Η γονιδιακή γερμανική σνομπαρία στη λαϊκή βάση


Μετά το δεκάλογο του Σαν Μαρίνο, που βρήκε όλη την κοινωνία σύμφωνη, για τις απαξιωτικές δηλώσεις του Τόμας Μίλερ το όλο θέμα έγινε πολύ περισσότερο ενδιαφέρον από ένα σχόλιο πρώην συνεργάτη στα social media.


Να υποστηρίζεις την εθνική Γερμανίας ως Έλληνας, καταρχάς, δεν είναι σπάνιο. Δεν συμβαίνει συχνά, αλλά υπάρχουν άνθρωποι που την προτιμούν. Μου έχει συμβεί σε τέτοιο ποσοστό που, αν υπάρχουν 100.000 Έλληνες (ή κάτοικοι στην Ελλάδα) που γνωρίζουν τον ίδιο αριθμό διαφορετικών ανθρώπων οι οποίοι υποστηρίζουν τους Γερμανούς, τότε το αποτέλεσμα δεν είναι αμελητέο και, βάσει στατιστικής, είναι πολύ πιθανό να συμβαίνει. Πρόκειται για χιλιάδες κατοίκους, πολλούς περισσότερους από εκείνους που, παραδείγματος χάρη, υποστηρίζουν την εθνική Εκουαδόρ, αν και πολύ λιγότερους από όσους υποστηρίζουν οποιαδήποτε άλλη εθνική ομάδα της ίδιας ή κάπως κατώτερης δυναμικής σε τίτλους. Ας πούμε ότι στην Ελλάδα οι υποστηρικτές της εθνικής Γερμανίας είναι οι λιγότεροι σε σχέση με όλες τις παγκόσμιες πρωταθλήτριες πλην Ουρουγουάης, η οποία είναι κάπως δύσκολο να είναι η πρώτη ομάδα κάποιου, ειδικά με τη μη συμμετοχή της στη διαφήμιση ή τη δυσφήμιση της εθνικής ταυτότητας, που έκανε ξεχωριστή, φερ’ ειπείν, τη Βραζιλία. Όλες οι Εθνικές έχουν συγκεκριμένη ιδιοσυγκρασία, αλλά η Γερμανία, η Βραζιλία και η Ιταλία βασίζονται πολύ περισσότερο σε στυλ ποδοσφαίρου που οικοδομήθηκε εντός συνόρων από οποιαδήποτε άλλη Εθνική ή, για να μην αποτυπώνεται το παραπάνω συμπέρασμα σε απόλυτη μορφή, έτσι φαίνεται. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αναγνώριση της εντοπιότητας στο παιχνίδι συνάγεται με την κατανόηση των διαστάσεων του ίδιου του τρόπου, αλλά λόγω μοναδικότητας μπορείς να το αλιεύσεις και ενδεχομένως, επειδή το ποδόσφαιρο δεν έχει συμπληρώσει ακόμα 2 αιώνας ζωής, είσαι αρκετά σίγουρος για το γεγονός ότι το συγκεκριμένο περίγραμμα παιχνιδιού προκύπτει πρωτογενώς και όχι από κάποια άλλη ομάδα, παλιότερη, που μπορεί να μην την έχεις παρακολουθήσει, να μην υπάρχει καταγραφή ή να μην την γνωρίζεις.

Το συγκεκριμένο σχόλιο έκανε σύγκριση αυτού που είπε ο Μίλερ- - «το να παίζεις απέναντι σε εθνικές ομάδες όπως αυτή του Σαν Μαρίνο δεν έχει σχέση με το επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Δεν μπορώ να καταλάβω το νόημα στο να παίζεις τέτοια ματς. Καταλαβαίνω ότι γι' αυτούς το να παίζεις με τους πρωταθλητές κόσμου είναι ένα συν, ωστόσο κι εμείς οι ποδοσφαιριστές πρέπει να υπερασπιστούμε τη δουλειά μας κι αυτά τα ματς είναι ένα αχρείαστο ρίσκο»- περί, ουσιαστικά, ανύπαρκτων ποδοσφαιρικών κρατών τα οποία αντιμετωπίζει από καιρού εις καιρόν, με το τι θα συνέβαινε αν το έλεγε ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς. Υπάρχει βεβαίως εδώ ένας πόντος, αλλά είναι ένα πολύ μικρό κομμάτι της αλήθειας.

