Τον έλεγαν Λεονέλ Ρουγκάμα, τον έλεγαν Χάκομπο Άρμπενς


Στο ίδρυμα ένας φώναξε: «Ματαιοπονείτε». Ήταν μία ανάμνηση από το παρελθόν, αλλά πολύ ταιριαστή στη συγκεκριμένη στιγμή. Η ματαιοπονία είναι το ίδιο οικείο αναπόσπαστο μέρος της ζωής με την ελπίδα. Ενδεχομένως να φιλτράρεται με την ηλικία, αλλά όλα θέλουν μία προετοιμασία για να μάθεις να ζεις μαζί τους.


Η ματαιοπονία απαντάται συχνά στην ευρυζωνικότητα. Είναι μάταιο να αγωνιάς για ό,τι παρουσιάζει κάποιος ως βαθιά σκέψη του, κάποιος που δεν βλέπεις, κάποιος που πιθανότατα δεν μπορεί να έχει τη σκέψη που παρουσιάζει ως βαθιά, διότι σχολιάζοντας την επικαιρότητα είναι απίθανο να προλάβεις να εμβαθύνεις. Στα δίκτυα δεν μας φαίνονται όλοι έξυπνοι, αλλά όλοι μοιάζουν να έχουν κάτι. Σίγουρα, αυτό που έχουν είναι κάτι να πουν.

Τι γίνεται αφού προσπαθήσεις να αλλάξεις τον κόσμο; Ήταν η εφηβεία τότε και ένας εμπνευσμένος καθηγητής μάς είπε ότι είμαστε εμείς που θα αλλάζαμε τον κόσμο. Στην Α’ Λυκείου, δεύτερο θρανίο από τα αριστερά, άλλη μία μέρα που οποιοδήποτε οργανικό φαινόμενο θα υπερίσχυε, δεν έμοιαζα με τέτοιον τύπο. Ουδείς έμοιαζε. Το θυμάμαι, 20 χρόνια πριν, να το λέει και ήταν τόσο ισχυρό που έμοιαζε με κάλεσμα της μοίρας. Στα άσχημα εφηβικά πρόσωπα ήταν εμφανής η έλλειψη οξυδέρκειας. Αλλά αφού προσπαθήσεις να αλλάξεις τον κόσμο τι γίνεται; Τι θα συνέβαινε αν κατάφερνες να τον αλλάξεις;

Είναι μία από τις πολλές ερωτήσεις που σχηματίζονται αυτήν την εβδομάδα, μετά το θάνατο του Φιντέλ. Και παρά τη διαρκή ξεφτίλα της προσωπικής γνώμης στο μαζικό φούρνο μικροκυμάτων που λέγεται social media, μου είναι ανοίκειο πώς εν ριπή οφθαλμού ο Κάστρο παρουσιάζεται ως δικτάτορας. Και είναι ακόμα πιο γελοίο το γεγονός ότι η απουσία των μεγάλων ηγετών παρουσιάζεται στα μίντια ως απόλυτη ευκαιρία για να μειώσουν την προσωπικότητα του ανδρός.
Δεν ξέρω τι ήταν ο Κάστρο. Ο άνθρωπος, όμως, είναι ον αδύναμο, που η σκέψη του για το χρόνο αναδεικνύει πόσο ευάλωτος είναι. Τα 90 χρόνια είναι 32.850 μέρες, χονδρικά. Ο Φιντέλ έζησε σχεδόν 33.000 μέρες. Από αυτές τις μέρες όσοι έχουν μελετήσει την ιστορία του και ημερολογιακά πιθανότατα μπορούν να σημειώσουν 20. Με την Πρωτοχρονιά του ’59 για κορωνίδα. Την Πρωτοχρονιά της ελεύθερης Κούβας, χωρίς τους Αμερικανούς πάνω από το κεφάλι της, ως συνεργάτες. Και ενώ κάποιος θα περίμενε ότι αφού ο «Καβαλάρης» επέλεξε να έχει για συνεργάτες κομουνιστές, οι Αμερικανοί έφθασαν στον Κόλπο των Χοίρων. Το 1961. Αν και η Φλόριντα- από την οποία μπορείς να κοιτάξεις την Κούβα- έγινε ουσιαστικά κέντρο των Ενόπλων Δυνάμεων, δεν πλησίασαν περισσότερο. Στο βιβλίο του «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως», ο Εντουάρντο Γκαλεάνο κάνει ένα αστείο κάθε φορά που αναφέρεται στα Παγκόσμια Κύπελλα. Τιτλοφορεί το κεφάλαιο με τη χρονολογία «Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970» και γράφει τι συνέβη εκείνη τη χρονιά και σε κάθε Μουντιάλ από το 1962 και έπειτα κάνει το συγκεκριμένο αστείο: «Καλά πληροφορημένες πηγές στο Μαϊάμι ανακοίνωναν την ανατροπή του Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος θα κατέρρεε από στιγμή σε στιγμή».

