Μια Κυριακή του 1992


Μέρες σαν τη σημερινή, που έχει ντέρμπι, μου έρχονται εικόνες από το παρελθόν. Είναι κάτι που γίνεται αυτόματα, δεν το ελέγχω, σαν μέρος μίας ρουτίνας χιλιοφορεμένης που δεν λέει να αλλάξει όσα χρόνια και αν περάσουν. Ξυπνάω το πρωί, κατεβαίνω για εφημερίδα, φτιάχνω καφέ, ανάβω ένα τσιγάρο (έστω και ηλεκτρονικό) και διαβάζω τα αφιερώματα για την «μητέρα των μαχών». Πριν φτάσω στη μέση του αφιερώματος, έρχεται στο μυαλό μου η εικόνα του παλιού Καραϊσκάκη, τα τσιμέντα, οι αστυνομικοί που συνοδεύουν τους φιλοξενούμενους οπαδούς, οι καπνοί από τα βρώμικα, οι πάγκοι με τα κασκόλ, η μυρωδιά από το χορτάρι… Και πάντα το μυαλό μου όταν πλησιάζει το ντέρμπι, θυμάμαι το πρώτο που είδα μέσα από το γήπεδο, αυτό του 1992.

Κανονικά δεν θα έπρεπε να θυμάμαι και πολλά αν αναλογιστεί κανείς ότι ήμουν δεν ήμουν 9 χρονών και ο Ολυμπιακός εκείνη την περίοδο θύμιζε κάτι από φτωχό συγγενή, καμία σχέση με τα σημερινά μεγαλεία. Το θυμάμαι όμως σαν να ήταν χθες η Παρασκευή που γύρισε ο πατέρας μου από τη δουλειά και ανακοίνωσε στο τραπέζι της κουζίνας, πως το αφεντικό του βρήκε εισιτήρια για το ντέρμπι και θα πάμε την Κυριακή στο γήπεδο. Ντέρμπι και γήπεδο; Ανήκουστο! Ο πατέρας μου φοβόταν με τα όσα γίνονταν τότε και χρόνια αργότερα κατάλαβα τι εννοούσε και άρχισα να μην τον αδικώ. Είχαμε πάει βέβαια σε αλλά παιχνίδια, χαλαρά, με αποκορύφωμα τη ματσάρα κόντρα στη Μονακό του Γιούργκεν Κλίνσμαν, στη ρεβάνς του αξέχαστου 0-1 με την προβολή του Βαϊτση, που ακόμα πρέπει να πανηγυρίζει φορώντας τη μπλε φανέλα με τη διαφήμιση της Diana. Σε ντέρμπι όμως ποτέ.


Οι μέρες πέρασαν αστραπιαία. Την Κυριακή ξύπνησα από τις 7 και αφού τελείωσαν τα παιδικά, δεν βγήκα να παίξω μπάλα. Ντύθηκα στα κόκκινα και περίμενα υπομονετικά η ώρα να πάει 1:30. Τότε θα φεύγαμε για το γήπεδο, μιας και το ματς ήταν στις 3 το μεσημέρι. Το δρομολόγιο ήταν γνωστό από τις προηγούμενες φορές. Παρκάραμε το αυτοκίνητο στα Καμίνια, κοντά στην δουλειά του πατέρα μου και πήραμε τον μακρύ δρόμο για το Καραϊσκάκη. Ο κόσμος είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του και στριμωχνόταν ανάμεσα σε μικροπωλητές αφρολέξ για το τσιμέντο και πασατέμπο, με τα ραδιοφωνάκια στο χέρι συντονισμένα στην ΕΡΑ Σπορ που είχε «Μικρόφωνο στα γήπεδα». Όσο πλησιάζαμε, τόσο ακουγόταν το γήπεδο να κοχλάζει από τον κόσμο. Φτάσαμε στην είσοδο της Θύρας όπου μας υποδέχθηκε ένας ταπεινός κύριος και έκοψε τα εισιτήριά μας, ενώ στη συνέχεια ένας αστυνομικός άδειασε τις τσέπες του πατέρα μου από κέρματα, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή. Δεν έχασα χρόνο και μάζεψα μερικά πενηντάρικα, πριν ξαναπιάσω το χέρι του για να ανεβούμε τα σκαλιά.

Θυμάμαι να μπαίνω στο γήπεδο, να μυρίζω το χορτάρι και να γυρίζω τα μάτια μου στους τύπους με τα πράσινα, που αποκαλούσαμε αντιπάλους. Ο πατέρας μου βρήκε το κομμάτι τσιμέντου που του αναλογούσε κι έγραφε τον αριθμό του εισιτηρίου του κι εγώ τη θέση μου ανάμεσα από τα λευκά κάγκελα που χώριζαν τις εξέδρες από το στίβο. Από εκεί παρακολούθησα όλο τον αγώνα με τον πατέρα μου να μην ξεκολλάει τα μάτια του από πάνω μου. Λίγα λεπτά αργότερα, οι φωτεινοί πίνακες άναψαν και έδειξαν τη σύνθεση του Ολυμπιακού. Μίρτσος, Παχατουρίδης, Καραταϊδης, Μιτσιμπόνας, Καλατζής, Τσαλουχίδης, Λιτόφτσενκο, Τσιαντάκης, Προτάσοφ, Καραπιάλης και Βαΐτσης. Δεν πέρασαν δύο λεπτά κι όλο το γήπεδο σηκώθηκε όρθιο, ο Αττίλιο πήρε την τρομπέτα του κι έδωσε το σάλπισμα της επίθεσης. Το ματς άρχισε με λίγη καθυστέρηση, ενώ ήδη τα πρώτα γκολ στα υπόλοιπα παιχνίδια ήταν θέμα συζήτησης για αρκετούς φιλάθλους που κρατούσαν στο χέρι ένα δελτίο ΠΡΟ-ΠΟ. Ο διαιτητής έβαλε τη σφυρίχτρα στο στόμα και … εγένετο ντέρμπι. Η μπάλα παιζόταν πάνω κάτω, Καραγεωργίου και Καλιτζάκης κρατούσαν μακριά τον Προτάσοφ και τον Βαΐτση από την πράσινη περιοχή ενώ ο Καραταΐδης προσπαθούσε να συγκρατήσει τον φοβερό Βαζέχα που τροφοδοτούνταν συνεχώς από τον Μπορέλι, που έκανε πάρτι κόντρα στον Παχατουρίδη.


