν τον καιρό, θα μπορούσαμε να είμαστε ένα κράτος κοινωνικής πρόνοιας;». Τις προάλλες είχα αυτή τη συζήτηση με μία γυναίκα η οποία εξεμάνη, διότι επιχειρηματολόγησα με τη συνηθισμένη ατάκα περί καιρού και μου αντεπιχειρηματολόγησε με το κρύο. Πέραν, όμως, ότι ήταν απλώς το τάιμινγκ που τη βοηθούσε, λογικά ξύπνησε το πρωί και ανοίγοντας τις τζαμαρίες για να αεριστεί το σπίτι της, είδε τον ήλιο να απλώνεται στον κόσμο. Ίσως να μην μπορεί να φανταστεί, επειδή απλώς ισχυρίζεται ότι ζει σε μία χώρα αναίσθητη, αν και έχει μία αξιοπρεπή δουλειά και μπορεί να συντηρήσει άνετα την οικογένειά της, ότι αυτή η ευλογία την οποία ουδείς μας δικαιούται έρχεται, όχι τον Μάιο ή τον Σεπτέμβριο, αλλά το βαθύ χειμώνα, στο ίσως πιο μακρύ σε διάρκεια τσουχτερό κρύο της τελευταίας εικοσαετίας, για να γίνει ρυθμιστής των διαθέσεών μας, να μας κρατήσει ζωντανούς και, παρά το γεγονός ότι δεν μπορούμε να βγάλουμε τα χέρια από τις τσέπες μας, να βλέπουμε τον κόσμο με άλλο μάτι, ένα κλικ λιγότερο δοτικά έστω από τον τρόπο με τον οποίο θα τον παρατηρούσαμε αν επιστρέφαμε από μία άδεια παραλία στη μέση του πουθενά ένα αυγουστιάτικο απόγευμα, την ώρα της δύσης, για να προϋπαντήσουμε την ανθρώπινη επαφή.

Είμαστε ένα μπουρδέλο, όπως το είπε ο Παναγιώτης Φασούλας. Δεν το ζητήσαμε, πιθανώς θα προσαρμοζόμασταν σε κάθε συνθήκη. Κάθε δουλειά προγραμματισμένη είναι, όμως, ένα σφίξιμο, κάθε μικρή υποχρέωση μπορεί να γίνει η βάση ενός κάστρου άγχους, αλλά τις ημέρες που το ψύχος δεν φείδεται επίθεσης, τα πρωινά και τα μεσημέρια, υπάρχει αυτό το φως, ακαταπίεστο, που απλώς απλώνεται χωρίς να προσπαθεί να κάνει κάπου κουμάντο, παρά μόνο να υπενθυμίζει ότι η διάθεση δεν είναι ποσότητα αμελητέα. Μόνο η έλλειψή της επισπεύδει την κεβορκιανή βουτιά στο βάλτο της Στύγας. 
Ένα μπουρδέλο είμαστε Ένα μπουρδέλο είμαστε Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 4:32 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.