Ο Κάστρο, που την Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου, είναι προγραμματισμένη η κηδεία του, ήξερε το πιο απλό μυστικό: Πάντα επιθυμούμε τα προηγούμενα χρόνια μας. Πάντα εξιδανικεύουμε τα γεγονότα που ζήσαμε και αυτό συμβαίνει για ένα λόγο που θα έπρεπε να είναι επαρκής: Τη βαρύτητα. Η δυσθυμία της ανικανότητάς μας καθιστά το παρόν μας θλιβερό και εξιδανικεύει το παρελθόν μας. Είναι ο λόγος που γενιές και γενιές παιδιών άκουγαν τους γονείς τους να μιλούν διθυραμβικά για τα νιάτα τους. Όσο περνούν οι μέρες και δαπανώνται πιο γρήγορα τόσο πιο κατανοητό γίνεται το «εγώ στην ηλικία σου έπιανα πουλιά στον αέρα». Η μετάβαση από τα νιάτα στη μέση ηλικία και στο μέστωμα δεν διακόπηκε από την κεβορκιανή βουτιά στον βάλτο της Στύγας ούτε από την πτώση από μία σφαίρα ή από περισσότερες. Συνεχίστηκε και, όταν κάτι συνεχίζεται, κακοφορμίζει. Αυτός είναι νόμος της φύσης. Είναι σαν την υπομονή που μία γυναίκα (θήραμα) βάζει τον άνδρα (κυνηγό) σε διαδικασία να κάνει και όταν η φάση λακίζει εστιάζει στην έλλειψη συναισθηματικού πλάτους, αντί να διακρίνει την οργανική αλήθεια, το συνδυασμό τεστοστερόνης και αδρεναλίνης, που καθιστά αδύνατον να διατηρήσει την αγωνία στην προσέγγιση. Κρίμα που σε τούτο το συνονθύλευμα η συγκεκριμένη ανάλυση θα πάει άπατη.

Ο Κάστρο πέρασε μια ζωή κρατώντας τους Αμερικανούς έξω από την Κούβα. Δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε τη δύναμη που χρειάζεται για αυτό το κατόρθωμα. Λίγο πριν περάσει από το Κογκρέσο η 13η διακήρυξη, κάποιος αναρωτήθηκε «τι θα κάνουν οι μαύροι αν τελειώσει η δουλεία;». Και άλλος απάντησε, «θα είναι ελεύθεροι, αυτό θα κάνουν». Τώρα, όσο ποιητικό και ακούγεται αυτό, υπάρχει μία παραμυθένια αίσθηση. Εκείνη ότι η ζωή σταματάει. Από μικρός ονειρευόμουν τη μέρα που θα ξυπνούσα και δεν θα είχα υποχρεώσεις, ενώ την προηγούμενη νύχτα θα είχα καταφέρει κάτι τρανό. Το μέλλον θα ήταν κυριολεκτικά άδηλο και απρογραμμάτιστο, τόσο άδειο, που η ζωή θα ήταν απλώς φωτεινή και τίποτα άλλο. Ακόμα και οι ποδοσφαιριστές που κατακτούν το Παγκόσμιο Κύπελλο δεν μπορούν να το βιώσουν, διότι την επόμενη μέρα μετρούν αντιστρόφως πιθανότατα για την προετοιμασία της επόμενης χρονιάς. Ο μόνος που φαντάζομαι ότι έχει νιώσει κάτι παρόμοιο είναι ο Μάικλ Τζόρνταν, μετά τους τελικούς του ΝΒΑ το 1998. Για αυτό και είναι ο κορυφαίος που έχει υπάρξει. Απλώς η λύσσα του και μόνο για τη νίκη τον έκανε τόσο άρρωστο που είναι ένα ενδεχόμενο να ήθελε να ξυπνήσει το πρωί για να τρίψει στα μούτρα κάποιου τι έκανε στον Μπράιον Ράσελ και τους Τζαζ.

