Η αγεωγράφητη βλακεία


Η Ιταλία προσπάθησε μόνο μία φορά στη σύγχρονη ιστορία της, μετά τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δηλαδή, να ενοχλήσει τον κόσμο με την παρουσία της.
Ήταν αυτήν την εικοσαετία μέχρι να ξεκινήσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, όταν ο Μπενίτο Μουσολίνι πήγε στη Ρώμη για το περίφημο πραξικόπημα που ενέπνευσε τον Χίτλερ να κάνει το δικό του «πραξικόπημα στην μπυραρία» στο Μόναχο, πριν κατέβει στο Βερολίνο, και τελικά μετάνιωσαν την ώρα και τη στιγμή (αν εξαιρεθούν τα δύο Παγκόσμια Κύπελλα, το 1934 στη Ρώμη και το 1938 στο Παρίσι, που πάντα θα προστίθεται στη σούμα) που συμμετείχαν σε όλο αυτό το πανηγύρι. Ποδοσφαιρικά, μόνο η Γιουβέντους μπορεί να αναδείξει τι σημαίνει Ιταλία. Μόνο η Γιουβέντους είναι το κατ’ εξοχή ιταλικό προϊόν που σε κάνει να καταλαβαίνεις την εσώτερη καύλα, που για τους έξω είναι δυσνόητη. Μέχρι και ευρωπαϊκό τίτλο μπορεί να πάρει αυτός ο χασογκόλης των μεγάλων παιχνιδιών, ο Γκονζάλο Ιγκουαΐν, με τη Γιουβέντους. Γιουβέντους, βεβαίως, δεν είναι μόνο η ίδια η ομάδα. Είναι και ο ήδη μυθικός Αντόνιο Κόντε, που πάει να (και θα) πάρει το αγγλικό πρωτάθλημα με την Τσέλσι. Είναι και ο Μάσιμο Καρέρα, βοηθός του Κόντε στη Γιουβέντους, που έχει πιθανότητες να πάρει το πρωτάθλημα στη Ρωσία με τη Σπαρτάκ Μόσχας.

Η Ιταλία γύρισε σελίδα αμέσως μετά το Β’ Παγκόσμιο. Κατάλαβε ότι δεν είναι μία επιθετική χώρα. Έχει τους μπελάδες και τα προβλήματά της. Έχει τα οικονομικά προβλήματά της. Έχει τους κουτοπόνηρούς της, τους σκανδαλώδεις της. Όποτε συμβαίνει κάτι τέτοιο, η εθνική υπερηφάνεια της ανυψώνεται αυτομάτως. Το 1982 και το 2006 το ιταλικό ποδόσφαιρο είχε πληγεί από σκάνδαλα στημένων παιχνιδιών. Ήταν οι δύο χρονολογίες που η Ιταλία πήρε τα δύο τελευταία Παγκόσμια Κύπελλά της. Γυρνώντας από τους νεκρούς. Ο μύθος αναφέρει ότι, για να μείνει η Γιουβέντους στην πρώτη κατηγορία στην περίπτωση των αρχών της δεκαετίας του ’80, ο Τζιάνι Ανιέλι απείλησε ότι θα απειλήσει όλους τους εργαζόμενους στα εργοστάσια της FIAT. Την επόμενη φορά, 26 χρόνια μετά, η «Γηραιά Κυρία» δεν τη γλίτωσε. Υποβιβάστηκε στη Γ’ Εθνική και γύρισε στην Α’, για να εγκαθιδρύσει γρήγορα τη νέα κυριαρχία της, καθαρή, αδιάφθορη και αμόλυντη.

Έχοντας συμπληρώσει ένα χρόνο γράψιμο στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα, μια και ήταν 18 Δεκέμβρη όταν δημοσιεύθηκε το πρώτο κείμενο, μπήκα και στη διαδικασία να θυμηθώ πότε ήταν η πρώτη φορά μια και στις 31 Δεκεμβρίου είχε γραφτεί ένα κείμενο για την Ελλάδα: πώς το χάος της την κάνει να επιζεί. Μπορεί να προβληματιζόμαστε, αλλά τούτο ισχύει μόνο όταν οι βιορυθμοί μας δεν είναι ικανοί να ακολουθήσουν αυτό το χάος, Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για ό,τι μας βολεύει σε μία κατάσταση. Και αν ψάχνουμε για ένα χάος που να έχει πιο ανθρωπιστική τάση, είναι χρηστό να διαφημίζουμε τον άβουλο αλτρουισμό, αλλά η πραγματικότητα, που πάντα έρχεται, είναι σκληρή. Το ανθρωπιστικό λέβελ μας έγκειται συνεχώς στο πλεόνασμα ή το έλλειμμα εκείνων που κάνουμε σε σχέση με εκείνα που μας κάνουν.

