Φιντέλ


Ήμουν εκεί. Όταν ο Φιντέλ έλεγε στον Ερνέστο ότι δεν πρέπει να πάει στην Κολομβία. Ο Γκεβάρα έβγαλε από το πορτοφόλι του τη φωτογραφία του Σιμόν Μπολιβάρ και του την έδειξε. «Ηνωμένες Πολιτείες Λατινικής Αμερικής, φίλε μου, Ηνωμένες Πολιτείες Λατινικής Αμερικής». Ήταν η τελευταία φορά που τον αποκαλούσε «φίλε μου».Ο Φιντέλ κούνησε απογοητευμένος το κεφάλι του. «Σε περιμένουν Ερνέστο. Αν πας εκεί, δεν θα επιστρέψεις». Ο Γκεβάρα στήλωσε τα μάτια του πάνω στα δικά του. «Ο κόσμος πεινάει Φιντέλ. Οι άνθρωποι πεθαίνουν». Ο καπνός από το πούρο δημιούργησε αχλή ανάμεσα στα πρόσωπα. Όταν η ατμόσφαιρα καθάρισε, ο Φιντέλ κοίταζε στο πάτωμα. Την ίδια στιγμή, κάπου στην Μπογκοτά, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες καθόταν στο γραφείο του. Πολλά χαρτιά τσαλακωμένα και μουτζουρωμένα έκαναν το έδαφος απάτητο. Εκείνη την ώρα έγραφε για τις πολλούς χαμένους αγώνες του Αουρελιάνο Μπουενδία. Που έγραφε για τις φυτείες με τις μπανάνες, οι οποίες θα ήταν η αρχή του τέλους για το παραμυθένιο Μακόντο. Αυτές, αυτές και το τρένο. Δεν ήταν η εταιρεία United Fruits, βέβαια, που έβγαζε τις μπανάνες «Τσικίτα», αυτή που όριζε το ειδικό καθεστώς στο οποίο πορευόταν η Λατινική Αμερική. Αλλά ήταν η πολιτική της μπανανίας, με τους στρατιώτες που ορκίζονταν στη χάρη ενός άσχημου ημισεληνικού θεού και που, μπροστά του, η ανθρώπινη ζωή δεν είχε καμία σημασία. 

Ήταν τα ίδια τικ και τακ του αιώνιου χρονικού ρολογιού που ο Μπομπ Ντίλαν έγραφε τον στίχο «when you got nothing you got nothing to lose», στο τραγούδι «like a rolling stone», ένα καθοριστικό κομμάτι για την ιστορία της μουσικής.

Στη Βολιβία, λοιπόν. Εκεί που έδρασε ο Άγιος Σιμόν, καβάλα στ’ άλογο. Βεβαίως, ο δράκος είχε πολλά κεφάλια. Ο στόχος του Γκεβάρα ήταν να ενώσει τη Λατινική Αμερική, να φτιάξει ένα σωλήνα που θα τη χώριζε από τις ΗΠΑ. Να κόψει την παραγωγική διαδικασία και ο πλούτος να πάει στο λαό. Ήταν, άλλωστε, διάνοια. Πήρε το πτυχίο του στην ιατρική τόσο γρήγορα όσο ο κάθε φαινομενικός επιστήμονας. Η έρευνά του ήθελε να είναι πανανθρώπινη. Αυτός ο καλλονός έμαθε στα ισπανικά και τα ιρλανδικά, τις γλώσσες που μιλούσαν ο πατέρας του και η μητέρα του, ότι η φτώχεια, εκτός των άλλων, ήταν συμμετρικό πρόβλημα. Πρόβλημα αισθητικής. Ότι το κλίμα δεν φέρνει αρρώστιες, αλλά τις αρρώστιες αποκτούν εκείνοι οι άνθρωποι που δεν είναι προστατευμένοι από αυτό. Σχεδόν όλες οι αρρώστιες του κόσμου δημιουργήθηκαν από τη λαϊκή βάση. Από κάποιον που, επειδή δεν είχε πού την κεφαλή κλίνει, κοιμόταν ανάμεσα στα καλάμια, δημιουργώντας οργανικό ζόφο. Ο Ερνέστο αναγνώριζε τη φιλανθρωπία ως πρόστυχη πράξη. Το θέμα ήταν η φτώχεια και όχι οι φτωχοί. Εκείνη έπρεπε να εξαφανιστεί.