Η Πρωτοχρονιά του ’59 πέρασε. Ο Κάστρο δεν είχε ιδέα τι να κάνει με την Κούβα. Ήξερε μόνο ότι δεν ήθελε τους Αμερικανούς αγάδες στο κεφάλι της και τσιφλικάδες στα εδάφη της. Και έμαθε ότι οι άνθρωποι πολύ γρήγορα θα νοσταλγούσαν την εποχή του Μπατίστα. Όχι αυτή καθαυτή την εποχή, αλλά, διά της εις άτοπον απαγωγής, εκείνη, τη μόνη που απέμενε. Οι Κουβανοί μπορούσαν, όλα αυτά τα χρόνια, να κάνουν ό,τι ήθελαν, εκτός από το να επιτρέψουν στους Αμερικανούς να αποκτήσουν και πάλι πρόσβαση μέσα στη χώρα. Όλα εξηγούνται με την επιστήμη, αλλά, αν δεν γνωρίζεις, βοηθάει και η μοίρα. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που ο Κάστρο πέθανε τη χρονιά που ένας Αμερικανός Πρόεδρος επισκέφθηκε τη χώρα του.

Ο Φιντέλ έζησε πάνω από 90 χρόνια. Είναι πολλά. Σε εκείνη τη σύσκεψη του ΟΗΕ που έβγαλε τον περίφημο λόγο το 1979 ρωτήθηκε αν φορούσε αλεξίσφαιρο.Ξεκούμπωσε το επίσης διάσημο στρατιωτικό πουκάμισό του και εμφανίστηκε μόνο το γυμνό στέρνο του. «Έχω πανοπλία ηθικής», είπε. Πανοπλία ηθικής. Η ποίηση βρίσκεται παντού, εκτός απλώς από το να ταιριάζεις τις λέξεις μεταξύ τους λες και είσαι ο Φίλιππος Πλιάτσικας.

Κάποιοι ονειρεύτηκαν ελεύθερη πατρίδα και δεν έζησαν 90 χρόνια. Πέθαναν ελεύθεροι πολιορκημένοι, που θα λογόπαιζε αντιφάσκοντας και ο ποιητής, σε μία από τις πιο ταιριαστές λεκτικές αντιθέσεις όλων των εποχών.

Τον έλεγαν Λεονέλ Ρουγκάμα, δεν είχε κλείσει ακόμα τα 21 του. Είχε γράψει το ποίημα «Η Γη είναι ο Δορυφόρος του Φεγγαριού». Πωρωμένος από το Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας, με εμπνευστή τον Κάρλος Φοσένκα Αμαντόρ, ο Ρουγκάμα τίθεται απέναντι στις γενιές των Σομόζα που σφάζουν το λαό στη Νικαράγουα. Εκείνη την εποχή δικτάτωρ είναι ο Τσατσίτο, ο γιος του Τσάτσο. Είναι 15 Ιανουαρίου του 1970 όταν ένα απλό παιδί με γυαλιά, ένας μιγάς, τίθεται απέναντι στο σώμα της Εθνικής Ασφάλειας της Νικαράγουας. Έχει για παρέα τους αντάρτες Σαντινίστας, τον Ρότζερ Νούνιες Νταβίγια και τον Μαουρίτσιο Ερνάντες Μπαλντιζόν. Τρεις άνθρωποι, μία εύθραυστη λογοτεχνική φύση, απέναντι σε ένα στρατό που έχει εντολή να σφάξει τους αντάρτες.