Γρήγορα πέρασαν 20 λεπτά και ο Ολυμπιακός άρχισε να παίρνει μέτρα μέσα στο γήπεδο. Τέσσερα λεπτά αργότερα μπήκε και το γκολ. Κόρνερ από τα δεξιά, πρώτη κεφαλιά του Τσιαντάκη και ο Προτάσοφ με κεφαλιά ψαράκι έστειλε τη μπάλα στην εστία του Βάντσικ. Πανικός, φωνές, ακαταλαβίστικες βρισιές, καπνογόνα, αγκαλιές αλλά και σκυμμένα κεφάλια στην απέναντι κερκίδα. Ο στόχος είχε επιτευχθεί προς το παρόν και θα μπορούσε ο Ολυμπιακός να έχει κάνει δύο τα τέρματά του λίγο πριν κλείσει το πρώτο σαρανταπεντάλεπτο, μα ο Βαΐτσης έστειλε τη μπάλα στο δοκάρι. Ξανά βρισιές πρωτάκουστες κι απογοήτευση για το γκολ που δεν ήρθε και λίγο αργότερα το σφύριγμα για την ανάπαυλα.

Στο ημίχρονο οι κουβέντα άναψε, τα τσιγάρα του πατέρα διαδέχονταν το ένα το άλλο και όλοι είχαν άγχος για τη νίκη, παρά το προβάδισμα, γιατί είχαμε λέει να κερδίσουμε 5 χρόνια τον Παναθηναϊκό σε παιχνίδι πρωταθλήματος στην έδρα μας. Οι μικροπωλητές έκαναν την εμφάνισή τους. «Τσίπς, σάμαλι, κωκ» και «Πασατέμπο, η καβλάντα σας». Μία πορτοκαλάδα Sinalco προσγειώθηκε στα χέρια μου και θυμάμαι ότι τη ρούφηξα σχεδόν με μία γουλιά.

Το παιχνίδι ξανάρχισε, με τον Παναθηναϊκό να μπαίνει παθιασμένος για να το γυρίσει. Είχα μάθει στο ημίχρονο από τους μεγαλύτερους ότι είχαμε μόλις τρεις βαθμούς διαφορά από τον αντίπαλο μας που είχε 24 και οχτώ από την ΑΕΚ που είχε 35 και είχε νικήσει το Σάββατο. Αυτό έκανε επιτακτική τη νίκη, αν θέλαμε να παραμείνουμε σε τροχιά πρωταθλήματος. Από τα μεγάφωνα ακούστηκε η εκκαθάριση των εισιτηρίων που ξεπερνούσαν τις 27.000, ενώ λίγο αργότερα ο Μίρτσος βρέθηκε στο χορτάρι από μία σύγκρουση και για το υπόλοιπο του αγώνα έπαιξε τραυματίας! Τα τελευταία λεπτά δεν είχαν κάποια φάση, με εξαίρεση ένα σουτ του Μπατίστα που είχε μπει αλλαγή στη θέση του Βαΐτση. 


Το ματς έληξε μέσα σε αποθέωση, με τους παίκτες να ξεσπούν και να τρέχουν προς τη Θύρα των οργανωμένων. Νίκη μετά από πέντε ολόκληρα χρόνια μέσα στο σπίτι σου δεν είναι μικρό πράγμα. Αφού πανηγυρίσαμε για λίγο πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Στο δρόμο οι φουφούδες είχαν πάρει φωτιά και τα σουβλάκια άλλαζαν χέρια γρήγορα. Λίγο πριν μπούμε στην ουρά για να παραλάβω το δικό μου, ακούσαμε ότι γίνονται επεισόδια μεταξύ φιλοξενούμενων και αστυνομίας. Το βήμα άνοιξε, σε αντίθεση με τον λαιμό που είχε κλείσει από τις φωνές. Θα επέστρεφα πεινασμένος στο σπίτι, η απόφαση ήταν ειλημμένη.

Φτάσαμε στο αυτοκίνητο. Το ραδιόφωνο ήταν συντονισμένο στην ΕΡΑ Σπορ που θύμισε ξανά την εμφατική νίκη της ΑΕΚ, μία μέρα πριν, με 7-0 κόντρα στην Κόρινθο, κάτι που μετρίασε λίγο τη χαρά του πατέρα. Μετά από τις δηλώσεις του ντέρμπι, ακολούθησε μία βόλτα σε όλα τα ελληνικά γήπεδα και έπειτα τα αποτελέσματα της Ιταλίας που συμπλήρωναν το δελτίο του ΠΡΟ-ΠΟ. Κάποιοι θα ήταν σίγουρα χαρούμενοι γιατί έπιασαν το 13αρι, μα περισσότερο από εμένα κανένας…
Μια Κυριακή του 1992 Μια Κυριακή του 1992 Reviewed by Leonidas Boutivas on 2:33 PM Rating: 5

No comments:

Powered by Blogger.