Οι Γερμανοί δεν φημίζονται, δα, για το lifestyle τους. Το τελευταίο πρόσωπο που είναι παγκοσμίως γνωστό για κάτι που αφορούσε στην προσωπική ζωή του ήταν η Ρόμι Σνάιντερ, που ασφαλώς είχε και ισχυρές γαλλικές ρίζες. Τούτο δε σημαίνει ότι δεν έχουν lifestyle. Απλώς είναι κατάτι διαφορετικό, μία διαφορά που κάποιος μπορεί να τη συναντήσει στη βαριά ατμόσφαιρα και το χοντρό ξύλο των μπυραριών οι οποίες έχουν αντιγράψει το γερμανικό πρωτότυπο. Η όποια ενέργειά τους, ωστόσο, είναι διαφορετική από τους «κοινούς κανόνες» της κοινωνικής ζωής οι οποίοι επικρατούν στο παγκόσμιο χωριό. Αυτό δεν είναι αποσαφηνισμένο αν συμβαίνει επειδή ήταν το αρχέγονο στυλ τους ή αν δομήθηκε από την αντιδραστική εμπάθεια για την αντιπάθειά των άλλων προς το πρόσωπό τους. Αν υπάρχει ως έμφυτη σνομπαρία ή αν είναι σύμφυτη, προκύπτοντας από τις προκλήσεις. Μπορείς να τη βρεις έκδηλη μόνο στα λαϊκά στρώματα, αλλά υπάρχει σε οποιοδήποτε επίπεδο, ακόμα και σε φίλα κείμενες χώρες, μέσω άτυπης pax romana, όπως είναι η Αυστρία, ο ναός της κλασικής μουσικής. Η γερμανική γλώσσα είναι αυστηρή και βαριά, είναι δύσκολη και ουδόλως απλοϊκή. Έχει σαφείς κανόνες. 

Η νέα Γερμανία έχει για πρόσωπό της την Μπάγερν Μονάχου και ο Τόμας Μίλερ- το θέμα με τις δηλώσεις του οποίου δεν αναδείχθηκε μέσα από αυτά που είπε όσο από την αντίδραση των ανθρώπων του Σαν Μαρίνο- παίζει και στις δύο. Τα δύο συγκροτήματα έχουν συνδεθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν η Μπάγερν ξεκινούσε να κάνει όνομα στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο και στις περιπτώσεις που η εθνική Γερμανίας μεγαλουργεί, εξαιρουμένου του 1990 που, παρ’ όλα αυτά, είχε στον πάγκο τον πιο επιβλητικό Γερμανό ποδοσφαιράνθρωπο όλων των εποχών, τον ανυπέρβλητο- ακόμα και στην εκφορά του ονόματός του- Φραντς Μπεκενμπάουερ- η μία είναι η άλλη. Όταν η Μπάγερν παίζει ποδόσφαιρο μπορείς να διακρίνεις την τραχύτητα ακόμα και στην πιο απλή πάσα: Είναι πιο ευθείες οι μεταβιβάσεις, πιο ειλικρινείς. Η μπάλα δεν κινείται παιγνιωδώς στο χορτάρι, αλλά έχει το νόημα της κατάληψης. Ο Τόμας Μίλερ, που ενδεχομένως να περάσει στην ιστορία ως ένας από τους πιο αξιομνημόνευτους Γερμανούς όλων των εποχών, είναι το ποδόσφαιρο της Μπάγερν σε άνθρωπο. Ένα πρόσωπο σμιχτό, με τα συστατικά του σε μικρές αποστάσεις, με σημαντική φυσική δύναμη, σπουδαία αντίληψη ώστε να καταλαμβάνει την πλέον στρατηγική θέση στην περιοχή του αντίπαλου, η καλή και η κακή απόδοση του Μίλερ στο παιχνίδι είναι η πλέον μάταιη διαδικασία στο να τον κρίνεις. Ακόμα και όταν σκοράρει ο Γερμανός μεσοεπιθετικός μπορεί να διαπιστώσει κάποιος τη διαδικασία της κατοχής στον πανηγυρισμό του. Συνήθως είναι ένα ή δύο βήματα, περπατώντας, με γυρισμένη την πλάτη προς το τέρμα, που μοιάζουν με τη συνέχεια της λογικής της νομοτέλειας, ότι το γκολ επρόκειτο να έρθει. Η πρόδηλη χαρά του ποδοσφαιρικού πανηγυρισμού μετατρέπεται στην πολεμική οίηση ενός στρατηγού, στην οποία δεν διακρίνεται καν το ποδοσφαιρικό υπερεγώ. Στην περίπτωση του Μίλερ τα χέρια σχηματίζουν γροθιές, ενώ ο Ζλάταν* πιθανώς θα τα σήκωνε, επιζητώντας την προσωπική αποθέωση, παρακινώντας τον κόσμο να τον υμνήσει και να τον λατρέψει, λατρεύοντας μέσα από εκείνον το ποδόσφαιρο.