Τον έλεγαν Χάκομπο Άρμπενς. Ήταν ο άνθρωπος-κλειδί στην επανάσταση της Γουατεμάλας, αφού εναντιώθηκε στην αμερικανοποιημένη δικτατορία της χώρας και τα έβαλε με τη United Fruit, την εταιρεία μπανάνας που ήλεγχε όλο το δίκτυο επικοινωνίας της Γουατεμάλας. Ήταν η προσπάθειά του ως ριζοσπάστη Προέδρου της Γουατεμάλας, από το 1951 έως το 1954, απέναντι στους κτηνώδεις παραγωγούς πιθηκοποίησης, την εταιρεία που τώρα λέγεται Chiquita, που ενέπνευσε τον Ερνέστο Γκεβάρα για το δικό του αντάρτικο στη Σάντα Κλάρα. Το 1952 ο Χάρι Τρούμαν προσπαθεί, με τη βοήθεια του δικτάτορα της Νικαράγουας Τσάτσο Σομόζα, να τον ρίξει. Δεν τα καταφέρνουν, αλλά για 9 μέρες τον Ιούνιο του 1954, με την ευλογία του ΟΑΚ (Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών) αμερικανικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν τους Γουατεμαλτέκους. O στρατός της χώρας αρνείται να πολεμήσει και στήνεται ένας αντιαρμπενσικός ραδιοφωνικός σταθμός, με υποτίθεται έγκυρα νέα. Δέκα χρόνια πριν ο Άρμπενς ηγείται της επανάστασης του πόπολου που ρίχνει τον δικτάτορα Χόρχε Ουμπίκο και στις 27 Ιουνίου του 1954 αναγκάζεται να παραιτηθεί. Είναι η μέρα που στη Γουατεμάλα τραγουδούν τον ύμνο των ΗΠΑ. Ο Άρμπενς με τη σύζυγό του, Μαρία Βιλανόβα, και τα παιδιά του, Αραμπέλα, Λεονόρα, Χάκομπο Άρμπενς τζούνιορ, καταφεύγουν στη μεξικανική πρεσβεία στην πατρίδα του, που μένουν για 73 μέρες. Η CIA πιάνει δουλειά και όταν, τελικά, φεύγουν, γδύνουν τον Άρμπενς ενώπιον των Γουατεμαλτέκων και τον ντροπιάζουν. Θεωρείται persona non grata για χρόνια και η οργή προς το πρόσωπό του κλιμακώνεται ειδικά το 1960, όταν φτάνει στην Κούβα προσκεκλημένος του Κάστρο αλλά αρνείται να αναλάβει επαναστατικά κινήματα, αφού ήδη έχει καταβληθεί από την απαισιοδοξία του. Την ίδια χρονιά η Αραμπέλα αυτοκτονεί και στις 27 Ιανουαρίου του 1971, στην πόλη του Μεξικού, φεύγει από τον κόσμο.


«Αφήστε μας ήσυχους», φωνάζουν ορισμένοι κοιτάζοντας ένα χιονισμένο τοπίο. Ακούγεται έκτακτα στην ιστορία του ανθρώπινου είδους. «Δε σας θέλουμε», συνεχίζουν. «Θέλουμε να μείνουμε μόνοι μας κι ας ζούμε χειρότερα. Φύγετε από το κεφάλι μας». Ο Κάστρο κατάφερε να κάνει αυτό το ανθρωπιστικό όνειρο πραγματικότητα. Ο Άρμπενς και ο Ρουγκάμα απλώς το ονειρεύτηκαν. Κι αν αυτό είναι, τελικά, δικτατορία, επειδή ο «Καβαλάρης» δεν μπορούσε να βασιστεί στην ανθρώπινη κριτική σκέψη για να διοικήσει μία χώρα επί σχεδόν 60 χρόνια, ας είναι. Το ότι μπόρεσε να κρατήσει τους Αμερικανούς έξω από ένα μέρος όπου ήθελαν να μπουν είναι κατόρθωμα εφάμιλλο της ανακάλυψης του google. Μεγαλώνοντας, χάνουμε το αισθητήριο για το τι είναι ελευθερία. Είναι ο παιδότοπος, η αχανής αλάνα. Όταν μειώνουμε το χώρο μας, εξαφανίζουμε τον παιχνιδότοπο στην ηλικιακή αναλογία του. Πτωχεύουμε πνευματικά. Και φοβόμαστε το μέλλον μας ως ανεξάρτητων ανθρώπων.Τι επρόκειτο, άλλωστε, να κάνουμε με τόσο χώρο, ως ελεύθεροι; 
Τον έλεγαν Λεονέλ Ρουγκάμα, τον έλεγαν Χάκομπο Άρμπενς Τον έλεγαν Λεονέλ Ρουγκάμα, τον έλεγαν Χάκομπο Άρμπενς Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 6:08 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.