Ο Φιντέλ έπρεπε να περιμένει. Σιγά σιγά, τα εκτάρια των ιδιοκτησιών πήγαιναν στο κράτος. Εκείνη την Πρωτοχρονιά του 1959, όταν το σκάφος Γκράνμα μετέφερε τους επαναστάτες οι οποίοι θα έριχναν τη δικτατορική κυβέρνηση Μπατίστα, ξέρετε, εκείνες τις στιγμές που ο Μάικλ Κορλεόνε φαινόταν ότι διασκέδαζε στην Αβάνα, αλλά στην πραγματικότητα η καρδιά του είχε πληγωθεί από την προδοσία του αδελφού του, Φρέντο, η Κούβα θα άλλαζε οριστικά και αμετάκλητα. Οι πόθοι για την 51η Πολιτεία, σε σημείο στρατηγικό, θα έμεναν διακαείς. Ο Φιντέλ ήθελε αυτό που ο Αβραάμ Λίνκολν έλεγε «by the people for the people». Και το ήθελε με τους Κουβανούς να παίζουν κιθάρα και να κάνουν έρωτα, στους γαμιστρώνες που εκείνος ήθελε να υπάρχουν. Σεξ στην Αβάνα, που την κάθε μέρα της δοξολογεί ο Κέλσιος, μία ατέλειωτη άνοιξη με λίγο καλοκαίρι.


Έκανε τα λάθη του, βέβαια. Άφησε τα αποβράσματα της Σοβιετίας, του αποσταλινοποιημένους σταλινικούς, να φέρουν πυρηνικά στη χώρα μόνο και μόνο για να δείξει στους Αμερικανούς ότι ήταν ανυπότακτος. Μετά ο Κένεντι είπε στον Χρουστσόφ ότι δεν είναι 15 χρονών και να μην κάνει μαλακίες, αλλά στον Φιντέλ έμεινε η στάμπα του κομουνιστή. Είναι παράδοξες οι ταμπέλες όταν απλώς θέλεις ελεύθερη τη χώρα σου. Είχε τέτοια δυναμική ο Φιντέλ που εκείνοι που το έσκαγαν από την Κούβα και ζητούσαν άσυλο στις ΗΠΑ, επειδή δεν άντεχαν την πολιτική του, εξεταζόντουσαν και παρακολουθούνταν από το FBI για κατασκοπεία, διότι φοβόντουσαν ότι ήταν καμουφλαρισμένοι καστρικοί και θα έστελναν πληροφορίες στην Αβάνα. Τον έτρεμαν τον Φιντέλ οι Αμερικανοί. Όπως είπε και ο Σαρλ ντε Γκολ, στο πλαίσιο της κηδείας του Γουίνστον Τσόρτσιλ, «θα πάω, όχι για να τον τιμήσω αλλά, για να βεβαιωθώ ότι πέθανε».

Ο Τσε σκούπισε τη στάχτη που ήθελε, επιμόνως, να κάνει ξεκάθαρη την παρουσία της καθισμένη στο πρώτο κουμπί της στολής του. «Φεύγω», ψιθύρισε. Ο Φιντέλ δεν επεδίωξε το βλέμμα του. «Καλή τύχη αδελφέ. Θα τα ξαναπούμε». Ο Γκεβάρα έγνεψε, με ένα λεπτό σαρκασμό. Φευγαλέα σκέφτηκε, «όχι, δεν θα τα ξαναπούμε. Το ταξίδι τελειώνει εδώ». Βρήκε τον τρόπο να γελάσει τρανταχτά. «Ναι, θα τα ξαναπούμε, σε έναν ελεύθερο κόσμο». Τα μάτια τους συναντήθηκαν, οι μεταλλαγμένες κόρες τους που εκτόξευαν λέιζερ λες και ήταν σκηνή από τους X-Men. Ήταν η σειρά του Φιντέλ να χαμογελάσει συγκαταβατικά, με λίγη μελαγχολία. Αυτήν τη φορά το να διαφωνήσει μαζί του δεν είχε κάποια σημασία. Από τη σκηνή έμπαινε φως, αλλά ουδείς από τους δύο ήταν σίγουρος αν ήταν απλώς η μέρα ή ο ήλιος της μέρας. Ήταν τόσο συγκεντρωμένοι στο αντίο τους που οι φωνές απ’ έξω, οι κιθάρες, είχαν χάσει τη δύναμη των ντεσιμπέλ τους.

Ας μην το χαλάσουμε. Το παράδοξο είναι ότι το όνειρο για την ισότητα προκύπτει μόνο σε ανθρώπους ανώτερους. Τόσο ανώτερους που καταντούν κουτοί. Θα τα ξαναπούν. Ο Τσε θα περιμένει να τον χαιρετήσει τελευταίος. Προτελευταίος θα είναι ο Γιόζιπ Μπροζ Τίτο, όποιος και να είναι αυτός. Ο Κάστρο θα του σφίξει γερά το χέρι. Η δική του Γιουγκοσλαβία έμοιαζε με την Κούβα. Μπορεί να ανήκε στο ανατολικό μπλοκ, αλλά δεν έγινε ποτέ κουτσαβάκι της Στέππας. Ήταν, από την αρχή έως το τέλος, ελεύθεροι, στην πιο κοντινή προσέγγιση του ορισμού. Σε έναν κόσμο που από πάντα του άρεσε να βάζει ταμπέλες, έμειναν χωρίς καπέλα.

Ανυπότακτοι, ανένταχτοι. Θα τα ξαναπούν. Ας μην το χαλάσουμε. 

Στο ρόλο του properman

ο Λευτέρης Ελευθερίου
Φιντέλ Φιντέλ Reviewed by Proper Man on 3:06 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.