*Με αυτό να έχει ειπωθεί, έχω μία δυσκολία να συμπαθήσω τον Ζλάταν. Είναι ένα καταπληκτικό προϊόν της ποδοσφαιρικής επιστήμης, η ισορροπία του για το ύψος του είναι μοναδικό δρώμενο, ξέρει πώς να χρησιμοποιεί τα μακριά άκρα του, το τοπ 10 των γκολ του είναι από τα καλύτερα που έχω δει στη ζωή μου και, παρ’ όλα αυτά, δεν το θυμάμαι να δίνει το δυναμικό «παρών» σε κανένα κρίσιμο ματς στην καριέρα του. Κατάφερε και δεν πήρε το Champions League με την Μπαρτσελόνα το 2010, μία ομάδα που ήταν ακόμα πιο ποιοτική από εκείνη του 2009 και αποκλείστηκε από την Ίντερ του Ζοσέ Μουρίνιο στα ημιτελικά. Όσον αφορά στα πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει, είναι αναμφίβολες οι σκιές σε ό,τι αφορά το βαθμό δυσκολίας. Και δεν θα είχα πρόβλημα με αυτό, αν δεν θεωρούσε ο ίδιος τον εαυτό του τόσο μεγάλο. Όχι πως νοιάζεται κάποιος πέρα από εμένα για αυτό.
Μπαίνοντας, λοιπόν, στη διαδικασία της συζήτησης για το σχόλιο, η ερώτηση θα ήταν αν υπήρχε κάποιος Γερμανός που θα μπορούσε να κάνει αυτήν τη δήλωση χωρίς να προξενήσει τον αντίλογο του Σαν Μαρίνο. Πρέπει να επαναληφθεί εδώ ότι το θέμα πήρε δημοσιότητα λόγω του αντιλόγου του Σαν Μαρίνο, αλλιώς δεν θα άνοιγε ρουθούνι. Μίας ομάδας που δεν θα αναγνώριζες τη χώρα της αν δεν υπήρχε, η οποία ανήκει στους πληβείους του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

Θα μπορούσε να είναι ο Φίλιπ Λαμ ή ο Γκίντερ Νέτσερ, από τη μία πλευρά, ο Σεπ Μάγερ ή ο Μπάστιαν Σβαϊνστάιγκερ από την άλλη. Ο Γιούργκεν Κλοπ ή ο Στέφαν Κουντς. Ο Πάουλ Μπράιτνερ ή ο Χορστ Χρούμπες. Το συμπέρασμα είναι ότι ουδείς εξ αυτών που θα μπορούσαν να πουν πόσο μάταιο είναι να παίζεις με το Σαν Μαρίνο και θα μας έκαναν να σκεφτούμε ότι είναι κάπως περίεργο που μίλησε έτσι δεν θα το έλεγε. Θα περιοριζόταν ήδη είτε από το σεβασμό προς το ίδιο το ποδόσφαιρο, που τον καθιστά και πρόκειται να τον καθιστά προνομιούχο είτε από τους τρόπους συμπεριφοράς. Μάλιστα, η αναφορά στο όνομα του Κλοπ έφερε αντίδραση, λέγοντας πως αν ήταν προπονητής της εθνικής Γερμανίας οι αντιδράσεις του θα τον καταστούσαν μισητό. Η γνώμη μου είναι ότι αν ο Κλοπ ήταν προπονητής της εθνικής Γερμανίας κατευθείαν θα γινόταν πιο συμπαθής, αλλά ότι αποκλείεται να γίνει ποτέ προπονητής μίας τόσο αυστηρής ομάδας, η οποία συνδέεται με την επεκτατική λογική στο παιχνίδι, που το καθιστά δουλειά, όπως ακριβώς πρέπει να ένιωθαν οι πρωτομάστορες της δυναμικής συμμετοχής της στους πολέμους που έχει πάρει μέρος.

Ήταν μάλλον αναπόφευκτο να απαντήσει το Σαν Μαρίνο υπενθυμίζοντας στον κόσμο το γερμανικό ποιόν. Αλλά αυτό συνέβη, επίσης, επειδή ο ποδοσφαιριστής που μίλησε υποτιμητικά για τη συγκεκριμένη εθνική ομάδα είναι ένα από τα απόλυτα προϊόντα όλων των συμβολισμών της Γερμανίας ως χώρας που λειτουργεί τέλεια αλλά σκίζει το λεπτό ύφασμα της έξω από τα δικά της εδάφη δικαιοσύνης. Εξαρτάται, παρ’ όλα αυτά, πώς το βλέπεις. Όσον αφορά στον Τόμας Μίλερ, δεν είμαι πεπεισμένος ότι όλες οι κινήσεις του πηγάζουν από εξαιρετική σοβαρότητα και πολεμική χάρη και όχι από ένα διεστραμμένο αυτόφωτο χιούμορ, που τον καθιστά μία τέλεια επιτηδευμένη παρωδία, απλώς για να δοκιμάσει το μέτρο που μπορεί να φθάσει η αντιπάθεια προς το πρόσωπό του. 
Η γονιδιακή γερμανική σνομπαρία στη λαϊκή βάση Η γονιδιακή γερμανική σνομπαρία στη λαϊκή βάση Reviewed by Λευτέρης Ελευθερίου on 5:45 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.