Βεβαίως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι μέσα από τη σχεδόν έμφυτη αλλά μάλλον σύμφυτη ανόργανη αδυναμία δημιουργείται η συνωμοσία των αντιφάσεων: δεν πρέπει να τονίζεις την αντίφαση στις αξίες που διαφημίζω αλλά δεν τηρώ, χώνωντας το κεφάλι μου σε οποιαδήποτε πόρτα γράφει «Σωτηρία» από έξω και, με τη σειρά μου, θα αλληθωρίσω όταν πρόκειται να διαψεύσεις το δικό σου ηθικό κανόνα. Ό,τι υπάρχει, ωστόσο, πάνω από την ηθική υπόστασή μας, είναι η οργάνωση. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων πρόκειται να πάρεις, κάνοντας ό,τι πράττεις, αυτό που δικαιούσαι από εκείνο που κάνεις. Αν παραπονιέσαι ότι αυτό που δικαιούσαι είναι λίγο, είναι σχεδόν απίθανο να έχεις την εμβέλεια να μεταλλάξεις αυτό που θα πάρεις. Αλλά αν αυτό που θα πάρεις είναι περισσότερο, είναι πολύ πιθανό ότι τα μικρά πράγματα που κάνεις ανάμεσα στο παράπονο αυξάνουν την ποσότητα. Από την άλλη μεριά, το πιο δύσκολο εγχείρημα σε ό,τι σου δίνεται, από τη στιγμή που δεν υπάρχει κάτι οριστικό, είναι να κατανοήσεις το λόγο. Θα ήταν εξαιρετικά αξιόλογο να αντιληφθείς την ουσιαστική δομή της πράξης αντί να θεωρήσεις ότι το ίδιο το παράπονο αναβάθμισες το επίπεδό σου.

Από τις 31 Δεκεμβρίου, που δημοσιεύθηκε εκείνο το κείμενο με την Ελλάδα, ως τώρα, 10 μέρες πριν το τέλος του χρόνου 2016 μετά Χριστόν, λίγα πράγματα έχουν αλλάξει. Παραμένουν η λειτουργία για το θεαθήναι, οι ταμπέλες στις δηλώσεις, το ξεχωριστό «υπερεγώ» σε κάθε οντότητα μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Το παράδειγμα της Ιταλίας, στην αρχή, θα μπορούσε να έχει ομοιότητες με το ελληνικό, αν δεν είχε μία πελώρια διαφορά: την αίσθηση του ρεζιλικιού. Ο Έλληνας έχει αυτήν τη γελοία πεποίθηση ότι πρέπει να είναι ένας πολίτης του κόσμου που αμέσως θα κερδίσει το θαυμασμό του άλλου, αν και πρόκειται για μία αγελαία γελοιογραφία κοσμοπολίτη. Όσο μπορώ να καταλάβω, οι Ιταλοί δεν είχαν, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη συναίσθηση, καμία έγνοια περί του τι σκέφτονται και αναγνωρίζουν οι άλλοι σε αυτούς. Θα απαντούσαν με τη Σοφία Λόρεν, τον Λουντοβίκο Εϊνάουντι, τον Ουμπέρτο Έκο, τον Φεντερίκο Φελίνι, τον Αντρέα Πίρλο, τη Φεντερίκα Πελεγκρίνι, τον Στέφανο Τεμπέστι και τη Μόνικα Μπελούτσι σε οποιαδήποτε κατηγορία περί ανικανότητας ή ασέβειας. Και αν και είναι φτωχή χώρα, αν και η ηχορρύπανση, ο στόμφος, οι εξατμίσεις μίας μέρας θα έφταναν για να δημιουργήσουν πονοκεφάλους μίας εβδομάδας στους κατοίκους της πιο ήσυχης χώρας, ο δυναστικός σύνδεσμος δεν τολμά να φτάσει ως εκεί, δεχόμενος ότι υπάρχει ένα όριο στο πρέπον των τηρούμενων ορίων με τους Ιταλούς. Στην Ελλάδα, που τόση επιθυμία έχει για την αποδοχή, το τέλμα έγκειται στην αδιαφορία με την οποία υποδεχόμαστε την κατάσταση, τις εντολές και τις εγκλήσεις του ίδιου συστήματος, μικροί προδότες οσάκις, που τα βάζουμε με την ανικανότητα της πολιτικής κορυφής η οποία είναι ο ίδιος ο εαυτός μας.

Για αυτό και όποτε ακούω κάποιον να μιλάει για επιθέσεις προς την Ελλάδα, μου είναι δύσκολο να σταματήσω την ειρωνεία, που αναβλύζει. Δεν πρόκειται να επιτεθεί κάποιος στην Ελλάδα, να ανατιναχθεί ένα μουσείο ή ένα μνημείο. Το μόνο που είναι δυνατόν να γίνει, είναι να συνδυαστεί η επίθεση στην Ελλάδα με κάποια άλλη επίθεση, να είναι, δηλαδή, τα εδάφη της ένα πεδίο στρατηγικής θέσης για κάποιον που έχει είτε επεκτατική λογική είτε προβαίνει σε επιθετική άμυνα για να μπορέσει να προλάβει την επεκτατική λογική κάποιου άλλου.


Ακόμα και ο μεγάλος ευπατρίδης Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, στην αρχή του 16ου τόμου της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», περιγράφει τη θλίψη της αναζήτησης έξωθεν βοήθειας και των μικρών προδοσιών, τουλάχιστον στην αρχή, όταν η Φιλική Εταιρεία, που δημιουργήθηκε για τις ανάγκες της επανάστασης, δεν μπόρεσε να αντέξει κάποιες μικρές αρχικές ψυχρολουσίες. Από τότε που θυμάμαι, επρόκειτο για το συνδυασμό της αγεωγράφητης βλακείας μέσα στη γεωγραφική ευλογία. Και οι 355 μέρες που έχουν περάσει δεν έφεραν καμία διαφορά, πέρα από το γεγονός ότι το πόδι έχει χωθεί λίγο πιο βαθιά σε ένα βάλτο που έχει αρχίσει να παγώνει. 
Η αγεωγράφητη βλακεία Η αγεωγράφητη βλακεία Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:47 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.